Οι NYT διαπιστώνουν ότι ο Τραμπ είναι αδύναμος να ελέγξει τον Πούτιν αν και οι ειδικοί είναι μπερδεμένοι
Τραμπ και Πούτιν έχουν μιλήσει τουλάχιστον πέντε φορές μετά την ορκωμοσία του αμερικανού προέδρου τον Ιανουάριο. Ωστόσο οι ρωσικές δυνάμεις εξακολουθούν τις επιθέσεις. Μιλώντας την Τετάρτη 13 Αυγούστου σε δημοσιογράφους κατά την εμφάνισή του σε εκδήλωση στο Κέντρο Τεχνών John F. Kennedy στην Ουάσινγκτον, ο Αμερικανός πρόεδρος παραδ’εχτηκε δήλωσε πως δεν μπορεί να πείσει τους Ρώσους να σταματήσουν να σκοτώνουν Ουκρανούς αμάχους ή να χακάρουν τα αμερικανικά δικαστικά αρχεία.
Σε ερώτηση αν μπορεί να πείσει τον Πούτιν να σταματήσει να στοχοποιεί αμάχους, ο κ. Τραμπ απάντησε ότι είναι μια συζήτηση που έχει ήδη κάνει με τον Ρώσο ηγέτη. Οι ρωσικές δυνάμεις βομβαρδίζουν τους Ουκρανούς με drones και πυραύλους, αναγκάζοντας τους πολίτες να τρέχουν για να βρουν καταφύγιο.
«Είχα πολλές καλές συνομιλίες μαζί του», είπε ο «Μετά γυρίζω σπίτι και βλέπω ότι ένας πύραυλος χτύπησε ένα γηροκομείο ή μια πολυκατοικία και άνθρωποι κείτονται νεκροί στον δρόμο. Οπότε, υποθέτω ότι η απάντηση είναι όχι, γιατί έχω ήδη κάνει αυτή τη συζήτηση».
Όπως σημειώνουν οι New York Times, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε ουσιαστικά να εννοηθεί ότι είναι «αδύναμος» να ελέγξει τον πρόεδρο της Ρωσίας ενώ ειδικοί δυσκολεύονται να βγάλουν άκρη ενόψει και της κρίσιμης συνάντησης στην Αλάσκα.
Την ίδια απάθεια επέδειξε ο Τραμπ σύμφωνα με τους New York Times όταν είχε ερωτηθεί για την παραβίαση των ομοσπονδιακών δικαστικών συστημάτων από τη Ρωσία, καθώς αυτά περιείχαν ευαίσθητα αρχεία με πληροφορίες για ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
«Σας προκαλεί έκπληξη;» είπε ο Τραμπ. «Αυτό κάνουν. Είναι καλοί σε αυτό. Εμείς είμαστε καλοί σε αυτό. Στην πραγματικότητα, είμαστε καλύτεροι». Όταν ρωτήθηκε αν σκοπεύει να θέσει το ζήτημα στον Πούτιν, δεν απάντησε.
Όπως αναφέρει το αμερικανικό δημοσίευμα, ο Τραμπ εμφανίστηκε αδιάφορος όταν ρωτήθηκε για θέματα εθνικής ασφάλειας και τις φρικαλεότητες του πολέμου, δημιουργώντας αμφιβολίες για το αν διαθέτει τη βούληση ή τη δύναμη να πείσει τον Πούτιν να τερματίσει την εισβολή.
Ο Τραμπ διαχρονικά καυχιέται για την ικανότητά του να κλείνει συμφωνίες και να χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα για να πετύχει τους στόχους του, αλλά η σχετική του ήπια στάση απέναντι στον Πούτιν έχει μπερδέψει τους αναλυτές, λένε οι New York Times. Ορισμένοι θεωρούν την επερχόμενη συνάντηση μια πρόχειρα σχεδιασμένη κίνηση που μπορεί να ζημιώσει τα αμερικανικά συμφέροντα και να μειώσει το κύρος της προεδρίας, αν ο Τραμπ επιστρέψει στην Ουάσινγκτον με άδεια χέρια.
«Η ρητορική του στάση είναι πλήρως υποχωρητική», δήλωσε ο Μάικλ Α. ΜακΦολ, πρώην πρέσβης στη Ρωσία επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα. «Ο κίνδυνος είναι να φανεί ότι ο ηγέτης των ΗΠΑ, το ισχυρότερο πρόσωπο στον κόσμο, είναι αδύναμος».
Το αμερικανικό δημοσίευμα σημειώνει πως όταν μιλά ο Τραμπ για τερματισμό του πολέμου, απλά επαναλαμβάνει προτάσεις των Ρώσων, όπως μια ανταλλαγή εδαφών στο Ντονμπάς.
Ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει την Τετάρτη 13 Αυγούστου ότι μπορεί να συμμετέχει και ο πρόεδρος της Ουκρανίας σε μια σύντομη δεύτερη συνάντηση με Πούτιν στη συνέχεια ανασκεύασε. «Τώρα μπορεί να μην υπάρξει δεύτερη συνάντηση», είπε ο Τραμπ. «Γιατί αν κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμο να γίνει, επειδή δεν πήραμε τις απαντήσεις που πρέπει να έχουμε, τότε δεν θα υπάρξει δεύτερη συνάντηση». Έτσι, χωρείς την παρουσία του Ζελένσκι, ευνοείται ο Πούτιν αναφέρει το δημοσίευμα.
Ενώ ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν θεωρούσε τον Πούτιν «εγκληματία πολέμου» και επέβαλε κυρώσεις με στόχο να πλήξουν τη ρωσική οικονομία -ανυπιτυχώς- ο Τραμπ θα ταξιδέψει στην άλλη άκρη της χώρας προκειμένου να δει τι έχει να προτείνει Πούτιν.
Αυτή η χαλαρή προσέγγιση του Τραμπ έρχεται σε αντίθεση με την απειλή του ότι ο Πούτιν μπορεί πράγματι να αντιμετωπίσει συνέπειες αν δεν συμφωνήσει να τερματίσει τον πόλεμο. «Από τότε που ανέλαβε ο Τραμπ, πολλές από τις αμερικανικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας έχουν εξασθενίσει, και ο ίδιος δεν διευκρίνισε την Τετάρτη αν θα τις ενισχύσει ή αν θα λάβει άλλα μέτρα» υπογραμμίζουν οι New York Times.
Όταν ρωτήθηκε αν θα υπάρξουν συνέπειες αν ο Πούτιν δεν κάνει βήματα για τον τερματισμό του πολέμου, ο Τραμπ απάντησε: «Θα υπάρξουν συνέπειες. Δεν χρειάζεται να το πω. Θα υπάρξουν πολύ σοβαρές συνέπειες».
«Μεγάλο μέρος της επιρροής που θα μπορούσε να είχε ο Τραμπ απέναντι στον Πούτιν ενδεχομένως να είχε ασκηθεί τις εβδομάδες πριν από τη συνάντηση, δήλωσε ο Στίβεν Πάιφερ, ανώτερος συνεργάτης στο Brookings Institution και πρώην πρέσβης στην Ουκρανία επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον. Ο Τραμπ είχε εκφράσει δημόσια την απογοήτευσή του για την αδιαφορία του Πούτιν να σταματήσει την επίθεσή του κατά των Ουκρανών.
Μέχρι στιγμής, όμως, καμία από τις απειλές δεν έχει μετατραπεί σε κυρώσεις ή άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να αναγκάσουν τον Πούτιν να αλλάξει πορεία. Ο Τραμπ θα μπορούσε να είχε αποφασίσει, σύμφωνα με τον Πάιφερ, να διοχετεύσει περίπου 300 δισ. δολάρια από τα δεσμευμένα αποθέματα της ρωσικής κεντρικής τράπεζας στην Ουκρανία ή να δώσει προτεραιότητα στην παραγωγή και αποστολή αμερικανικών όπλων που έχουν παραγγελθεί από τους Ευρωπαίους, ώστε να παρασχεθεί άμεση βοήθεια στο Κίεβο.
Ο Τραμπ δεν έκανε τίποτα από αυτά, αναρωτώμενος απλώς δημοσίως αν «οι δασμοί και τέτοια» μπορεί να είναι η λύση.
«Δεν πρόκειται να πείσεις τον Πούτιν να αλλάξει πορεία μέχρι να καταλάβει ότι δεν μπορεί να πετύχει τους στόχους του στο πεδίο της μάχης», είπε ο Πάιφερ. «Αν ο Τραμπ είχε χρησιμοποιήσει έξυπνα αυτή την επιρροή και είχε πείσει τον Πούτιν ότι κάτι τέτοιο θα αρχίσει να συμβαίνει, θα είχε εξασφαλίσει σημαντικά χαρτιά στα χέρια του».
Για την Φιόνα Χιλ, πρώην ανώτερη διευθύντρια για ευρωπαϊκές και ρωσικές υποθέσεις στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, είπε ότι δεν είναι μόνο ο Τραμπ που παίρνει ρίσκο με αυτή τη συνάντηση. Η εκστρατεία του Πούτιν κατά της Ουκρανίας έχει διαρκέσει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι είχε υπολογίσει, κάτι που έχει φθείρει την εικόνα του ως μεγάλου στρατηγιστή, σημείωσε η Χιλ.
Υπάρχει ο κίνδυνος, πρόσθεσε, ο Τραμπ να χάσει ξανά την υπομονή του με τη διαδικασία ειρήνευσης, όπως έχει συμβεί τις τελευταίες εβδομάδες. «Ίσως πλησιάζουμε στο σημείο που η άποψη του Τραμπ για τον Πούτιν θα αλλάξει», είπε η Χιλ. «Και αυτό είναι επικίνδυνο για τον Πούτιν».