Υπόθεση Άλεξ:Η εξαφάνιση που πάγωσε την Ελλάδα

 Υπόθεση Άλεξ:Η εξαφάνιση που πάγωσε την Ελλάδα
💡 AI - Με μια ματιά by Libre

Ο 11χρονος Άλεξ Μεσχισβίλι εξαφανίστηκε το 2006 στη Βέροια μετά την προπόνηση μπάσκετ, με πέντε ανήλικους να ομολογούν αρχικά τον θάνατό του.

Η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη αποκάλυψε βίαιη παρέα παιδιών που εμπλέκεται στην υπόθεση, ενώ οι Αρχές απέτυχαν να προστατεύσουν τα παιδιά και να διαλευκάνουν το γεγονός.

Παρά τις καταδίκες για θανατηφόρα σωματική βλάβη και άλλες ποινές, η σορός του Άλεξ δεν βρέθηκε ποτέ και η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη.

Η μητέρα του συνεχίζει να ζητά δικαίωση, ενώ η υπόθεση θεωρείται ένα από τα πιο σκοτεινά και ανοιχτά μυστήρια στην ελληνική κοινωνία και δικαιοσύνη.

Ο Άλεξ Μεσχισβίλι, 11 ετών, εξαφανίστηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2006 στη Βέροια το απόγευμα, αφού είχε τελειώσει προπόνηση μπάσκετ και κατευθυνόταν σε ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ. Τον είδαν για τελευταία φορά φίλοι και συμμαθητές του στην περιοχή Ελιάς – Άνοιξης.

Η εξαφάνιση συγκλόνισε την Ελλάδα και θεωρήθηκε από τις πρώτες εκτεταμένα γνωστές υποθέσεις παιδικού bullying με τραγική κατάληξη.

Τέσσερις μήνες αργότερα, πέντε ανήλικοι μαθητές ηλικίας 11–13 ετών εξετάστηκαν από την αστυνομία και ομολόγησαν αρχικά ότι είχαν χτυπήσει και δολοφονήσει τον Άλεξ, μεταφέροντας το σώμα του και κρύβοντάς το σε χώρο που επρόκειτο να κατεδαφιστεί — ωστόσο αργότερα απεσύρσαν την ομολογία τους.

Παρόλα αυτά, η σορός του παιδιού δεν έχει βρεθεί ποτέ, ενώ η υπόθεση διερευνήθηκε επανειλημμένα χωρίς να αποκαλυφθεί με βεβαιότητα η τύχη του μικρού.

Μετά από χρόνια διερεύνησης, οι δικαστικές ενέργειες έφεραν κάποιες καταδίκες σε βαθμό μικρότερης σημασίας — όπως ποινές για παρεμπόδιση της δικαιοσύνης σε συγγενείς των εμπλεκομένων — όμως δεν υπήρξε ποτέ πλήρης και τελεσίδικη δικαστική λύση για τον θάνατο ή την εξαφάνιση του Άλεξ.

Η μητέρα του παιδιού, Νατέλα Ιτσουαΐτζε, έχει επανειλημμένα εκφράσει την απελπισία της για το γεγονός ότι ποτέ δεν βρέθηκε το σώμα του γιου της και ότι η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη.

Η υπόθεση του Άλεξ εξακολουθεί να θεωρείται ένα από τα πιο σκοτεινά και ανοιχτά μυστήρια στην ελληνική δικαστική και κοινωνική ιστορία, με το κοινό να συζητά και να επανεξετάζει τα στοιχεία των τελευταίων δεκαετιών

Η έρευνα που έφερε στο φως η Αγγελική Νικολούλη

Σαράντα ημέρες μετά την εξαφάνιση, η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη βρέθηκε στη Βέροια με την εκπομπή «Φως στο Τούνελ». Από τις πρώτες κιόλας μαρτυρίες που συνέλεξε, άρχισε να διαφαίνεται η ύπαρξη μιας παρέας ανηλίκων που είχε αναπτύξει βίαιη συμπεριφορά απέναντι σε πιο αδύναμα παιδιά.

Δύο αδέλφια Έλληνες, ένας Αλβανός, ένας Βορειοηπειρώτης και ένας Ρουμάνος — ηλικίας από 11 έως 13 ετών τότε — φέρονταν να είναι οι «σκληροί» της πόλης. Μετά από επίμονες έρευνες, καταθέσεις και αποκαλύψεις, προέκυψε ότι η παρέα αυτή βρισκόταν στο επίκεντρο της εξαφάνισης του Άλεξ. Κι όμως, όταν η δημοσιογράφος ενημέρωσε την Ασφάλεια Βέροιας, ο τότε διοικητής θεώρησε το σενάριο «τραβηγμένο» και δεν ερεύνησε όπως έπρεπε την υπόθεση. Πολύτιμος χρόνος χάθηκε, ενώ το νήμα βρισκόταν ήδη μπροστά τους.

