Ανάλυση: Που στοχεύουν οι αμερικανικοί δασμοί 25% στις εμπορικές συναλλαγές του Ιράν-“Τρίζει” η παγκόσμια ισορροπία
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν μπαίνει σε νέα, πιο επικίνδυνη φάση, καθώς η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συνδυάσει οικονομική ασφυξία, διπλωματική πίεση και –τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής– τη σκιά της στρατιωτικής επιλογής. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι επιβάλλονται δασμοί 25% «σε όλες τις εμπορικές συναλλαγές» με οποιαδήποτε χώρα συνεχίζει να έχει εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη, με ισχύ «από τώρα». Πρόκειται για ένα μέτρο που, εάν εφαρμοστεί στην πράξη με αυστηρότητα, δεν στοχεύει μόνο το Ιράν αλλά και τους εμπορικούς εταίρους του, ανοίγοντας μέτωπο με τρίτες χώρες και δημιουργώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στις παγκόσμιες ροές εμπορίου και ενέργειας.
Την ίδια ώρα, αμερικανικές διαρροές και δηλώσεις από τον Λευκό Οίκο τροφοδοτούν σενάρια για πιθανό στρατιωτικό πλήγμα – με το πετρέλαιο, τις θαλάσσιες μεταφορές και την οικονομική σταθερότητα να μπαίνουν στην πρώτη γραμμή του κινδύνου.
Η λογική πίσω από την ανακοίνωση Τραμπ είναι ξεκάθαρη: η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αυξήσει το κόστος συναλλαγών με την Τεχεράνη για κάθε τρίτο κράτος, δημιουργώντας ένα πλαίσιο δευτερογενών κυρώσεων που μετατρέπεται σε ευρύτερο εμπορικό εκβιασμό.
Ενώ το Ιράν αποτελεί τον άμεσο στόχο, οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ καλούνται πρακτικά να επιλέξουν στρατόπεδο. Γι’ αυτό και το μέτρο αναμένεται να προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις, καθώς αγγίζει την καρδιά της παγκοσμιοποιημένης αλυσίδας αξίας: από την ασφάλιση φορτίων και τη χρηματοδότηση συναλλαγών μέχρι τη ναυτιλία και την ενέργεια.
- Παράλληλα, το κλίμα επιβαρύνεται από πληροφορίες που αποδίδονται σε Αμερικανούς αξιωματούχους, σύμφωνα με τις οποίες ο Ντόναλντ Τραμπ «κλίνει» προς την επιλογή ενός πλήγματος κατά του Ιράν, αν και –όπως σημειώνεται– ενδέχεται να αναθεωρήσει ανάλογα με τις εξελίξεις «επί του πεδίου» στο εσωτερικό της χώρας και τις συζητήσεις με συμβούλους του.
Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζεται ως πιθανό σενάριο μια «πρώτη επίθεση» που θα ακολουθηθεί από άνοιγμα διαύλου για σοβαρές διαπραγματεύσεις γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης – μια προσέγγιση «σοκ και διαπραγμάτευση», η οποία όμως εμπεριέχει υψηλό ρίσκο κλιμάκωσης και ανεξέλεγκτων αντιποίνων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά ο ρόλος της αμερικανικής ηγεσίας στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο αντιπρόεδρος Τζέι-Ντι Βανς πιέζει υπέρ της διπλωματίας πριν από οποιαδήποτε επίθεση, χωρίς ωστόσο να αποκλείει το στρατιωτικό ενδεχόμενο, το οποίο –κατά την ίδια γραμμή– παρουσιάζεται ως απάντηση σε άμεση απειλή.
- Την ίδια στιγμή, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι δηλώνουν σκεπτικοί για τις πραγματικές προθέσεις της Τεχεράνης, υποστηρίζοντας ότι η ιρανική ηγεσία μπορεί να επιδιώκει «αγορά χρόνου» ώστε να αποφύγει πλήγματα, ενώ διατηρεί την εσωτερική της νομιμοποίηση εν μέσω κοινωνικής έντασης.
Τη ρητορική αυτή ενίσχυσε και η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ, η οποία δήλωσε ότι ο πρόεδρος δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει ισχύ «αν χρειαστεί», αν και «προτιμά» τη διπλωματική οδό. Υποστήριξε επίσης ότι το Ιράν εκπέμπει «εντελώς διαφορετικά» μηνύματα ιδιωτικά από ό,τι δημόσια, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπάρχουν παρασκηνιακές επαφές ή σήματα προς την Ουάσιγκτον. Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να είπε ότι εξετάζει «πολύ ισχυρές επιλογές» και ότι θα ληφθεί απόφαση, συνδέοντας το πλαίσιο και με τις εξελίξεις στο εσωτερικό του Ιράν.
