Νετανιάχου: Σάλος μετά την παραδοχή για εξοπλισμό παραστρατιωτικών κατά της Χαμάς στη Γάζα
Σε μια δραματική συγκυρία όπου η Λωρίδα της Γάζας συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγκρουσης και του διεθνούς προβληματισμού, δύο παράλληλες εξελίξεις φέρνουν στο φως νέες, κρίσιμες διαστάσεις: από τη μια πλευρά, η Χαμάς δηλώνει πως δεν απέρριψε το αμερικανικό σχέδιο εκεχειρίας, ενώ από την άλλη, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου προχωρά σε δημόσια παραδοχή εξοπλισμού ενόπλων ομάδων στη Γάζα για να αντιμετωπίσουν τη Χαμάς, προκαλώντας πολιτική θύελλα στο εσωτερικό του Ισραήλ.
Η θέση της Χαμάς: Δεν απορρίψαμε, ζητήσαμε εγγυήσεις
Σε τηλεοπτικό του μήνυμα, ο Χαλίλ Αλ-Χίγια, ανώτατο στέλεχος της Χαμάς στη Γάζα, δήλωσε ότι το κίνημα δεν απέρριψε την πρόταση εκεχειρίας που παρουσίασε ο Αμερικανός μεσολαβητής Στιβ Γουίτκοφ, αλλά πρότεινε τροποποιήσεις που στοχεύουν να εξασφαλίσουν οριστικό τερματισμό των εχθροπραξιών και αποτροπή νέας ισραηλινής επίθεσης.
Σύμφωνα με τον Χίγια, το τελευταίο σχέδιο προέβλεπε την απελευθέρωση 10 εν ζωή κρατουμένων και 18 σορών Παλαιστινίων μέσα σε μια εβδομάδα, χωρίς όμως εγγύηση για μόνιμη εκεχειρία. Οι δημόσιες δηλώσεις του Νετανιάχου ότι «ο πόλεμος θα συνεχιστεί μετά την απελευθέρωση των ομήρων» υπονομεύουν, κατά τον Χίγια, κάθε πρόθεση για πραγματική ειρήνευση.
Παράδοση της διακυβέρνησης και έκκληση για ενότητα
Σε ένα ακόμη σημαντικό μήνυμα, η Χαμάς διαμήνυσε ότι είναι έτοιμη να παραδώσει τη διακυβέρνηση της Γάζας σε οποιαδήποτε παλαιστινιακή, επαγγελματική, εθνική διοίκηση, εφόσον υπάρξει συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι έχει έρθει η ώρα για λήξη του διχασμού και ενοποίηση των παλαιστινιακών προσπαθειών απέναντι στην κατοχή.
Ο Χίγια κατηγόρησε το Ισραήλ ότι έχει απορρίψει όλες τις προτάσεις από τον Μάρτιο και μετά, είτε επρόκειτο για μερική συμφωνία ανταλλαγής είτε για πλήρες σχέδιο απελευθέρωσης κρατουμένων έναντι λήξης του πολέμου.
Παράλληλα, κατήγγειλε την ισραηλινή επιμονή στον στρατιωτικό έλεγχο της ανθρωπιστικής βοήθειας, επιβάλλοντας μηχανισμούς που αντίκεινται στο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, εμποδίζοντας την ασφαλή διανομή της βοήθειας.
Οργή για τη στάση της Ουάσινγκτον και κάλεσμα σε παλαιστινιακή ενότητα
Η Χαμάς δεν παρέλειψε να επιτεθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατηγορώντας την Ουάσινγκτον ότι με τη χρήση βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μπλοκάρει κάθε διεθνή προσπάθεια για κατάπαυση του πυρός.
Ο Χίγια μίλησε για συνένοχη σιωπή της διεθνούς κοινότητας, που αφήνει τον πληθυσμό της Γάζας να υποφέρει μόνος απέναντι στις σφαγές, ενώ εξήρε τις παγκόσμιες κινητοποιήσεις και τις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, τις οποίες χαρακτήρισε «φωτεινές εξαιρέσεις στο σκοτάδι της συνενοχής».
Επίσης, απηύθυνε κάλεσμα στους Παλαιστινίους της Δυτικής Όχθης, των κατεχόμενων περιοχών και της διασποράς να κινητοποιηθούν με κοινό παλαιστινιακό λόγο και δράση, καθώς -κατά τη Χαμάς- ο στόχος του Ισραήλ δεν είναι απλώς ο στρατιωτικός έλεγχος της Γάζας, αλλά ο πλήρης εθνοκαθαρισμός σε όλα τα γεωγραφικά και πολιτικά μέτωπα.
Η παραδοχή Νετανιάχου: Όπλα σε ένοπλες ομάδες για την αντιμετώπιση της Χαμάς
Σε βίντεο που αναρτήθηκε στον λογαριασμό του στο X (Twitter), ο Μπενιαμίν Νετανιάχου παραδέχθηκε ότι η κυβέρνησή του εξόπλισε ένοπλες ομάδες εντός της Γάζας, με σκοπό να αντιμετωπίσουν τη Χαμάς, υποστηρίζοντας ότι αυτό έγινε με σύσταση αξιωματούχων ασφαλείας και στόχο την προστασία των Ισραηλινών στρατιωτών.