Οι συγκλονιστικές μαρτυρίες και η «ομολογία»

Με το πέρασμα των εβδομάδων, τα πέντε παιδιά οδηγήθηκαν να ομολογήσουν τον θανάσιμο τραυματισμό του Άλεξ. Ωστόσο, οι Αρχές δεν κατάφεραν να τα απομονώσουν από το οικογενειακό τους περιβάλλον, ούτε να τα προστατεύσουν από επιρροές. Γονείς και συγγενείς μπήκαν στη μέση, τα «καθοδήγησαν» και έτσι τρεις από τους πέντε ανήλικους ανακάλεσαν. Το κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται ξανά όταν μια γυναίκα, φίλη της οικογένειας των δύο Ελλήνων αδελφών, κατέθεσε ότι το βράδυ της εξαφάνισης άκουσε το μικρότερο από τα παιδιά να παραμιλάει: «Πέθανε το παιδί, πέθανε… Φωνάξτε τον παππού». Παρά το σοκ, η μητέρα και η γιαγιά που ήταν παρούσες δεν έδειξαν καμία ανησυχία. Ο παππούς, κηδεμόνας τότε των παιδιών, θεωρείται ότι ενημερώθηκε άμεσα και βοήθησε να κουκουλωθεί η υπόθεση.

Λίγο αργότερα, ο μικρός Βορειοηπειρώτης «έσπασε» και με τη βοήθεια της Νικολούλη περιέγραψε το χρονικό του θανάτου: ο Άλεξ τραυματίστηκε θανάσιμα έπειτα από έντονο τσακωμό με την παρέα κοντά στο Δημαρχείο. Οι ανήλικοι τον μετέφεραν σε εγκαταλελειμμένο σπίτι, τον άφησαν αβοήθητο μέσα στο χιόνι και δύο μέρες αργότερα, με ένα καρότσι, τον μετέφεραν στο ποτάμι της Μπαρμπούτας. Από εκεί και πέρα, κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τι απέγινε η σορός του παιδιού. Οι ενδείξεις δείχνουν ότι ενήλικοι του στενού περιβάλλοντος των δραστών ανέλαβαν να εξαφανίσουν το πτώμα.

Η δικαστική διαδρομή

Η υπόθεση οδήγησε τα πέντε παιδιά ενώπιον του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης. Κρίθηκαν ένοχα για θανατηφόρα σωματική βλάβη και περιύβριση νεκρού, με το Δικαστήριο να τους επιβάλλει αναμορφωτικά μέτρα, όπως προβλέπει ο νόμος για ανηλίκους. Το 2011 ο παππούς των δύο Ελλήνων αδελφών καταδικάστηκε σε 4 χρόνια και 6 μήνες φυλάκιση για υπόθαλψη εγκληματία και ψευδορκία, ενώ οι γονείς των ανηλίκων τιμωρήθηκαν με φυλάκιση 12 μηνών με αναστολή για παραμέληση εποπτείας. Μόνο η μητέρα του Ρουμάνου απαλλάχθηκε, καθώς είχε αναζητήσει έγκαιρα τη συνδρομή των Αρχών για την παραβατική συμπεριφορά του γιου της.

Το 2014, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας αναγνώρισε το βαρύ ψυχικό τραύμα της μητέρας του Άλεξ και της επιδίκασε αποζημίωση ύψους 150.000 ευρώ, επιβαρύνοντας γονείς και κηδεμόνες των πέντε παιδιών. Συνολικά, καταδικάστηκαν 11 από τους 13 εναγόμενους.

Ένα μυστήριο που δεν λύθηκε ποτέ

Παρά τις πολυετείς έρευνες, η σορός του Άλεξ δεν βρέθηκε ποτέ. Σενάρια υπήρξαν πολλά: κάποιοι μίλησαν για κύκλωμα παιδεραστίας, άλλοι για εμπορία οργάνων ή ακόμα και ότι το παιδί ζει κάπου μακριά. Όλες οι θεωρίες εξετάστηκαν και κατέρρευσαν, αφού καμία δεν επιβεβαιώθηκε. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ένα 11χρονο αγόρι χάθηκε βίαια, θύμα ενός τραγικού παιχνιδιού βίας από παιδιά της ηλικίας του, και η μητέρα του εξακολουθεί να αναζητά το άψυχο σώμα του για να το θρηνήσει.

Είκοσι χρόνια μετά, η υπόθεση του μικρού Άλεξ δεν είναι απλώς ένας φάκελος που παραμένει ανοιχτός. Είναι η πιο σκληρή υπενθύμιση ότι η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται πάντα, ότι η κοινωνία πλήρωσε με τον πιο οδυνηρό τρόπο το τίμημα της σιωπής, και ότι κάπου στη Βέροια, ανάμεσα σε δρόμους και μνήμες, υπάρχει ακόμα ένα αναπάντητο «γιατί».