Μητέρα δέκα παιδιών κρατούσε γυναίκα φυλακισμένη στο σπίτι της για 25 χρόνια – Πώς αποκαλύφθηκε η φρίκη

 Μητέρα δέκα παιδιών κρατούσε γυναίκα φυλακισμένη στο σπίτι της για 25 χρόνια – Πώς αποκαλύφθηκε η φρίκη

Μια υπόθεση που μοιάζει βγαλμένη από άλλη εποχή και όμως εξελίχθηκε στη σύγχρονη Αγγλία, οδηγεί μια μητέρα δέκα παιδιών από το Tewkesbury, Gloucestershire, αντιμέτωπη με βέβαιη φυλάκιση για μακροχρόνια κακοποίηση και εκμετάλλευση γυναίκας, την οποία – σύμφωνα με το κατηγορητήριο – κρατούσε σε καθεστώς οικιακής δουλείας επί 25 χρόνια.

Η Αμάντα Γουίξον, 56 ετών, είχε δεχτεί το θύμα στο σπίτι της το 1996, όταν η κοπέλα ήταν ακόμη μαθήτρια, υποτίθεται για ένα Σαββατοκύριακο. Ωστόσο, σύμφωνα με τη δικογραφία, η «φιλοξενία» μετατράπηκε σε αιχμαλωσία που συνεχίστηκε έως το 2021, όταν η γυναίκα κατάφερε να χρησιμοποιήσει ένα κινητό τηλέφωνο που είχε κρύψει, για να ζητήσει βοήθεια.

Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στη διεύθυνση της Γουίξον, εντόπισαν το θύμα, πλέον περίπου 40 ετών, μελανιασμένο και χωρίς δόντια, να κοιμάται σε ένα υγρό, μουχλιασμένο υπνοδωμάτιο που περιγράφηκε ως χώρος που έμοιαζε με κελί. Οι κάμερες σώματος των αστυνομικών κατέγραψαν εικόνες μιας γυναίκας αδύνατης, άπλυτης, φοβισμένης και εξαντλημένης. Η ίδια τους είπε ότι είχε να κάνει μπάνιο περίπου έναν χρόνο.

Η Γουίξον, η οποία – σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν – ήταν εθισμένη στα τυχερά παιχνίδια, καταδικάστηκε για πολλαπλά αδικήματα: παράνομη φυλάκιση, εξαναγκασμό σε καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία και επιθέσεις που προκάλεσαν σωματική βλάβη. Ο δικαστής Ίαν Λόρι Κέι Σι την άφησε προσωρινά ελεύθερη με εγγύηση μέχρι την ακρόαση για την ποινή τον Μάρτιο, ωστόσο της ξεκαθάρισε ότι η φυλάκιση είναι βέβαιη. Συνοψίζοντας την υπόθεση, είπε ότι η περιγραφή της εισαγγελικής δικογραφίας για τη μακροχρόνια οικιακή δουλεία είχε «σχεδόν ντικενσιανή χροιά».

Κατά τη διάρκεια της δίκης που κράτησε δύο εβδομάδες, ο εισαγγελέας Σάμιουελ Τζόουνς χαρακτήρισε το θύμα ιδιαίτερα ευάλωτη γυναίκα, η οποία ουσιαστικά είχε «εξαφανιστεί» από την κοινωνία. Το δικαστήριο άκουσε ότι η κατηγορούμενη την ήλεγχε αυστηρότατα, της επέτρεπε σπάνια να βγαίνει από το σπίτι, την υποχρέωνε να ζητάει φαγητό, της στερούσε τη δυνατότητα να πλένεται αλλά και την πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη και την ανάγκαζε να καθαρίζει το σπίτι γονατιστή. Το θύμα κατέθεσε ότι φρόντιζε τα παιδιά της κατηγορούμενης και δεχόταν συχνά επιθέσεις, ενώ στο δικαστήριο ειπώθηκε ότι η γυναίκα είχε μεγαλώσει σε δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον και ότι η Γουίξον παρενέβη, υποτίθεται, για να τη βοηθήσει.

Μεγάλο μέρος των όσων καταγγέλθηκαν συνέβη σε ακίνητο που ανήκε σε στεγαστικό σύλλογο στην περιοχή του Τιούκσμπερι, όπου η Γουίξον εξακολουθεί να ζει. Το θύμα περιέγραψε επανειλημμένα περιστατικά βίας: γροθιές, κλοτσιές, σπρώξιμο από σκάλες, χτυπημάτων με σκουπόξυλο, εξαναγκασμό να κόψει τα μαλλιά της και απόπειρες στραγγαλισμού, ενώ υποστήριξε ότι τα υπόλοιπα παιδιά στο σπίτι δεν έκαναν αντίστοιχες δουλειές.

