“Νέος κλάδος” νοσηλευτών: Η μεγάλη εξαγγελία που, τελικά, δεν αλλάζει τίποτα
✨Η ΠΑΣΟΝΟΠ καταγγέλλει ότι το άρθρο 42 του νέου νομοσχεδίου του Υπουργείου Υγείας δεν συστήνει νέο επαγγελματικό κλάδο νοσηλευτών, αλλά απλή αλλαγή ονομασίας.
✨Το άρθρο περιλαμβάνει αυστηρότερη αντιμετώπιση της αντιποίησης, νέους θεσμούς εκπαιδευτών και εφημερευόντων νοσηλευτών, καθώς και διακριτές ειδικότητες, χωρίς ουσιαστική θεσμική αναβάθμιση.
✨Η Ομοσπονδία επισημαίνει έλλειψη ειδικού μισθολογίου, αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων και ασφαλών αναλογιών νοσηλευτών προς ασθενείς, που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα της φροντίδας.
✨Η ΠΑΣΟΝΟΠ ζητά ουσιαστική σύσταση ενιαίου κλάδου με ξεχωριστό καθεστώς, μισθολογική αναβάθμιση και θεσμοθέτηση ασφαλών εργασιακών προϋποθέσεων για το νοσηλευτικό προσωπικό.
Λίγες λέξεις σε έναν τίτλο νόμου μπορούν να δημιουργήσουν την εντύπωση μιας μεγάλης νίκης εκεί όπου, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει παρά μια αλλαγή ονομασίας. Αυτό ακριβώς καταγγέλλει η Πανελλήνια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία Νοσηλευτικού Προσωπικού (ΠΑΣΟΝΟΠ) για το άρθρο 42 του νέου σχεδίου νόμου του Υπουργείου Υγείας, το οποίο, παρά τον τίτλο του «Κλάδος Νοσηλευτικής Εθνικού Συστήματος Υγείας», δεν συστήνει, σύμφωνα με την Ομοσπονδία, κανέναν νέο επαγγελματικό κλάδο.
Νοσηλευτές ΕΣΥ: Γιατί το άρθρο 42 δεν είναι αυτό που φαίνεται
Με σαφή και αιχμηρή ανακοίνωσή της, η ΠΑΣΟΝΟΠ κάνει λόγο για παραπλανητική επικοινωνιακή παρουσίαση μιας ρύθμισης που, στην ουσία της, αφήνει αναλλοίωτο το καθεστώς των νοσηλευτών ως απλών δημοσίων υπαλλήλων, με τα εργασιακά τους ζητήματα να συνεχίζουν να διέπονται από τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα.
Το πλαίσιο: ένα νομοσχέδιο για τους ψυχολόγους με σημαντικές διατάξεις για τους νοσηλευτές
Το επίμαχο άρθρο 42 δεν βρίσκεται σε κάποιο αυτοτελές νομοσχέδιο για τη Νοσηλευτική, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Υγείας που αφορά κυρίως τους ψυχολόγους και τέθηκε πρόσφατα σε δημόσια διαβούλευση. Οι διατάξεις που αφορούν το νοσηλευτικό προσωπικό συγκεντρώνονται στα άρθρα 38 έως 42 και κινούνται, σύμφωνα με δημοσιεύματα ειδικού υγειονομικού Τύπου, σε τέσσερις βασικούς άξονες: την αυστηρότερη αντιμετώπιση της αντιποίησης του νοσηλευτικού επαγγέλματος, με πρόστιμα που μπορούν να φτάσουν έως και τα 30.000 ευρώ, τη διεύρυνση του θεσμού του κλινικού εκπαιδευτή, την εισαγωγή του θεσμού του εφημερεύοντος νοσηλευτή, και τη δημιουργία διακριτών ειδικοτήτων για τους νοσηλευτές και τους βοηθούς νοσηλευτών που υπηρετούν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Είναι ακριβώς αυτή η τελευταία διάταξη, το άρθρο 42, που έχει προκαλέσει την πλέον έντονη αντίδραση από την πλευρά της ΠΑΣΟΝΟΠ.
