Καρδιαγγειακά: Η πολιτική υγείας έχει τη στήριξη των πολιτών, λείπει η πρακτική εφαρμογή

 Καρδιαγγειακά: Η πολιτική υγείας έχει τη στήριξη των πολιτών, λείπει η πρακτική εφαρμογή
💡 AI Summary by Libre

✨Σχεδόν εννέα στους δέκα Έλληνες ζητούν από την Πολιτεία περισσότερη πρόληψη, εκπαίδευση στα σχολεία και απινιδωτές σε δημόσιους χώρους, σύμφωνα με έρευνα της ΕΚΕ.

✨Το πρόγραμμα «Προλαμβάνω τα καρδιαγγειακά» έχει μεγάλη αποδοχή, αλλά παραμένουν κενά στην επικοινωνία, στην πρακτική προετοιμασία και στη συζήτηση με γιατρούς για τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

✨Παρά τη μεγάλη γνώση της ΚΑΡΠΑ και των απινιδωτών, λίγοι πολίτες είναι εκπαιδευμένοι ή σίγουροι να δράσουν σε περίπτωση καρδιακής ανακοπής, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για εκπαίδευση.

✨Οι πολίτες επιθυμούν συγκεκριμένα εργαλεία και μέτρα, όπως εξετάσεις και εκπαίδευση, αντί για γενικές εκστρατείες ενημέρωσης, ενώ εμπιστεύονται κυρίως τους γιατρούς για θέματα υγείας.

Σχεδόν εννέα στους δέκα Έλληνες ζητούν πρόληψη, εκπαίδευση στα σχολεία και περισσότερους απινιδωτές. Η νέα έρευνα της ΕΚΕ δείχνει πού πρέπει να επενδύσει η Πολιτεία. 

Όταν οι πολίτες ζητούν από την Πολιτεία περισσότερη πρόληψη, δύσκολα βρίσκεται μέτρο υγείας με τόσο ευρεία αποδοχή. Το 96,4% τάσσεται υπέρ της εκπαίδευσης για τους παράγοντες κινδύνου στα σχολεία, το 94,1% υπέρ περισσότερων απινιδωτών σε δημόσιους χώρους και το 93% υπέρ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην ΚΑΡΠΑ στο σχολείο. Όλα τα μέτρα που τέθηκαν στους ερωτηθέντες συγκέντρωσαν αποδοχή άνω του 83%. Πρόκειται για ευρήματα της νέας πανελλαδικής έρευνας που ανέθεσε η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία (ΕΚΕ) στην εταιρεία MARC, από τις 4 έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2026, σε δείγμα 1.211 ατόμων ηλικίας 18 ετών και άνω από όλη τη χώρα.

Η ίδια έρευνα δείχνει όμως ότι η κοινωνική στήριξη προς το παρόν προηγείται της πραγματικής ετοιμότητας. Οι πολίτες αναγνωρίζουν τη σοβαρότητα των καρδιαγγειακών νοσημάτων, αλλά τα κενά γνώσης, η υποτίμηση του προσωπικού κινδύνου και η περιορισμένη πρακτική προετοιμασία παραμένουν. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026 στο Αμφιθέατρο της ΕΚΕ από τον πρόεδρό της, καθηγητή Καρδιολογίας του ΕΚΠΑ Κώστα Τούτουζα, και τον διευθύνοντα σύμβουλο της MARC, Θ. Γεράκη. Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων απάντησαν επίσης ο αντιπρόεδρος της ΕΚΕ και καθηγητής Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Λάμπρος Μιχάλης, ο γενικός γραμματέας Αθανάσιος Τρίκας και ο πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας Πρόληψης και Αποκατάστασης Εμμανουήλ Παξιμαδάκης.

Οι προτεραιότητες των πολιτών: πρόληψη πρώτα απ’ όλα

Όταν οι πολίτες κλήθηκαν να ορίσουν τις προτεραιότητες της Πολιτείας, η πρώτη θέση πήγε στη συνέχιση και ενίσχυση των προληπτικών εξετάσεων και του προγράμματος «Προλαμβάνω» (58,4%). Ακολούθησαν η εκπαίδευση από το σχολείο (51,7%) και η τοποθέτηση περισσότερων απινιδωτών σε συνδυασμό με εκπαίδευση στην ΚΑΡΠΑ (42,5%). Πιο χαμηλά βρέθηκαν η βελτίωση της πρόσβασης στην πρωτοβάθμια φροντίδα (25,1%), η προώθηση υγιεινότερων τροφίμων (24,2%) και οι εκστρατείες ενημέρωσης (11,2%).