Η οικονομική διάσταση αυτής της έντασης συγκεντρώνεται στο πιο ευαίσθητο πεδίο: τις τιμές πετρελαίου. Ο ειδικός στις αγορές πετρελαίου Μοχάμεντ αλ-Σάτι εκτιμά ότι οποιαδήποτε στρατιωτική κλιμάκωση ανάμεσα σε Ιράν και ΗΠΑ ή/και Ισραήλ προσθέτει άμεσα «ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου» στις τιμές, οδηγώντας σε απότομη άνοδο στο πρώτο στάδιο. Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνει ότι το Ιράν εξάγει περίπου 2 εκατ. βαρέλια/ημέρα, ενώ η παραγωγή του κινείται γύρω στα 3,2 εκατ. βαρέλια/ημέρα. Με δεδομένο ότι το Ιράν είναι από τους σημαντικούς παραγωγούς του ΟΠΕΚ, η αγορά παρακολουθεί όχι μόνο τις ροές, αλλά και το ενδεχόμενο διαταραχών στη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια των διαδρομών.
- Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα στοιχεία της εταιρείας ναυτιλιακών δεδομένων Κέπλερ, σύμφωνα με τα οποία το Ιράν διαθέτει άνευ προηγουμένου αποθέματα πετρελαίου αποθηκευμένα στη θάλασσα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε παραγωγή περίπου 50 ημερών. Η Κέπλερ εκτιμά ότι αργό και συμπυκνώματα –είτε σε διερχόμενα δεξαμενόπλοια είτε σε πλωτές μονάδες αποθήκευσης– έφτασαν τα 166 εκατ. βαρέλια την εβδομάδα που έληξε στις 11 Ιανουαρίου, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2016.
Η εικόνα αυτή συνδέεται με τη μείωση αγορών από την Κίνα, λόγω κυρώσεων αλλά και πρακτικών περιορισμών: σύμφωνα με ανάλυση που αποδίδεται στον Χομαγιούν Φαλεκσάχι, οι κινεζικές διυλιστικές μονάδες αντιμετωπίζουν ζητήματα ποσοστώσεων εισαγωγών, ενώ τα αποθέματα εντός Κίνας εμφανίζονται αυξημένα. Επιπλέον, η Τεχεράνη φέρεται να μετακινεί όσο το δυνατόν περισσότερα φορτία μακριά από τον Περσικό Κόλπο, ώστε να μειώσει τον γεωπολιτικό κίνδυνο: περίπου το μισό ιρανικό πετρέλαιο που βρίσκεται «στο νερό» υπολογίζεται ότι είναι κοντά στη Σιγκαπούρη.
- Στο φόντο αυτών των εξελίξεων, επανέρχεται και το ζήτημα της Βενεζουέλας ως μέρος μιας ευρύτερης ενεργειακής και πολιτικής εξίσωσης. Ο Μοχάμεντ αλ-Σάτι σχολιάζει ότι οι συζητήσεις περί «τεράστιων επενδύσεων» στη Βενεζουέλα αντανακλούν περισσότερο πολιτική οπτική παρά μια καθαρά τεχνική-ρεαλιστική αποτίμηση. Σε κάθε περίπτωση, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ανασχεδιάσει ταυτόχρονα την πίεση στο Ιράν και το ενεργειακό ισοζύγιο, γνωρίζοντας ότι οι αγορές αντιδρούν πριν ακόμη πέσει η πρώτη «σπίθα».
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η νέα γραμμή Τραμπ, με αιχμή τους δασμούς 25%, δεν είναι ένα μεμονωμένο οικονομικό μέτρο. Συνδέεται με μια πολιτική κλιμάκωσης που ακουμπά το πυρηνικό πρόγραμμα, τη σταθερότητα στο εσωτερικό του Ιράν, τις ισορροπίες στον ΟΠΕΚ, τη συμπεριφορά της Κίνας ως βασικού αγοραστή και –πάνω απ’ όλα– την ευαλωτότητα της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Αν η ένταση παραμείνει στη σφαίρα της πίεσης και της διαπραγμάτευσης, οι αγορές θα «τιμολογήσουν» τον κίνδυνο. Αν όμως περάσει στην πράξη, τότε το πετρέλαιο, η ναυτιλία και η διεθνής οικονομία θα μπουν σε περίοδο υψηλής αβεβαιότητας, με κόστος που δύσκολα θα περιοριστεί στα σύνορα της Μέσης Ανατολής.