Η ένταση αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς το αίτημα για σύσταση ενιαίου κλάδου νοσηλευτικού προσωπικού αποτελεί για την Ομοσπονδία διεκδίκηση δεκαετιών, με ρίζες που ανάγονται σε υπομνήματα και προτάσεις που έχουν κατατεθεί κατ’ επανάληψη προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας. Σε πρόσφατη πρότασή της, η ΠΑΣΟΝΟΠ είχε περιγράψει αναλυτικά τι θα σήμαινε η πραγματική ίδρυση ενός τέτοιου κλάδου: αυτόματη υπαγωγή όλων των κατηγοριών νοσηλευτικού προσωπικού στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, αναγνώριση επιπλέον συντάξιμου χρόνου για κάθε επτά έτη εργασίας, και συγκεκριμένες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος. Μπροστά σε αυτό το πλαίσιο διεκδικήσεων, η διάταξη που τελικά περιλήφθηκε στο νομοσχέδιο μοιάζει, κατά την Ομοσπονδία, να απέχει σημαντικά από το ζητούμενο.
Τι προβλέπει πραγματικά το άρθρο 42
Σύμφωνα με την ανάλυση της ΠΑΣΟΝΟΠ, αλλά και με σχετικά δημοσιεύματα ειδικευμένων μέσων υγείας, το άρθρο 42 δεν ιδρύει νέο, αυτοτελή επαγγελματικό κλάδο, αλλά προσθέτει τρεις νέες ειδικότητες: ΠΕ Νοσηλευτικής Ε.Σ.Υ., ΤΕ Νοσηλευτικής Ε.Σ.Υ. και ΔΕ Βοηθών Νοσηλευτών Ε.Σ.Υ. Παράλληλα, προβλέπεται η αντιστοίχιση των υφιστάμενων οργανικών και προσωποπαγών θέσεων στις νέες αυτές ειδικότητες, κάτι που σημαίνει ότι η ρύθμιση αφορά ουσιαστικά και το προσωπικό που ήδη υπηρετεί σήμερα στις δομές του Εθνικού Συστήματος Υγείας, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται σε αλλαγή του θεσμικού τους καθεστώτος. Η ΠΑΣΟΝΟΠ χαρακτηρίζει τη ρύθμιση ως μια, στην ουσία, διοικητική μετονομασία, η οποία δεν συνοδεύεται από ουσιαστική θεσμική ή οικονομική αναβάθμιση του νοσηλευτικού προσωπικού.
Η διάκριση ανάμεσα σε μια «ειδικότητα» και σε έναν «αυτοτελή κλάδο» δεν είναι απλώς ζήτημα ορολογίας, αλλά έχει ουσιαστικές συνέπειες στην πράξη. Ένας αυτοτελής επαγγελματικός κλάδος συνεπάγεται, κατά κανόνα, ξεχωριστό μισθολογικό και βαθμολογικό πλαίσιο, ειδικές προϋποθέσεις πρόσληψης και εξέλιξης, καθώς και δυνατότητα διαμόρφωσης όρων εργασίας προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος. Αντίθετα, η απλή προσθήκη ειδικοτήτων μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα διατηρεί τους νοσηλευτές στο ίδιο γενικό καθεστώς με το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων, χωρίς να αναγνωρίζει τη διακριτή φύση και τις απαιτήσεις του νοσηλευτικού έργου.
Οι πέντε προϋποθέσεις που, κατά την ΠΑΣΟΝΟΠ, λείπουν
Η Ομοσπονδία είναι σαφής ως προς τους λόγους για τους οποίους η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη με σύσταση πραγματικού κλάδου. Κατά την ΠΑΣΟΝΟΠ, η ρύθμιση δεν προβλέπει ένταξη του συνόλου του νοσηλευτικού προσωπικού, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας (ΠΕ, ΤΕ ή ΔΕ), χωρίς αποκλεισμούς. Δεν προβλέπει επίσης ειδικό κλαδικό μισθολόγιο, ικανό να αποτυπώσει την ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση που έχει επανειλημμένα ζητήσει ο κλάδος. Απουσιάζει, ακόμη, ένα ειδικό και αξιοκρατικό σύστημα προσλήψεων, βασισμένο στις πραγματικές ανάγκες στελέχωσης κάθε δομής υγείας, καθώς και ένα διαφανές σύστημα ιεραρχικής εξέλιξης και κρίσεων στελεχών με αντικειμενικά, μετρήσιμα κριτήρια. Τέλος, και ίσως πιο κρίσιμα από κλινική σκοπιά, η ρύθμιση δεν κατοχυρώνει ελάχιστες ασφαλείς αναλογίες νοσηλευτών προς ασθενείς, ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την ποιότητα και την ασφάλεια της παρεχόμενης φροντίδας.
