Οι παθολόγοι ζητούν ισχυρό κανονιστικό πλαίσιο για να αντιμετωπιστούν οι κομπογιαννίτες
✨Η Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ελλάδος (ΕΕΠΕ) ζητά αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο για την προστασία πολιτών από μη επιστημονικά τεκμηριωμένες «θεραπευτικές» πρακτικές.
✨Το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο δεν εφαρμόζεται αποτελεσματικά, ενώ η ανεξέλεγκτη διαφήμιση μέσω διαδικτύου προωθεί ψευδοεπιστημονικές μεθόδους όπως ο βιοσυντονισμός.
✨Προβληματική είναι η χρήση ιατρικών τίτλων από μη ειδικούς, που δημιουργεί σύγχυση και εκμεταλλεύεται τα κενά εποπτείας στην αγορά υπηρεσιών υγείας.
✨Η ΕΕΠΕ καλεί σε συντονισμένη παρέμβαση φορέων όπως το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας και οι Ιατρικοί Σύλλογοι για εντατικοποίηση ελέγχων και κυρώσεων.
Η ανεπάρκεια του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου απέναντι σε δραστηριότητες που παρουσιάζονται ως θεραπευτικές, χωρίς ωστόσο να διαθέτουν διεθνώς αναγνωρισμένη επιστημονική τεκμηρίωση, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για την πολιτική υγείας. Η Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ελλάδος (ΕΕΠΕ) έθεσε το ζήτημα με σαφήνεια, ζητώντας από την πολιτεία τη θεσμοθέτηση ενός αυστηρού και ξεκάθαρου κανονιστικού πλαισίου, με στόχο την προστασία των πολιτών από πρακτικές που λειτουργούν σήμερα σε ένα καθεστώς χαλαρής, έως ανύπαρκτης, εποπτείας.
Πρόκειται για ένα αίτημα που δεν αφορά απλώς μια επαγγελματική διεκδίκηση, αλλά θέτει ευθέως το ερώτημα κατά πόσο οι υπάρχοντες μηχανισμοί αδειοδότησης και ελέγχου είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις σημερινές προκλήσεις της αγοράς υγείας.
Το έναυσμα: αδυναμίες στην αδειοδότηση και τον έλεγχο
Σύμφωνα με την ΕΕΠΕ, η ανάγκη για ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο δεν προκύπτει θεωρητικά, αλλά αναδείχθηκε με ιδιαίτερη ένταση έπειτα από πρόσφατες αποκαλύψεις που έφεραν στο φως σοβαρές αδυναμίες στους μηχανισμούς αδειοδότησης και ελέγχου της νόμιμης λειτουργίας χώρων οι οποίοι διαφημίζουν την παροχή υπηρεσιών με εντυπωσιακούς, αλλά συχνά κενούς περιεχομένου, ιατροβιολογικούς όρους. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει ένα δομικό πρόβλημα: την απόσταση ανάμεσα στο κανονιστικό πλαίσιο που θεωρητικά ισχύει και στην πραγματική ικανότητα των αρμόδιων υπηρεσιών να το εφαρμόσουν αποτελεσματικά στην πράξη.
Η θέση της Ένωσης στηρίζεται σε μια αρχή που θα έπρεπε να αποτελεί προϋπόθεση για κάθε παρέμβαση που παρουσιάζεται ως θεραπευτική: την επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, τόσο ως προς την ασφάλειά της από πιθανές επιπλοκές όσο και ως προς την πραγματική της αποτελεσματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕΠΕ είναι κατηγορηματική ότι οι λεγόμενες «εναλλακτικές» θεραπευτικές μέθοδοι και πρακτικές δεν εντάσσονται σε καμία αναγνωρισμένη ειδικότητα ή εξειδίκευση της Ιατρικής, και συνεπώς δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να παρουσιάζονται ή να εκλαμβάνονται ως ιατρικές πράξεις. Πρόκειται για μια διάκριση με άμεσες κανονιστικές συνέπειες, καθώς καθορίζει ποιες δραστηριότητες θα έπρεπε να υπόκεινται σε ιατρική εποπτεία και δεοντολογικό έλεγχο, και ποιες όχι.
