Στο Τελ Αβίβ ο απεσταλμένος Τραμπ: Δοκιμάζονται οι “κόκκινες γραμμές” του Ισραήλ για το Ιράν

 Στο Τελ Αβίβ ο απεσταλμένος Τραμπ: Δοκιμάζονται οι “κόκκινες γραμμές” του Ισραήλ για το Ιράν
💡 AI - Με μια ματιά by Libre

Ο Στιβ Γουίτκοφ επισκέπτεται το Τελ Αβίβ για να καθορίσει τα όρια που θεωρεί το Ισραήλ αποδεκτά σε πιθανή συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν.

Η ισραηλινή κυβέρνηση επιδιώκει να αποφύγει συμφωνία που αφήνει ανοιχτά πυρηνικά και βαλλιστικά ζητήματα, ενώ η Τεχεράνη δεν δείχνει διάθεση ουσιαστικών παραχωρήσεων.

Ο Νετανιάχου σταθμίζει εσωτερικά πολιτικά ρίσκα πριν αποφασίσει για διαπραγματεύσεις, με στόχο να διατηρήσει ευελιξία και να αποτρέψει δημόσια απόρριψη.

Αν οι συνομιλίες αποτύχουν, η κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνη διπλωματική ή στρατιωτική κλιμάκωση, με αβέβαιο το πολιτικό αποτέλεσμα για όλες τις πλευρές.

Με φόντο την επαναφορά της συζήτησης για άμεσες διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν, ο ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, φθάνει στο Τελ Αβίβ σε μια επίσκεψη που στο Ισραήλ ερμηνεύεται ως κίνηση υψηλής στρατηγικής σημασίας. Σύμφωνα με την Jerusalem Post, η αποστολή του δεν περιορίζεται σε εθιμοτυπικές επαφές, αλλά αποσκοπεί στο να αποσαφηνίσει τι θεωρεί η Ιερουσαλήμ αποδεκτό – και τι απολύτως απαράδεκτο – σε μια πιθανή συμφωνία με την Τεχεράνη.

Ο Γουίτκοφ αναμένεται να συναντηθεί με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και κορυφαίους Ισραηλινούς αξιωματούχους, σε μια συγκυρία όπου η διαπραγμάτευση για το ιρανικό ζήτημα μετακινείται από τα παρασκηνιακά κανάλια στη δημόσια σφαίρα.

Η «εικόνα νίκης» και τα όρια της Ιερουσαλήμ

Ισραηλινές εκτιμήσεις αναφέρουν ότι ο Τραμπ επιθυμεί ένα απτό αποτέλεσμα που να μπορεί να παρουσιαστεί ως διπλωματική επιτυχία. Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλα διεθνή μέτωπα, μια συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν δύσκολα θα μπορούσε να προβληθεί ως «νίκη» εάν το Ισραήλ την απορρίψει δημοσίως.

Όχι επειδή το Ισραήλ διαθέτει θεσμικό δικαίωμα βέτο, αλλά διότι ο Νετανιάχου παραμένει, ιδιαίτερα εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, σύμβολο της σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν. Μια συμφωνία που θα άφηνε ανοιχτά ζητήματα – όπως το πυρηνικό πρόγραμμα ή οι βαλλιστικοί πύραυλοι – θα μπορούσε να θεωρηθεί αμερικανικό επίτευγμα, αλλά ισραηλινή ήττα.

Κατά συνέπεια, ο Γουίτκοφ επιχειρεί να αποσαφηνίσει πρωτίστως τι δεν είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί ο Νετανιάχου, προτού καθοριστεί το εύρος των διαπραγματεύσεων με την Τεχεράνη.

Η στάση της Τεχεράνης και ο ρόλος Χαμενεΐ

Στο ιρανικό στρατόπεδο, τα μηνύματα παραμένουν άκαμπτα. Ζητήματα που αφορούν το πυρηνικό πρόγραμμα και τους βαλλιστικούς πυραύλους φέρονται να μην τίθενται στο τραπέζι.

Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ επιτρέπει στον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί να διατηρεί την εικόνα διαπραγμάτευσης, χωρίς όμως να έχει λάβει εντολή για ουσιαστικές παραχωρήσεις.

Εάν αυτό ισχύει, οι συνομιλίες ενδέχεται να καταρρεύσουν όχι λόγω τεχνικών διαφορών, αλλά επειδή δεν υπάρχει πραγματικό πεδίο διαπραγμάτευσης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ομάδα Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπη με το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχει συνομιλητής» – μια εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα φάση έντασης.

Οι εσωτερικοί υπολογισμοί Νετανιάχου

Παράλληλα, ο Νετανιάχου καλείται να σταθμίσει και τον εσωτερικό πολιτικό παράγοντα, ενόψει εκλογών για την Κνεσέτ πριν από το τέλος Οκτωβρίου.

Ένα σενάριο σύγκρουσης με το Ιράν, στο οποίο ο Τραμπ θα εμφανιστεί ως ηγέτης της επιχείρησης, ενώ το Ισραήλ θα επωμιστεί τις πυραυλικές επιθέσεις και το κόστος στο εσωτερικό μέτωπο, ενέχει σοβαρό πολιτικό ρίσκο.

Οι ισραηλινές εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι ο Νετανιάχου δεν θα κινηθεί με τελεσίγραφα. Θα αξιολογήσει εναλλακτικά σενάρια, θα διατυπώσει επιφυλάξεις και θα αφήσει περιθώριο διαπραγμάτευσης, προτού διαμορφωθεί μια πρακτική πρόταση προς την ιρανική πλευρά.

Το επόμενο, πιο επικίνδυνο στάδιο

Ακόμη κι αν ο Γουίτκοφ καταλήξει σε ένα πλαίσιο, αυτό ενδέχεται να μην λάβει άμεσα την τελική έγκριση του Τραμπ. Η λειτουργία της κυβέρνησης, όπως εκτιμούν Ισραηλινοί αξιωματούχοι, προβλέπει έναν απεσταλμένο που δοκιμάζει όρια και επιλογές και εν συνεχεία παρουσιάζει τα αποτελέσματα στον πρόεδρο για πολιτική απόφαση.

Εάν οι συνομιλίες αποτύχουν, το επόμενο στάδιο — είτε διπλωματικής κλιμάκωσης είτε στρατιωτικής αποτροπής — ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου, αν όχι περισσότερο, επικίνδυνο από τις ίδιες τις διαπραγματεύσεις.

Σχετικά Άρθρα