Το τελευταίο στοιχείο έχει ενδιαφέρον για τον σχεδιασμό πολιτικής. Οι γενικές εκστρατείες ενημέρωσης συγκεντρώνουν τη μικρότερη υποστήριξη, ενώ τα μέτρα που προσφέρουν συγκεκριμένη δράση, όπως εξετάσεις, εκπαίδευση και εξοπλισμός, βρίσκονται ψηλά. Οι πολίτες φαίνεται να ζητούν εργαλεία και όχι απλώς μηνύματα. Ακόμη και η αυστηρότερη εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας, που συγκέντρωσε τη χαμηλότερη αποδοχή ανάμεσα στα μέτρα, φτάνει το 83,4%.

«Προλαμβάνω τα καρδιαγγειακά»: ένα πρόγραμμα που έχει περάσει στη συνείδηση του κόσμου

Το πρόγραμμα «Προλαμβάνω τα καρδιαγγειακά» είναι το πιο ισχυρό χαρτί της πρόληψης σύμφωνα με την έρευνα. Το έχει ακούσει το 85,7% των ερωτηθέντων και πρόσκληση έλαβε το 71,9% των ατόμων ηλικίας 30–70 ετών. Από όσους κλήθηκαν, περίπου τρεις στους τέσσερις έκαναν τις εξετάσεις, είτε πλήρως είτε εν μέρει: το 58% τις ολοκλήρωσε και το 17,8% τις έκανε εν μέρει, ενώ το 19,6% δεν τις έκανε.

Οι λόγοι που κάποιοι δεν προχώρησαν δείχνουν πού μπορεί να βελτιωθεί η συμμετοχή. Το 30% είχε ήδη κάνει αντίστοιχες εξετάσεις και το 26,4% επικαλέστηκε έλλειψη χρόνου. Και οι δύο λόγοι αφορούν τον τρόπο οργάνωσης και επικοινωνίας του προγράμματος και όχι άρνηση της πρόληψης.

Εξετάσεις χωρίς συζήτηση: το κενό στο ιατρείο

Το 77,9% των πολιτών δηλώνει ότι έκανε προληπτικό έλεγχο μέσα στον τελευταίο χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, το 39,9% δεν συζήτησε καθόλου με γιατρό τον προσωπικό του καρδιαγγειακό κίνδυνο. Το 34,5% τον συζήτησε αναλυτικά και το 20,2% επιγραμματικά. Μόλις το 45,6% έχει ελέγξει τη νεφρική του λειτουργία την τελευταία τριετία.

Για την πολιτική υγείας, το δίδαγμα είναι σαφές. Η πραγματοποίηση εξετάσεων δεν αρκεί, αν τα αποτελέσματα δεν μεταφράζονται σε εκτίμηση του συνολικού κινδύνου και σε συγκεκριμένες οδηγίες προς τον ασθενή. Η συμβουλευτική στο ιατρείο φαίνεται να είναι το κρίσιμο κομμάτι που λείπει από τη διαδικασία. Οι πολίτες, εξάλλου, εμπιστεύονται κυρίως τους γιατρούς: ο καρδιολόγος συγκεντρώνει 79,9%, ο οικογενειακός γιατρός 54,5% και η ΕΚΕ 23,4%, ενώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μόλις 5,5% και η τεχνητή νοημοσύνη 5,3%. Το 51,8% δηλώνει ότι γνωρίζει αρκετά για την καρδιαγγειακή υγεία αλλά θα ήθελε να μάθει περισσότερα.

Ανακοπή: πολλοί γνωρίζουν, λίγοι είναι έτοιμοι να δράσουν

Το πεδίο όπου το χάσμα ανάμεσα σε γνώση και πράξη έχει τις πιο άμεσες συνέπειες είναι η καρδιακή ανακοπή. Το 82,6% γνωρίζει τι είναι η ΚΑΡΠΑ, αλλά μόλις το 25,5% έχει εκπαιδευτεί να την εφαρμόζει. Τον απινιδωτή γνωρίζει το 72,8%, όμως μόνο το 19,5% θα ήξερε να τον χρησιμοποιήσει.

Στην ερώτηση για το τι θα έκαναν αν έβλεπαν κάποιον να καταρρέει, το 24,3% θα επιχειρούσε ΚΑΡΠΑ επειδή γνωρίζει την τεχνική και το 46% θα το έκανε με τηλεφωνική καθοδήγηση από το ΕΚΑΒ. Το 20,6% δηλώνει ότι δεν θα αναλάμβανε την ευθύνη. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η εκπαίδευση, αλλά και η σιγουριά ότι κάποιος μπορεί να βοηθήσει, είναι καθοριστικά.

Το καλό νέο είναι ότι το ενδιαφέρον υπάρχει: το 74,2% θα ήθελε να παρακολουθήσει σεμινάριο ΚΑΡΠΑ της ΕΚΕ. Το κοινό, δηλαδή, είναι πρόθυμο να εκπαιδευτεί και περιμένει από τους φορείς να του προσφέρουν την ευκαιρία.

