Ευρωπαϊκή Ένωση: Από το πολυμερές εμπορικό σύστημα στην παγίδα των συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών (MERCOSUR)

Ευρωπαϊκή Ένωση: Από το πολυμερές εμπορικό σύστημα στην παγίδα των συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών (MERCOSUR)

Ιστορικά  η  απελευθέρωση  του  εμπορίου  στην  Ευρωπαϊκή  Ένωση  συναντάται  στην ιδρυτική  Συνθήκη  της  Ρώμης  το  1957   με  την  έννοια   της   θεώρησης  ότι  το  άνοιγμα  των  αγορών  θα  αποτελούσε βασικό  στόχο  της  αντιμετώπισης  των  διακρατικών  αντιπαραθέσεων,   της  προώθησης  της  αλληλεξάρτησης  των  οικονομιών  και  των  συνθηκών  ανάπτυξης  διαμέσου  των  οικονομιών  κλίμακας  για  τις  επιχειρήσεις  και  της  προσφοράς  στους  καταναλωτές  ενός  διευρυνόμενου  φάσματος  προϊόντων  με  ανταγωνιστικές  τιμές  και  με  υψηλού  επιπέδου διατροφική  ασφάλεια.

Των Σάββα  Γ.Ρομπόλη, Βασίλειου  Γ.  Μπέτση*

Παράλληλα  από  την  δεκαετία  του  1990  η  απελευθέρωση  του  εμπορίου  προωθήθηκε  ως  μέσο  διεθνούς  συνεργασίας  και  ανάπτυξης, η  οποία  ως  ιδέα  αποτυπώνεται  στο  προοίμιο  της  Συμφωνίας  του  Μαρακές (1994)  για την  ίδρυση  του  Παγκόσμιου  Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ).

Όμως μετά  την   αποτυχία  των  διαπραγματεύσεων  του  Γύρου  της  Ντόχα  στον  ΠΟΕ  οι  οποίες  δεν  καρποφόρησαν,  η  απελευθέρωση  του  εμπορίου  συνεχίστηκε  ουσιαστικά  μέσω  διμερών  εμπορικών  συμφωνιών (Stephanie Kpenou- Mathilde  Dupre, Alternatives Economiques, 9/1/2026).  Στο  περιβάλλον  αυτό  η  Ευρωπαϊκή  Ένωση  από  το  2006  και  μετά  επέλεξε  τις  λεγόμενες  διμερείς  συμφωνίες  ελεύθερων  συναλλαγών «νέας  γενιάς»,  οι  οποίες  περιλαμβάνουν  όχι  μόνο  τη  μείωση  των  τελωνιακών  δασμών  αλλά  και  περιορισμούς  στην  κανονιστική  εξουσία  των  κρατών  αναφορικά  με  τις επενδύσεις,  τις υπηρεσίες  και  τις  δημόσιες  συμβάσεις (St.Kpenou-M.Durpe, 9/1/2026).

Tούτων  δοθέντων  η  απομάκρυνση της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης  από  το  πολυμερές εμπορικό  σύστημα  και  η  επιλογή  της  σε  συμφωνίες  ελεύθερων  συναλλαγών (π.χ. Mercosur, κ.ά.)  σηματοδοτεί  την  εμπορική  της  μετάβαση  από  τους  κανόνες  της  παγκόσμιας  συμφωνίας  σε  συμφωνίες   με  συγκεκριμένες  χώρες  ή  με  ομάδες  χωρών  με  στόχο,  μεταξύ  άλλων,  την  ευκολότερη   πρόσβαση  στις  αγορές  τους  των  ανταγωνιστικών της  προϊόντων (π.χ. βιομηχανικά  προϊόντα),  μείωση  των  δασμών,  επανένταξη  της  στον  παγκόσμιο  εμπορικό  συσχετισμό  δυνάμεων  στον  οποίο  υστερούσε  τα  τελευταία  αρκετά  χρόνια, κ.λ.π.  