Η δήλωση του Νετανιάχου επιβεβαίωσε τις καταγγελίες που διατύπωσε πρώτος ο πρώην υπουργός Άμυνας Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, ο οποίος κατήγγειλε ότι το Ισραήλ «εξοπλίζει εγκληματίες και πρώην ισλαμιστές του ISIS μέσα στη Γάζα, χωρίς θεσμική έγκριση».
Σύμφωνα με την Ισραηλινή Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, τα μέλη των ομάδων αυτών εφοδιάστηκαν με καλάσνικοφ και έδρασαν χωρίς να ενημερωθούν τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Η υπόθεση συζητήθηκε σε μυστική συνεδρίαση επιτροπής της Κνεσέτ, ενώ πηγές της Yedioth Ahronoth αναφέρουν ότι το θέμα προκάλεσε διπλωματικό και θεσμικό σοκ στους κόλπους της κυβέρνησης.
Πολιτικός σάλος στο Ισραήλ και καταγγελίες για «επικίνδυνα τυχοδιωκτισμό»
Οι δηλώσεις του Νετανιάχου προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό της ισραηλινής πολιτικής σκηνής. Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι πρώτα ενίσχυσε οικονομικά τη Χαμάς και τώρα «παραδίδει όπλα σε παραστρατιωτικές ομάδες που συνδέονται με τον ISIS», εκτός κάθε στρατηγικού σχεδιασμού, οδηγώντας τη χώρα σε ανυπολόγιστους κινδύνους.
Η βουλευτής Μιράβ Μιχαελί σημείωσε με δηκτικότητα:
«Μέχρι σήμερα φώναζαν ότι ο Ράμπιν έδωσε όπλα στους Άραβες. Τώρα οι ίδιοι εξοπλίζουν φανατικούς της Γάζας που θυμίζουν ISIS. Αυτό είναι το μονοπάτι για αιώνιο πόλεμο».
Ακόμη και μέλη του Λικούντ, όπως η Τάλι Γκότλιμπ, αποστασιοποιήθηκαν από την κυβερνητική πρακτική, κάνοντας λόγο για «απαράδεκτο ρίσκο», υπογραμμίζοντας ότι κανείς δεν μπορεί να εμπιστευτεί παραστρατιωτικές ομάδες σε μια περιοχή όπως η Γάζα, όπου οι γεωπολιτικές γραμμές είναι θολές.
Η περίπτωση Αμπού Σαμπάμπ και το πεδίο του χάους
Στο επίκεντρο της υπόθεσης φέρεται να βρίσκεται ο Γιασέρ Αμπού Σαμπάμπ, πρώην καταδικασμένος για ποινικά αδικήματα, που, σύμφωνα με πηγές του ισραηλινού Τύπου, ηγήθηκε ομάδας ένοπλων που έδρασαν στη Ράφα και εμπλέκονται σε επιθέσεις εναντίον της Χαμάς.
Παλαιστινιακές πηγές διαψεύδουν κάθε σχέση του με τον ISIS, υποστηρίζοντας ότι ο Αμπού Σαμπάμπ συνελήφθη στο παρελθόν από τη Χαμάς για κλοπή ανθρωπιστικής βοήθειας, και δημιούργησε ένοπλη ομάδα που δρούσε σε ζώνες ισραηλινής επιρροής.
Αντίστοιχες ομάδες, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, σχηματίζονται και σε άλλες περιοχές όπως η Ντέιρ Αλ-Μπαλάχ, με στόχο τη δημιουργία παράλληλης πραγματικότητας, με κλοπές, κατασκοπεία και διάσπαση της παλαιστινιακής κοινωνίας από το εσωτερικό.
Ένα εφιαλτικό μονοπάτι χωρίς σαφές τέλος
Η αποκάλυψη της τακτικής εξοπλισμού συμμοριών στη Γάζα και η παραδοχή του ίδιου του Νετανιάχου σηματοδοτούν μια επικίνδυνη στροφή στον τρόπο με τον οποίο το Ισραήλ επιχειρεί να αποδυναμώσει τη Χαμάς: όχι μέσω θεσμικής αναδιάταξης ή ειρηνευτικής διαδικασίας, αλλά μέσω υποδαύλισης εμφύλιου χάους.
Την ίδια στιγμή, η Χαμάς δηλώνει έτοιμη για σοβαρές διαπραγματεύσεις, να παραδώσει τη διακυβέρνηση και να προχωρήσει σε ανταλλαγή αιχμαλώτων, επιμένοντας στην άρση του αποκλεισμού και στην οριστική κατάπαυση του πυρός.
Το ερώτημα παραμένει: θα επιλέξει η διεθνής κοινότητα να ενισχύσει τον διάλογο ή να παραμείνει θεατής μιας σύγκρουσης που έχει ήδη ξεπεράσει τα όρια του πολέμου και βαδίζει σταθερά προς τη διάλυση του κοινωνικού ιστού;