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, ειδικά ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005), προβλέπει ήδη ότι ο γιατρός οφείλει να ασκεί το επάγγελμά του με βάση την επιστημονική του κατάρτιση, τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και τους κανόνες μιας ιατρικής τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις, ενώ υποχρεούται να ενημερώνει πλήρως, κατανοητά και αληθινά τον ασθενή για την κατάσταση της υγείας του και για τα οφέλη, τους κινδύνους και τις συνέπειες κάθε προτεινόμενης θεραπείας. Το πρόβλημα που επισημαίνει η ΕΕΠΕ δεν είναι, επομένως, τόσο η απουσία κανονιστικών αρχών, όσο η ανεπαρκής εφαρμογή, ο περιορισμένος έλεγχος συμμόρφωσης και η απουσία αποτρεπτικών κυρώσεων για όσους τις παραβιάζουν συστηματικά.
Ανεξέλεγκτη διαφήμιση και το κενό εποπτείας στο διαδίκτυο
Ένα από τα σημεία στα οποία η ΕΕΠΕ εντοπίζει τη μεγαλύτερη ανάγκη κανονιστικής παρέμβασης είναι η σχεδόν απεριόριστη διαφήμιση μη τεκμηριωμένων πρακτικών, ιδίως μέσω διαδικτυακών πλατφορμών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου προωθούνται ως δήθεν καινοτόμες λύσεις μέθοδοι όπως ο «βιοσυντονισμός» ή διάφορες «κβαντικές» εφαρμογές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του βιοσυντονισμού, μιας μεθόδου που επινοήθηκε στη Γερμανία το 1977, η οποία υπόσχεται διάγνωση και θεραπεία μέσω καταγραφής και «επανασυντονισμού» ηλεκτρομαγνητικών συχνοτήτων του σώματος. Παρότι η επιστημονική κοινότητα την κατατάσσει με σαφήνεια στην κατηγορία της ψευδοεπιστήμης, καθώς δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη μελέτη που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς περί αποτελεσματικότητάς της, η μέθοδος εξακολουθεί να διαφημίζεται ακόμη και για την αντιμετώπιση σοβαρών παθήσεων, όπως ο καρκίνος, χωρίς ουσιαστική παρέμβαση από τους αρμόδιους φορείς ελέγχου διαφήμισης.
Ιδιαίτερα προβληματική, από πλευράς δημόσιας πολιτικής, είναι η διαπίστωση ότι πολλές από τις υπηρεσίες αυτές παρέχονται από πρόσωπα που φέρουν επίσημα τον τίτλο του γιατρού, χωρίς όμως αναγνωρισμένη ειδικότητα στο αντικείμενο που διαφημίζουν, χρησιμοποιώντας αντ’ αυτού ψευδεπίγραφους τίτλους. Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί απλώς ζήτημα επαγγελματικής δεοντολογίας, αλλά υποδηλώνει ένα ευρύτερο κενό στην εποπτεία της χρήσης ιατρικών τίτλων και ονομασιών, το οποίο απαιτεί συντονισμένη κανονιστική απάντηση. Η σύγχυση που δημιουργείται στο κοινό ως προς το τι συνιστά πραγματική ιατρική πράξη δεν είναι τυχαία συνέπεια, αλλά αποτέλεσμα μιας αγοράς που εκμεταλλεύεται συνειδητά τα κενά εποπτείας για να αποκτήσει αδικαιολόγητο κύρος.
Το πρόβλημα, όπως τονίζει η ΕΕΠΕ, εκτείνεται πέρα από μία μεμονωμένη μέθοδο και αφορά ένα ολόκληρο φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών που προβάλλονται ως θεραπευτικά χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, από «μαγικά» βότανα και αλοιφές έως προϊόντα που επικαλούνται καταχρηστικά όρους νανοτεχνολογίας. Πρόκειται για μια αγορά ευεξίας που λειτουργεί παράλληλα με το επίσημο σύστημα υγείας, δανειζόμενη την ορολογία και το κύρος της επιστήμης χωρίς να υπόκειται στους ελέγχους που θα έπρεπε κανονικά να τη συνοδεύουν.