Πιο  συγκεκριμένα  στο  περιβάλλον  αυτό,  η  αξιολόγηση  της  συγκεκριμένης  συμφωνίας   Mercosur  από    την  Ευρωπαϊκή  Ένωση  είναι  αρκετά  μονομερής   με την  έννοια  ότι   δεν  αναδεικνύει   ότι η  επιλογή  της  αυτή   πλοηγούμενη   σε   αχαρτογράφητες  συνθήκες   θα επιφέρει  σοβαρές  οικονομικές,    κοινωνικές  και  διατροφικές   συνέπειες  σε τομείς  οικονομικής  δραστηριότητας (π.χ.  πρωτογενής  τομέας)  της  ευρωπαϊκής  οικονομίας, όπου  το  κόστος  παραγωγής, οι  συνθήκες  και  οι  αμοιβές  εργασίας   καθώς  και   οι  κανόνες  ασφαλείας  των  ενδιάμεσων  και  των  τελικών  προϊόντων   είναι  συγκριτικά  αυξημένες  και  αυστηροί  προκειμένου να  εξασφαλίζουν  υψηλό  επίπεδο διατροφικής  ασφάλειας. 

Αντίθετα  η Ευρωπαϊκή  Ένωση επισημαίνει  την  κατάργηση  των  δασμών (4  δις  ευρώ από  τις  εξαγωγές  της)  σε  αρκετά  ευρωπαϊκά  προϊόντα (αυτοκίνητα, μηχανήματα, χημικά  και  φαρμακευτικά  προϊόντα)  τα  οποία πριν  από  την συμφωνία  υπόκεινταν  από  την  Νότια  Αμερική  σε  δασμούς (15%-30%). Όμως,   στις  πραγματικές  αγροτο-παραγωγικές  ευρωπαϊκές    συνθήκες  η  συμφωνία  Mercosur  θα  πιέζει,  σε  περιβάλλον  αθέμιτου  ανταγωνισμού, τις  τιμές  των  ευρωπαϊκών  προϊόντων,  κυρίως,  του  πρωτογενούς  τομέα,  σε  βαθμό  που  θα  καταστήσουν  την  παραγωγή  τους  ασύμφορη,  τον  πρωτογενή  τομέα  στην  Ευρώπη  σταδιακά  συρρικνούμενο  και  την  διατροφική  ασφάλεια  των  αγροτικών  προϊόντων  στην  Ευρώπη  επισφαλή.   

Από  την  άποψη  αυτή   η  συμφωνία  Mercosur, κατά  τον  Stefan  Ambec (2026),  αντιπροσωπεύει, μεταξύ  άλλων,  μία  « χαμένη  ευκαιρία»  επειδή  δεν  σημειώνει  καμία  πρόοδο  σε ό,τι  αφορά  την  εξαγωγή  ευρωπαϊκών  προτύπων,  με  αποτέλεσμα,  κατά τα επόμενα  χρόνια,  να  συντελεστεί  η  αποδυτικοποίηση   της  διατροφικής  παραγωγής  και  ασφάλειας  των  καταναλωτών    στην  Ευρώπη. Η  παρατήρηση  αυτή  σημαίνει  ότι    η  συμφωνία   Mercosur  δεν  μπορεί  να θεωρηθεί, όπως  υποστηρίζει  η Ευρωπαϊκή  Επιτροπή,  μία  συμφωνία  ελεύθερων  συναλλαγών  «νέας  γενιάς»  αλλά μία  συμφωνία  που  συμβολίζει  ένα  οπισθοδρομικό  και  ξεπερασμένο  ευρωπαϊκό  όραμα (Ivan  Logvenoff, Alternatives Economiques, 16/1/2026). 

Πέραν  όμως  των  προαναφερόμενων  προβλημάτων  και  συνεπειών  που  θα  επιφέρει  η  συμφωνία   Mercosur  στην  ευρωπαϊκή  οικονομία  είναι  ενδιαφέρον  να  σημειωθεί  ότι  η  Ευρωπαϊκή  Επιτροπή  εκτιμά  ότι  η  συγκεκριμένη  συμφωνία  θα  συμβάλει  σε  μία  μικρή,  κατά την  γνώμη  μας,  αύξηση  του  ΑΕΠ    κατά   0,06%  ετησίως   στην Ε.Ε.-27.  Τούτων  δοθέντων,  μετά από  27  χρόνια  διαπραγματεύσεων  η  συμφωνία  ελεύθερων  συναλλαγών  Mercosur  μεταξύ της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης  και  τεσσάρων  κρατών  της  Νότιας  Αμερικής (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη)   υιοθετήθηκε (9/1/2026) με  ειδική  πλειοψηφία (15  από τα  27 κράτη-μέλη με  πληθυσμό  τουλάχιστον  65% της  Ε.Ε.-27)  από  τους  πρεσβευτές  τους  και  υπογράφηκε  στις  17/1/2026  στην  Παραγουάη.  Σε  επίπεδο  Ε.Ε.-27  η   συγκεκριμένη  συμφωνία  που  συγκροτεί  μία  Ένωση( σε  Ευρώπη  και  Λατινική  Αμερική)  δύο  τελωνιακών  ενώσεων  συνολικού  πληθυσμού  700  εκατομ. ατόμων,    καταψηφίσθηκε, κατά  βάση,  για  λόγους  προστασίας  του  πρωτογενή  τομέα  και  της  διατροφικής  ασφάλειας  των  καταναλωτών,  από  την  Γαλλία, Αυστρία, Πολωνία, Ουγγαρία, Ιρλανδία  και  με την αποχή  από την ψηφοφορία  του  Βελγίου.

