ΕΕ: Τι σημαίνει η ρήξη για το ρωσικό αέριο-Ουγγαρία, Σλοβακία προσφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

 ΕΕ: Τι σημαίνει η ρήξη για το ρωσικό αέριο-Ουγγαρία, Σλοβακία προσφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Με μια αιφνιδιαστικά σκληρή θεσμική σύγκρουση προ των πυλών, η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται σε μια νέα φάση εσωτερικής αντιπαράθεσης, όπου η ενεργειακή πολιτική, οι κανόνες λήψης αποφάσεων και τα όρια της εθνικής κυριαρχίας συγκρούονται ανοιχτά. Η Ουγγαρία και η Σλοβακία ετοιμάζονται να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά του υπό υιοθέτηση κανονισμού REPowerEU, ο οποίος προβλέπει την πλήρη απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου έως το 2027. Για τη Βουδαπέστη και τη Μπρατισλάβα, το ζήτημα δεν είναι μόνο ενεργειακό ή οικονομικό· είναι βαθιά πολιτικό και, κυρίως, νομικό, καθώς αμφισβητούν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οι Βρυξέλλες επιβάλλουν στρατηγικές επιλογές χωρίς ομοφωνία.

Την πρόθεση της κοινής προσφυγής ανακοίνωσε ο Ούγγρος υπουργός Εξωτερικών, Πέτερ Σιγιάρτο, περιγράφοντας τον κανονισμό ως «νομική απάτη» και καταγγέλλοντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι επιχειρεί να επιβάλει κυρώσεις κατά της Ρωσίας «από την πίσω πόρτα», βαφτίζοντάς τες εσωτερική ρύθμιση της ενεργειακής αγοράς.

Σύμφωνα με τον Σιγιάρτο, μόλις ο κανονισμός εγκριθεί τυπικά από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι δύο χώρες θα ζητήσουν τόσο την ακύρωσή του όσο και την αναστολή εφαρμογής του μέχρι την τελική δικαστική απόφαση.

Η ουσία της διαμάχης αφορά την πλήρη αποσύνδεση της Ένωσης από τις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας. Ο κανονισμός αποτελεί τον πυρήνα του οδικού χάρτη REPowerEU, που παρουσιάστηκε από την Επιτροπή το 2022, στον απόηχο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Ο στόχος είναι σαφής: μηδενική εξάρτηση από ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο έως το 2027, μέσω σταδιακής κατάργησης τόσο του αερίου αγωγών όσο και του LNG, σε συνδυασμό με διαφοροποίηση προμηθευτών και ενίσχυση των κοινών ευρωπαϊκών αγορών ενέργειας.

  • Για την Ουγγαρία και τη Σλοβακία, ωστόσο, το κόστος αυτής της μετάβασης θεωρείται δυσανάλογο. Οι δύο χώρες υποστηρίζουν ότι η γεωγραφία και οι ενεργειακές τους υποδομές τις καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτες σε μια τόσο απότομη ρήξη με τη Ρωσία. «Η απαγόρευση θα καταστήσει αδύνατη την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και θα οδηγήσει σε απότομη αύξηση των τιμών», υποστηρίζει η ουγγρική πλευρά, διατυπώνοντας έναν ευρύτερο φόβο για κοινωνική και βιομηχανική αποσταθεροποίηση, με αύξηση του κόστους ζωής, απώλεια ανταγωνιστικότητας και κίνδυνο ύφεσης.

Η μετάβαση του REPowerEU από στρατηγικό σχέδιο σε δεσμευτικό κανονισμό είναι το σημείο καμπής. Στις 3 Δεκεμβρίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατέληξαν σε μια προκαταρκτική πολιτική συμφωνία για τη σταδιακή απαγόρευση. Προβλέπεται πλήρης διακοπή εισαγωγών ρωσικού LNG από την 1η Ιανουαρίου 2027, ενώ το αέριο αγωγών θα πρέπει να έχει τερματιστεί έως τις 30 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, με δυνατότητα περιορισμένης παράτασης έως την 1η Νοεμβρίου σε ειδικές περιπτώσεις όπου τεκμηριώνεται σοβαρός κίνδυνος για την ασφάλεια εφοδιασμού.

