Επιφανειακή ηρεμία στην Τεχεράνη – Γιατί χαμήλωσε τους τόνους ο Τραμπ

 Επιφανειακή ηρεμία στην Τεχεράνη – Γιατί χαμήλωσε τους τόνους ο Τραμπ

Παρά τους υψηλούς τόνους και από τις δύο πλευρές φαίνεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφεύγουν προς το παρόν να περάσουν από τις απειλές στην πράξη και μια στρατιωτική επίθεση απομακρύνεται σαν σενάριο τα επόμενα 24ωρα.

Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά έναν συνδυασμό πολιτικών, στρατιωτικών και γεωστρατηγικών υπολογισμών, καθώς μια άμεση σύγκρουση με την Τεχεράνη θα μπορούσε να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου σε μια ήδη αποσταθεροποιημένη Μέση Ανατολή.

Στο εσωτερικό του Ιράν, η κυβέρνηση έχει καταφέρει να επιβάλει μια επιφανειακή ηρεμία, έπειτα από εβδομάδες αιματηρών διαδηλώσεων. Οι δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν με πρωτοφανή βία, αφήνοντας πίσω τους χιλιάδες νεκρούς και δεκάδες χιλιάδες συλλήψεις. Με το Διαδίκτυο μπλοκαρισμένο και τις επικοινωνίες σε μεγάλο βαθμό εκτός λειτουργίας, το καθεστώς επιχειρεί να ελέγξει την κατάσταση και να περιορίσει τη σοβαρότερη κοινωνική έκρηξη που έχει αντιμετωπίσει από το 1979.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να χαμηλώνει τους τόνους. Δηλώσεις του περί παύσης των επιχειρήσεων και αποφυγής μαζικών εκτελέσεων υποδηλώνουν μια μετατόπιση της αμερικανικής στάσης, μετά από ημέρες έντονης ρητορικής και αμφίσημων μηνυμάτων προς τους Ιρανούς πολίτες. Αν και η Ουάσινγκτον δεν αποκλείει κανένα ενδεχόμενο, δείχνει να απομακρύνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, από τη στρατιωτική επιλογή.

Αναλυτές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι η σιωπή στους δρόμους δεν ισοδυναμεί με σταθερότητα. Η κοινωνική και οικονομική πίεση παραμένει έντονη και η καταστολή, όσο βίαιη κι αν είναι, δεν μπορεί να εξαλείψει τα βαθύτερα αίτια της κρίσης. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, το καθεστώς επέλεξε τη δύναμη για να κερδίσει χρόνο, όχι για να λύσει το πρόβλημα.

Με όπλο την οικονομική κατάρρευση

Αντί για βόμβες και στρατεύματα, η αμερικανική στρατηγική φαίνεται να επικεντρώνεται στην οικονομική ασφυξία. Νέες κυρώσεις στοχεύουν πρόσωπα-κλειδιά του ιρανικού μηχανισμού ασφαλείας και πολιτικούς αξιωματούχους, με στόχο να αυξηθεί το κόστος της καταστολής για την ηγεσία της χώρας. Παράλληλα, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να χτυπήσουν τα οικονομικά δίκτυα που στηρίζουν το καθεστώς, περιορίζοντας τη ροή κεφαλαίων από το πετρέλαιο και τα πετροχημικά.

Το μήνυμα της Ουάσινγκτον είναι διπλό: από τη μία, μηδενική ανοχή στη βία και στο ξέπλυμα χρήματος· από την άλλη, ένα έμμεσο άνοιγμα προς αποκλιμάκωση, εφόσον υπάρξει αλλαγή στάσης από την Τεχεράνη. Σε μια περιοχή όπου κάθε κίνηση μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, η επιλογή της πίεσης αντί της σύγκρουσης μοιάζει, προς το παρόν, με τη λιγότερο επικίνδυνη διαδρομή.

Την ίδια στιγμή, οι στρατιωτικές επιλογές των ΗΠΑ δεν είναι απεριόριστες. Ο Τραμπ είχε διατάξει το φθινόπωρο σημαντική μεταφορά ναυτικών δυνάμεων στην Καραϊβική, στο πλαίσιο της πίεσης προς τον πρώην -πλέον- ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα περισσότερα αμερικανικά πολεμικά πλοία βρίσκονται στην Καραϊβική απ’ ό,τι στη Μέση Ανατολή.

Η απουσία ομάδας κρούσης αεροπλανοφόρου από τη Μέση Ανατολή -μετά τη μετακίνηση του USS Gerald R. Ford- περιορίζει τη δυνατότητα άμεσης και μαζικής στρατιωτικής αντίδρασης. Αν και οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν το Ιράν με πυραύλους Tomahawk, μαχητικά από βάσεις συμμάχων ή βομβαρδιστικά μεγάλου βεληνεκούς από το αμερικανικό έδαφος, μια τέτοια επιχείρηση θα είχε αυξημένο επιχειρησιακό ρίσκο και μεγαλύτερη πιθανότητα κλιμάκωσης.

Aμερικανοί αξιωματούχοι τονίζουν ότι το ζήτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να χτυπήσουν, αλλά πώς και με ποιες συνέπειες. Χωρίς μόνιμη και ισχυρή ναυτική παρουσία, η προστασία αμερικανικών δυνάμεων και βάσεων στην περιοχή γίνεται πιο σύνθετη, ιδίως σε περίπτωση ιρανικών αντιποίνων.

Σχετικά Άρθρα