Ποιοι φορείς καλούνται να παρέμβουν και τι ζητά η ΕΕΠΕ
Το αίτημα της Ένωσης δεν περιορίζεται σε μια γενική καταγγελία, αλλά προσδιορίζει με σαφήνεια τους θεσμικούς φορείς από τους οποίους ζητά ουσιαστικότερο έλεγχο. Πρόκειται, καταρχάς, για το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας, το οποίο έχει την αρμοδιότητα εποπτείας του περιεχομένου της διαφήμισης· τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο και τους κατά τόπους Ιατρικούς Συλλόγους, οι οποίοι διαθέτουν πειθαρχική δικαιοδοσία επί των μελών τους και μπορούν να παρέμβουν όταν γιατροί εμπλέκονται σε μη τεκμηριωμένες πρακτικές· και, τέλος, το Υπουργείο Υγείας, ως τον φορέα που φέρει την τελική πολιτική ευθύνη για τη χάραξη κανόνων και τη διασφάλιση της εφαρμογής τους. Το αίτημα της ΕΕΠΕ εστιάζει ουσιαστικά σε μια συντονισμένη, διυπηρεσιακή δράση, καθώς κανένας μεμονωμένος φορέας δεν φαίνεται σήμερα να διαθέτει από μόνος του την αρμοδιότητα ή τους πόρους να αντιμετωπίσει συνολικά το φαινόμενο.
Η στάση αυτή συνδέεται στενά με τον ρόλο που η ίδια η Ένωση επιδιώκει να διασφαλίσει για την ειδικότητα της Παθολογίας μέσα στο σύστημα υγείας. Η ΕΕΠΕ υπενθυμίζει ότι οι ειδικοί Παθολόγοι αποτελούν εδώ και δεκαετίες τον κορμό όλων των βαθμίδων περίθαλψης στη χώρα, από την πρωτοβάθμια φροντίδα έως τη διαχείριση σύνθετων περιστατικών με πολλαπλές συννοσηρότητες, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η ολιστική προσέγγιση και η στέρεη επιστημονική κατάρτιση που χαρακτηρίζουν την ειδικότητα αποτελούν, κατά την Ένωση, θεμελιώδη εχέγγυα ποιότητας που πρέπει να προστατευθούν απέναντι σε πρακτικές χωρίς αξιόπιστη επιστημονική βάση.
Οι επιπτώσεις για το σύστημα υγείας και τους πολίτες
Από την οπτική της πολιτικής υγείας, η καθυστέρηση στη θεσμοθέτηση ενός σαφούς ρυθμιστικού πλαισίου έχει συγκεκριμένο κόστος. Ασθενείς με πραγματικά προβλήματα υγείας ενδέχεται να στραφούν σε μεθόδους χωρίς τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα, χάνοντας πολύτιμο χρόνο έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εκτίθενται σε άμεσους κινδύνους από τη χρήση μη ελεγμένων συσκευών ή ουσιών. Παράλληλα, η οικονομική επιβάρυνση που προκύπτει από την προσφυγή σε δαπανηρές, αλλά αναποτελεσματικές, υπηρεσίες δεν αφορά μόνο τον μεμονωμένο πολίτη, αλλά έχει και ευρύτερες συνέπειες, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερημένη προσέλευση στο επίσημο σύστημα υγείας, με επιβάρυνση τόσο για την κλινική εικόνα του ασθενούς όσο και για το ίδιο το σύστημα περίθαλψης.
Το αίτημα της Επαγγελματικής Ένωσης Παθολόγων Ελλάδος αναδεικνύει, εν τέλει, μια πρόκληση που αφορά άμεσα τους φορείς χάραξης πολιτικής υγείας: την ανάγκη εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης των μηχανισμών εποπτείας, ώστε το κανονιστικό πλαίσιο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα μιας αγοράς που εξελίσσεται ταχύτατα, ιδίως μέσω του διαδικτύου. Η θεσμοθέτηση αυστηρών κανόνων για πρακτικές χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση δεν αποτελεί απλώς ζήτημα προάσπισης του κύρους της ιατρικής επιστήμης, αλλά συνιστά προϋπόθεση για τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο σύστημα υγείας συνολικά.