Το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η σχέση ανάμεσα στον αριθμό νοσηλευτών και τον αριθμό ασθενών που καλούνται να φροντίσουν αποτελεί έναν από τους πλέον μελετημένους δείκτες ασφάλειας στα συστήματα υγείας διεθνώς, με έρευνες να συνδέουν την υποστελέχωση με αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών, νοσοκομειακών λοιμώξεων και θνησιμότητας. Η απουσία θεσμοθετημένων αναλογιών παραμένει διαχρονικό αίτημα των νοσηλευτικών οργανώσεων στην Ελλάδα, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία το Υπουργείο Υγείας έχει ανακοινώσει, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, σχέδια για μία από τις μεγαλύτερες ετήσιες ενισχύσεις προσωπικού των τελευταίων ετών, με χιλιάδες νέες θέσεις μόνιμου και επικουρικού προσωπικού να βρίσκονται σε διαδικασία προκήρυξης, ανάμεσά τους και ειδική προκήρυξη αποκλειστικά για νοσηλευτικό προσωπικό. Η ΠΑΣΟΝΟΠ, ωστόσο, θεωρεί ότι χωρίς τις παραπάνω πέντε προϋποθέσεις, ακόμη και μια σημαντική αύξηση προσλήψεων δεν αρκεί για να μιλήσει κανείς για ουσιαστική αναβάθμιση του θεσμικού πλαισίου του κλάδου.
«Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν μπορεί να γίνει λόγος για σύσταση κλάδου»
Η Συνδικαλιστική Ομοσπονδία τονίζει με έμφαση ότι η απουσία των παραπάνω στοιχείων καθιστά τη ρύθμιση μια απλή διοικητική αλλαγή, η οποία δεν αγγίζει την ουσία των διαχρονικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει το νοσηλευτικό προσωπικό στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια κριτική που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κλίμα αντιδράσεων, καθώς, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα ειδικών μέσων υγειονομικής ενημέρωσης, το άρθρο 42 έχει ήδη προκαλέσει έντονη αναστάτωση στον χώρο, με τους νοσηλευτές να κάνουν λόγο για «επικοινωνιακό τρικ» εκ μέρους του Υπουργείου Υγείας. Η απόσταση ανάμεσα στην τυπική διατύπωση ενός νομοθετήματος και στην ουσιαστική του εμβέλεια αποτελεί, άλλωστε, γνώριμο σημείο τριβής στις σχέσεις ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και τους συνδικαλιστικούς φορείς των επαγγελματιών υγείας, ιδίως σε περιόδους δημόσιας διαβούλευσης νομοσχεδίων που άπτονται ευαίσθητων εργασιακών ζητημάτων.
Το αίτημα για ουσία και όχι για εξαγγελίες
Στο κλείσιμο της ανακοίνωσής της, η ΠΑΣΟΝΟΠ είναι κατηγορηματική: το νοσηλευτικό προσωπικό δεν έχει ανάγκη από ακόμη μία επικοινωνιακή παρουσίαση, αλλά από συγκεκριμένες, ουσιαστικές νομοθετικές παρεμβάσεις, ικανές να αναβαθμίσουν πραγματικά το επάγγελμα, να ενισχύσουν τις υποστελεχωμένες δομές υγείας και να διασφαλίσουν ασφαλείς συνθήκες παροχής φροντίδας τόσο για τους ίδιους τους επαγγελματίες όσο και για τους ασθενείς που εξυπηρετούν. Το μήνυμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια συγκυρία κατά την οποία το Εθνικό Σύστημα Υγείας καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα αυξανόμενες ανάγκες περίθαλψης και χρόνιες ελλείψεις προσωπικού, καθιστώντας το ζήτημα της θεσμικής κατοχύρωσης του νοσηλευτικού κλάδου κάτι περισσότερο από συντεχνιακό αίτημα: μια παράμετρο που άπτεται άμεσα της ποιότητας και της ασφάλειας των υπηρεσιών υγείας που προσφέρονται στον πολίτη.