Ιράν: Από την αποτυχία της εξέγερσης στη στρατιωτική πίεση- Το διακύβευμα μιας αμερικανικής επίθεσης
Στο Ιράν του Ιανουαρίου 2026, η σπίθα δεν έλειψε. Η οικονομική πίεση, ο θυμός για το κόστος ζωής και η αίσθηση ότι «το αύριο στενεύει» έβγαλαν κόσμο στους δρόμους. Όμως η εξέγερση που, για λίγες ημέρες, φάνηκε ικανή να μετατραπεί σε ανοιχτή κρίση, τελικά δεν έφτασε ποτέ στο σημείο καμπής. Και ακριβώς αυτή η «αποτυχία» –το ότι δεν δημιουργήθηκε μια συνθήκη παρατεταμένης παράλυσης ή ρήγματος στην κρατική μηχανή– είναι που κάνει σήμερα την εξίσωση πιο επικίνδυνη: καθώς η Ουάσιγκτον αυξάνει τη στρατιωτική της παρουσία στον Περσικό Κόλπο, επανέρχεται το ερώτημα αν η πίεση μετακινείται από το εσωτερικό πεδίο στο εξωτερικό – ακόμη και προς ένα σενάριο αμερικανικής επίθεσης.
Οι κινήσεις είναι πραγματικές, τα σήματα πολλαπλά και η περιοχή διαβάζει το «μήνυμα» πριν ακόμη γραφτεί το τελικό κεφάλαιο.
Η «στιγμή μηδέν» που δεν ήρθε
Το πρώτο στοιχείο που ξεχωρίζει στις ταραχές του Ιανουαρίου είναι ότι ξεκίνησαν με κοινωνικό-οικονομικό φορτίο, αλλά γρήγορα μετατράπηκαν σε πεδίο πολιτικής σύγκρουσης, όπου η εικόνα μετρά σχεδόν όσο και τα γεγονότα.
Διεθνή μέσα περιέγραψαν μια κλιμάκωση από καθαρά οικονομική διαμαρτυρία σε ευρύτερο αντικυβερνητικό κύμα.
Κι όμως, η «κρίσιμη μάζα» –το σημείο όπου μια διαμαρτυρία γίνεται διαρκής κρίση με διάρκεια, ενιαίο αφήγημα και οργανωτική συνοχή– δεν σχηματίστηκε.
Το καθεστώς, όπως αποτυπώνεται και σε αναφορές οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντέδρασε με ιδιαίτερα σκληρή καταστολή, στέλνοντας ένα μήνυμα κόστους σε όποιον σκέφτεται να επιμείνει.
Ο εξωτερικός «καθρέφτης» και το ρίσκο της υπερ-πολιτικοποίησης
Στην Ουάσιγκτον –και όχι μόνο– η εξέγερση αντιμετωπίστηκε ως πιθανή «ευκαιρία επιτάχυνσης». Ο Ντόναλντ Τραμπ απηύθυνε ανοιχτό κάλεσμα στους Ιρανούς διαδηλωτές να συνεχίσουν και να «πάρουν τους θεσμούς», συνοδεύοντάς το με τη φράση ότι «η βοήθεια έρχεται».
Είναι μια παρέμβαση που ξεπερνά την κλασική ρητορική «συμπαράστασης» και αγγίζει τη ζώνη του πολιτικού υποκινητισμού, με όλες τις προβλέψιμες συνέπειες: αυξάνει το καθεστωτικό αφήγημα περί ξένης ανάμειξης και δυσκολεύει την κοινωνική συσπείρωση γύρω από καθαρά εσωτερικά αιτήματα.
Παράλληλα, η Τουρκία προειδοποίησε δημόσια ότι μια ξένη παρέμβαση θα έφερνε μεγαλύτερη κρίση στο Ιράν και στην περιοχή, καλώντας σε διαπραγματεύσεις. Η Άγκυρα δεν είναι «ουδέτερος παρατηρητής» του Ιράν, αλλά ακριβώς γι’ αυτό η προειδοποίηση έχει βαρύτητα: όταν μια περιφερειακή δύναμη μιλά για κίνδυνο ντόμινο, συνήθως βλέπει ήδη το εύφλεκτο υλικό.