Ο κανονισμός περιλαμβάνει μεταβατική περίοδο για τα υφιστάμενα συμβόλαια, επιτρέποντας μόνο τεχνικές τροποποιήσεις χωρίς αύξηση ποσοτήτων. Παράλληλα, εισάγει καθεστώς προέγκρισης για τυχόν εναπομείνασες εισαγωγές ρωσικού αερίου, επιβάλλοντας σε κράτη-μέλη και εταιρείες να λάβουν εκ των προτέρων άδεια για οποιαδήποτε ροή αερίου από ρωσικές πηγές. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπονται πρόστιμα για παραβιάσεις, αλλά και δυνατότητα προσωρινής αναστολής της απαγόρευσης σε περίπτωση έκτακτης απειλής για την ενεργειακή ασφάλεια συγκεκριμένου κράτους-μέλους, ώστε να αποφευχθούν απότομες διακοπές εφοδιασμού ή μπλακάουτ.

  • Η νομική σύγκρουση, όμως, δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο του κανονισμού, αλλά κυρίως τη διαδικασία. Η Ουγγαρία επιμένει ότι μια τέτοια απαγόρευση ισοδυναμεί με καθεστώς κυρώσεων, οι οποίες, βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών, απαιτούν ομοφωνία. Αντίθετα, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης αντιμετωπίζουν τον κανονισμό ως εσωτερικό μέτρο οργάνωσης της ενεργειακής αγοράς και της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς, το οποίο μπορεί να εγκριθεί με ειδική πλειοψηφία, παρακάμπτοντας στην πράξη το δικαίωμα βέτο των κρατών-μελών.

Αυτή η επιλογή έχει σαφή πολιτική διάσταση: επιτρέπει στην Ένωση να προχωρά σε στρατηγικές αποφάσεις ακόμα και όταν μια μικρή ομάδα κρατών αντιδρά σθεναρά. Δεν είναι τυχαίο ότι η Σλοβακία είχε ήδη μπλοκάρει, τον Ιούλιο του 2025, το 18ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, συνδέοντας ευθέως τη στάση της με την αντίθεση στο REPowerEU και προειδοποιώντας για τις συνέπειες στην εθνική οικονομία και το ενεργειακό ισοζύγιο.

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισε τη συμφωνία «ιστορική», υποστηρίζοντας ότι σηματοδοτεί μια νέα εποχή πλήρους ενεργειακής ανεξαρτησίας από τη Ρωσία. Σύμφωνα με την ίδια, η εξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό φυσικό αέριο έχει ήδη μειωθεί δραστικά σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ οι πληρωμές προς τη Μόσχα για ορυκτά καύσιμα έχουν περιοριστεί σε κλάσμα των ποσών που καταβάλλονταν το 2022. Το μήνυμα από τις Βρυξέλλες είναι ότι η Ένωση δεν επιστρέφει στο προηγούμενο μοντέλο ενεργειακής αλληλεξάρτησης με τη Ρωσία, ακόμη κι αν το κόστος της μετάβασης παραμένει υψηλό.

  • Για τη Βουδαπέστη και τη Μπρατισλάβα, η προσφυγή στη Δικαιοσύνη αποτελεί το τελευταίο μέσο άμυνας απέναντι σε αυτό που θεωρούν θεσμική υπέρβαση και επικίνδυνο προηγούμενο για την εθνική κυριαρχία σε θέματα ενεργειακής ασφάλειας. Για τις Βρυξέλλες, η υπόθεση θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για το κατά πόσο η Ένωση μπορεί να επιβάλλει στρατηγικές επιλογές μέσω πλειοψηφικών διαδικασιών ακόμα και σε τομείς υψηλής πολιτικής ευαισθησίας, όπως η ενέργεια και οι σχέσεις με τη Ρωσία.

Το διακύβευμα δεν είναι μόνο το μέλλον του ρωσικού αερίου στην Ευρώπη. Είναι ο ίδιος ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων και ευρωπαϊκού κέντρου, σε μια περίοδο όπου η γεωπολιτική πίεση ωθεί την Ένωση να λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως ενιαία στρατηγική οντότητα. Το ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο –και, στην πράξη, η ίδια η ΕΕ– είναι αν η «στρατηγική αυτονομία» μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς να ραγίσει επικίνδυνα το θεσμικό της υπόβαθρο.