Πράγματι,  από  τα  στατιστικά  στοιχεία   της  Eurostat  και  της  ΕΛΣΤΑΤ  προκύπτει  ότι  το  σημαντικότερο  τμήμα  των εμπορικών  συναλλαγών  Ε.Ε.-27  και  των  χωρών  της  συμφωνίας   Μercosur  αφορά  εισαγωγές   αγροτικών  προϊόντων  στην  Ευρώπη  από  τις  συγκεκριμένες  χώρες  της  Νότιας  Αμερικής,  γεγονός που  εξηγεί   την  καταψήφιση  της  συγκεκριμένης  συμφωνίας  από  τις  προαναφερόμενες  ευρωπαϊκές  χώρες. Ειδικότερα, από  την  συνολική  αξία (111 δις  ευρώ) των  εμπορικών  συναλλαγών  Ε.Ε.-27  και  των  χωρών  της  συμφωνίας  Mercosur (2024),    η  Ευρωπαϊκή  Ένωση  εισήγαγε  από τις  συγκεκριμένες  χώρες  της  Νότιας  Αμερικής  προϊόντα  αξίας  57  δις  ευρώ  από  τα  οποία  το  43%  ήταν  αγροτικά  προϊόντα (τρόφιμα-ποτά)  και  το  31%  ήταν  ορυκτά  και  εξήγαγε  στις  χώρες  της  συμφωνίας  Μercosur   προϊόντα  αξίας  54  δις  ευρώ  από  τα  οποία  το  28%  ήταν  μηχανήματα, το  25%  ήταν  χημικά  προϊόντα,  φάρμακα  και ένα  ποσοστό  επιπλέον  ήταν  αυτοκίνητα (Α.Τασούλα, Voria.gr,10/1/2026), κατά  βάση,  από  τις  βιομηχανικές  χώρες  της  Ευρώπης (π.χ.  Γερμανία, κ.λ.π.). Τούτων  δοθέντων,  μετά την υπογραφή (17/1/2026)  της  συμφωνίας Μercosur,  η  υλοποίηση   ή  όχι  της  συμφωνίας  θα  εξαρτηθεί  από το αποτέλεσμα  της  ψηφοφορίας του  Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου. 

Στην   πορεία   αυτή   της   προσωρινής  συμφωνίας  προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  παρατηρούνται  έντονες  αντιδράσεις  και  κινητοποιήσεις, κατά  βάση,  των  απασχολούμενων  στον  πρωτογενή  τομέα  στα κράτη-μέλη  της Ε.Ε. 27 (Ελλάδα, Γαλλία, Βέλγιο, κ.λ.π.), θεωρώντας   ότι  η  υλοποίηση  της  συγκεκριμένης   συμφωνίας  όχι  μόνο  δεν  είναι  αναγκαία,  όπως  υποστηρίζεται  από  την  Ευρωπαϊκή Επιτροπή  για την ενίσχυση  της  ανταγωνιστικής  ικανότητας  της  Ε.Ε.-27  απέναντι  στις ΗΠΑ  και  την  Κίνα  στην  Nότια  Αμερική,  αλλά  θα  αποτελέσει  στρατηγική  απειλή  για  τον  πρωτογενή  τομέα,  την  διατροφική  αυτάρκεια  κρατών-μελών  και  την  ευρωπαϊκή  οικονομία.

*Ομότ. Καθηγητής  Παντείου  Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου  Πανεπιστημίου