Ο αριθμός έκτακτης ανάγκης που δεν θυμούνται όλοι

Το 77,8% δηλώνει ότι θα καλούσε αμέσως το ΕΚΑΒ σε επείγον περιστατικό, αλλά μόνο το 59,3% γνωρίζει τον αριθμό 166. Το 29,1% δεν τον θυμάται και θα αναζητούσε ποιον να καλέσει, ενώ το 4,4% αναφέρει το 112. Επιπλέον, μόλις το 38,8% αισθάνεται σίγουρο ότι θα αναγνώριζε ένα έμφραγμα ή εγκεφαλικό, ενώ το 43,1% απαντά «ίσως». Τα τυπικά συμπτώματα του εμφράγματος αναγνωρίζονται καλά (πόνος στο στήθος 81%, πόνος σε χέρι, ώμο ή γνάθο 68,5%), όμως τα λιγότερο τυπικά αναγνωρίζονται από τους μισούς ή και λιγότερους: δύσπνοια 54,5%, κρύος ιδρώτας 45,5%, ξαφνική αδυναμία 35,9%, ναυτία 35,7%.

Ποιους αφορά η πρόληψη: νέοι, γυναίκες και χρόνιοι ασθενείς στο περιθώριο της αντίληψης

Η έρευνα φέρνει στο φως και ομάδες που χρήζουν στοχευμένης προσέγγισης. Στην ηλικιακή ομάδα 18–34 ετών, μόλις το 14,4% αναγνωρίζει τα καρδιαγγειακά ως κύρια αιτία θανάτου, έναντι 25,1% στο σύνολο των ερωτηθέντων. Το 50,7% θεωρεί ότι η νόσος αφορά κυρίως τους άνδρες, με το ποσοστό να φτάνει το 57,5% στους άνδρες και το 63,6% στους άνω των 65 ετών. Παράλληλα, ο διαβήτης και η χρόνια νεφρική νόσος υποεκτιμώνται ως παράγοντες κινδύνου: τη σύνδεση της νεφρικής νόσου με την καρδιαγγειακή αναγνωρίζει μόλις το 55,4%.

Η υποτίμηση αφορά και τον προσωπικό κίνδυνο. Το 29,9% θεωρεί ελάχιστη ή καθόλου πιθανή την εμφάνιση καρδιαγγειακού προβλήματος μέσα στην επόμενη δεκαετία, το 11,9% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει και μόλις το 22,5% τη θεωρεί πολύ ή εξαιρετικά πιθανή. Στις προσωπικές τιμές υγείας, με σιγουριά γνωρίζουν την αρτηριακή τους πίεση το 59,8%, τη χοληστερόλη το 54,4%, το σάκχαρο το 53,9% και τον δείκτη μάζας σώματος το 39,4%.

Οι συνήθειες που δεν αλλάζουν

Η πρόληψη δεν εξαντλείται στις εξετάσεις. Το 42% των ερωτηθέντων καπνίζει ή ατμίζει (29,4% καθημερινά, 12,6% περιστασιακά), το 45,4% θεωρεί ότι το βάρος του είναι πάνω από το κανονικό και το 23,7% ασκείται μία φορά την εβδομάδα ή λιγότερο. Το 48,3% τρώει κόκκινο ή επεξεργασμένο κρέας τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα και το 17% δηλώνει ότι πίνει περισσότερα από πέντε ποτά την εβδομάδα. Η γνώση για τους κινδύνους είναι υψηλή, αφού η παχυσαρκία αναγνωρίζεται ως παράγοντας από το 91,2%, το άγχος από το 89,5%, η υπέρταση από το 88,4% και το κάπνισμα από το 87,5%, αλλά δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αλλαγή συμπεριφοράς.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την πολιτική υγείας

Τα στοιχεία συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: η κοινωνία είναι έτοιμη να στηρίξει πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις πρόληψης. Η πρόκληση, όπως προκύπτει από την έρευνα, δεν είναι μόνο να μεταδοθεί περισσότερη πληροφορία. Είναι να γίνει η πληροφορία προσωπική επίγνωση, αλλαγή συνηθειών, συστηματικός έλεγχος των παραγόντων κινδύνου και ικανότητα άμεσης αντίδρασης όταν κάθε λεπτό μπορεί να έχει σημασία.

Ο πρόεδρος της ΕΚΕ, Κώστας Τούτουζας, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, τόνισε: «Η έρευνα της ΕΚΕ αποτυπώνει με σαφήνεια την ανάγκη για ενημέρωση των πολιτών από την παιδική ηλικία. Ταυτόχρονα καταγράφει μια ισχυρή κοινωνική προσδοκία για περισσότερη πρόληψη, περισσότερη εκπαίδευση και πιο αποτελεσματική προστασία της καρδιαγγειακής υγείας, στην οποία όλοι από κοινού, Πολιτεία, επιστημονικοί φορείς και η κοινωνία των ασθενών, οφείλουν να συνεργαστούν και να δράσουν αποτελεσματικά».

Σχετικά Άρθρα