Γιατί δεν πέτυχε η εξέγερση; Τέσσερις πρακτικοί λόγοι
Πρώτον, η συνοχή του κρατικού μηχανισμού δεν έσπασε. Για να περάσει ένα κύμα διαμαρτυριών στο επόμενο επίπεδο χρειάζεται ρήγμα σε υπηρεσίες ασφαλείας, διοίκηση ή οικονομικούς πυλώνες. Δεν υπήρξε τέτοια ένδειξη.
Δεύτερον, δεν προέκυψε ενιαία ηγεσία/συντονισμός που να ενοποιεί αιτήματα, να συγκρατεί την εκτροπή και να μετατρέπει την οργή σε σταθερή πολιτική δύναμη. Σε μια χώρα μεγέθους και πολυπλοκότητας όπως το Ιράν, η διάχυση χωρίς κέντρο δίνει αρχικά ορμή, αλλά δυσκολεύει την αντοχή.
Τρίτον, ο φόβος της αποσταθεροποίησης λειτούργησε ως «φρένο» για σημαντικό μέρος της κοινωνίας. Ακόμη κι όσοι διαφωνούν βαθιά, δεν ταυτίζονται εύκολα με προοπτικές που θυμίζουν εμφύλια τροχιά ή περιφερειακή ανάφλεξη – ειδικά όταν η περιοχή είναι γεμάτη παραδείγματα κρατικής κατάρρευσης.
Τέταρτον, το πέρασμα μέρους του κινήματος σε σκηνές βίας/βανδαλισμών (όπου και αν οφείλεται) λειτούργησε διχαστικά: αφαιρεί «ηθικό πλεονέκτημα», δίνει στο κράτος νομιμοποιητικό άλλοθι για σκληρότερη καταστολή και επιτρέπει στο καθεστωτικό αφήγημα να βαφτίσει τα πάντα «απειλή». (Εδώ χρειάζεται προσοχή: άλλο η κατανόηση του μηχανισμού και άλλο η γενίκευση.)
Ο Κόλπος «γεμίζει»: η στρατιωτική πίεση ως επόμενο εργαλείο
Την ώρα που το εσωτερικό μέτωπο δεν έδωσε την «κατάρρευση» που κάποιοι προεξοφλούσαν, οι ΗΠΑ μετέφεραν το κέντρο βάρους στην αποτροπή με ισχύ. Αμερικανική ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρου και συνοδευτικά πλοία κατευθύνθηκαν/εισήλθαν στην περιοχή ευθύνης της Κεντρικής Διοίκησης, αυξάνοντας τις δυνατότητες της Ουάσιγκτον «για άμυνα ή και για πιθανή στρατιωτική δράση», όπως περιγράφηκε.
Το κρίσιμο εδώ δεν είναι μόνο η μετακίνηση καθαυτή, αλλά το σήμα: όταν η Ουάσιγκτον ανεβάζει ναυτικό και αεροπορικό αποτύπωμα, δημιουργεί πραγματική δυνατότητα επιλογών – από επίδειξη ισχύος και «κλείδωμα» στόχων μέχρι περιορισμένα πλήγματα.
Και καθώς η ρητορική κλιμακώνεται, η Τεχεράνη απαντά επίσης με απειλές για πρωτοφανή αντίδραση σε περίπτωση επίθεσης.
Επίθεση στο Ιράν; Το σενάριο που γίνεται πιο «ορατό», όχι αναπόφευκτο
Μια αμερικανική επίθεση δεν είναι δεδομένη – και η ιστορία στη Μέση Ανατολή διδάσκει ότι τα «σενάρια» συχνά χρησιμοποιούνται ως εργαλείο πίεσης χωρίς να υλοποιούνται.
Όμως η συνύπαρξη τριών παραγόντων την κάνει πιο ορατή: εσωτερική αναταραχή που δεν οδήγησε σε αλλαγή, δημόσιες παρεμβάσεις που φλερτάρουν με αλλαγή καθεστώτος και στρατιωτική συγκέντρωση στον Κόλπο που μειώνει τον χρόνο απόφασης.
Το πραγματικό διακύβευμα, λοιπόν, είναι αν η αποτυχία της εξέγερσης οδηγεί σε μια πιο επικίνδυνη «μετάφραση» της πίεσης: από το κοινωνικό στο στρατιωτικό.
Και αν συμβεί αυτό, το κόστος δεν θα το πληρώσει μόνο το Ιράν. Θα το πληρώσει ολόκληρη η περιοχή, σε μια στιγμή που αρκεί μια σπίθα για να γίνει ο Περσικός Κόλπος ξανά το κέντρο μιας σύγκρουσης με παγκόσμια ουρά.