Ο εισαγγελέας ανέφερε στους ενόρκους ότι την κρατούσαν μέσα και την εμπόδιζαν να φύγει, ότι δεχόταν συχνά ξυλοδαρμούς και ότι την ανάγκασαν να εργάζεται υπό την απειλή βίας, ενώ της αρνούνταν επί χρόνια ακόμη και βασικά πράγματα, όπως τροφή και δυνατότητα υγιεινής. Οι ένορκοι άκουσαν επίσης ότι δεν υπήρχαν ιατρικά ή οδοντιατρικά αρχεία για τη γυναίκα ως ενήλικη και ότι δεν είχε επισκεφθεί γιατρό επί δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με την εισαγγελία, η απουσία οποιασδήποτε επαφής με νοσοκομείο, γιατρό, οδοντίατρο ή κοινωνικές υπηρεσίες επί είκοσι χρόνια αποτελούσε ισχυρή ένδειξη ότι δεν της επιτρεπόταν να απομακρυνθεί από το σπίτι.

Μάρτυρες ανέφεραν ότι μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990 το θύμα είχε «εξαφανιστεί από προσώπου γης», χωρίς καμία επαφή με τον «έξω κόσμο». Γείτονες περιέγραψαν την Γουίξον ως γυναίκα που είχε εμμονή με τον έλεγχο, ενώ ένας από αυτούς είπε ότι όταν μετακόμισε πριν από είκοσι χρόνια έβλεπε το θύμα στον κήπο να απλώνει ρούχα ή να ασχολείται με φυτά, όμως στη συνέχεια εξαφανίστηκε και νόμιζε ότι είχε φύγει από τη γειτονιά, χωρίς να φαντάζεται ότι παρέμενε στο ίδιο σπίτι.

Στο δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης ότι η αστυνομία αξιοποίησε φωνητικά μηνύματα που είχε στείλει το θύμα σε ένα από τα παιδιά της κατηγορούμενης, στα οποία ακουγόταν τρομοκρατημένη και έλεγε πως δεν ένιωθε ασφαλής. Κάποιοι γείτονες ισχυρίστηκαν ότι είχαν δει το θύμα να ταπεινώνεται και να κακοποιείται στον κήπο, άλλοι ότι για μεγάλα διαστήματα δεν την έβλεπαν καθόλου, και όταν εμφανιζόταν, συχνά καθόταν μόνη της σε παράθυρο και χαιρετούσε.

Μετά την απομάκρυνσή της από το σπίτι, όπως ειπώθηκε, η γυναίκα υπέφερε από αγχώδες μετατραυματικό στρες και εφιάλτες. Γιατρός που την εξέτασε διαπίστωσε χοντρούς κάλους στους αστραγάλους, τους οποίους η ίδια απέδωσε στο πολύωρο καθάρισμα στα γόνατα, ενώ οδοντίατρος είπε ότι πιθανότατα υπέφερε από αφόρητους πόνους λόγω της κατάστασης των δοντιών της.

Η υπεράσπιση απέρριψε τους ισχυρισμούς περί συστηματικής κακοποίησης και υποστήριξε ότι η αφήγηση του θύματος ήταν υπερβολική και ασυνεπής. Ο δικηγόρος της Γουίξον είπε στους ενόρκους ότι η υπόθεση της εισαγγελίας ήταν «ιστορία φαντασίας και ψεμάτων», τονίζοντας ότι το θύμα ήταν εξαιρετικά ευάλωτο και επιρρεπές στο να επαναλαμβάνει όσα της έχουν ειπωθεί. Επιπλέον, υποστήριξε ότι το υπνοδωμάτιο που περιγράφηκε ως «κελί» δεν διέφερε ιδιαίτερα από τα άλλα δωμάτια του σπιτιού, ενώ ανέφερε ότι η γυναίκα ήταν εγγεγραμμένη στους εκλογικούς καταλόγους και ότι το γραφείο επιδομάτων γνώριζε πως διέμενε εκεί. Στο δικαστήριο έγινε επίσης λόγος για κάποιες ενδείξεις ότι της είχε επιτραπεί να πάει σε εκδρομές στην παραλία.

Η Γουίξον, δύο φορές παντρεμένη, αρνήθηκε κάθε κακοποίηση, παραδεχόμενη μόνο ότι το νοικοκυριό της ήταν χαοτικό και η υγιεινή του σπιτιού κάκιστη. Υποστήριξε ότι εκείνη μαγείρευε, ότι δεν εμπόδιζε το θύμα να μετακινηθεί ή να πάει οπουδήποτε και ότι δεν υπήρχε καμία προσπάθεια ελέγχου ή στέρησης φαγητού. Παραδέχτηκε ότι η υγιεινή της γυναίκας ήταν κακή, αλλά είπε πως της είχε πει να πλυθεί και ότι δεν μπορούσε να την αναγκάσει. Έγινε ακόμη γνωστό ότι ένα από τα δέκα παιδιά της αυτοκτόνησε πριν από δύο χρόνια.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Ντέιλι Μέιλ, η Γουίξον κρίθηκε ένοχη για δύο κατηγορίες εξαναγκασμού σε καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία, μία κατηγορία παράνομης φυλάκισης και τρεις κατηγορίες επίθεσης που προκάλεσαν σωματική βλάβη, ενώ αθωώθηκε για μία ακόμη αντίστοιχη κατηγορία. Η ίδια δεν έδειξε μεταμέλεια καθώς αποχώρησε από το δικαστήριο συνοδευόμενη από μέλη της οικογένειάς της και όταν ρωτήθηκε αν θέλει να ζητήσει συγγνώμη από το θύμα, απάντησε: «Γιατί να ζητήσω συγγνώμη για κάτι που δεν έκανα ποτέ;».