Από τη “βαριά” κουλτούρα στην τέχνη της μάζας
✨Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη ανέδειξε κοινωνικούς διχασμούς και προβλήματα στην υγεία, αλλά και τη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση μεταξύ εμπορικής και ποιοτικής μουσικής στην Ελλάδα.
✨Η μουσική ένωση διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων δεν έσβησε τις διαφορές, ενώ η λαϊκή κουλτούρα και η αστική παραμένουν διακριτές μέσω της μουσικής έκφρασης και κοινωνικών αξιών.
✨Η ελληνική μουσική ιστορία δείχνει πως καλλιτέχνες ξεπέρασαν τα όρια κοινωνικών ταυτοτήτων, ενώ η νεολαία πάντα αγκαλιάζει νέα μουσικά ρεύματα και πολιτισμικές αλλαγές.
✨Ο διαχωρισμός μεταξύ εμπορικού και ποιοτικού τραγουδιού είναι σύνθετος, με προσωπικότητες όπως ο Μαζωνάκης να εκφράζουν αξίες λαϊκής κουλτούρας και κοινωνικής ταυτότητας.
Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη δεν ανέδειξε μόνο μία σειρά από δυσλειτουργίες και παθογένειες στον χώρο της Υγείας. Έφερε ξανά στην επιφάνεια και τον διχασμό της ελληνικής κοινωνίας πάνω στην κουλτούρα των λαϊκών στρωμάτων. Πρόκειται για μία κουβέντα που είναι διαρκής τις τελευταίες δεκαετίες δημιουργώντας ένα ατέρμονο γαϊτανάκι με μία λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους εμπορικούς και τους ποιοτικούς καλλιτέχνες.
Της Άννας Στεργίου, MSc Κοινωνιολογίας
Φυσικά πρόκειται για ψευδεπίγραφο δίλημμα, αν σκεφτούμε πως όλοι οι σπουδαίοι μουσικοί της χώρας μας έχουν συνεργαστεί με τους λεγόμενους εμπορικούς και συχνά έχουν κάνει και θαύματα. Η είσοδος του μπουζουκιού σε συναυλιακούς χώρους ήταν από μόνη της μία νίκη της κουλτούρας των μαζών.
Οι διαχωριστικές γραμμές στην Ελλάδα έπεσαν ήδη από τη δεκαετία του ’60. Η ταινία «Μία κυρία στα μπουζούκια» ανήκει στα αντιπροσωπευτικά έργα της εποχής, που απεικονίζουν τη διαφοροποίηση μεταξύ μεγαλοαστικής τάξης και λαϊκών στρωμάτων. Η διαφορά όμως είναι ουσιαστική. Η ανάμειξη των κοινωνικών στρωμάτων μέσω της μουσικής δεν σημαίνει ότι οι διαφορές γεφυρώνονται.
Το μεγαλοαστικό σπίτι υποχρεώνεται ουσιαστικά λόγω της ομορφιάς, του έρωτα και της εμμονής της κόρης να βρει τρόπο ώστε το μπουζούκι ν΄αποθεωθεί.
Έτσι εφόσον είναι απενεχοποιημένο από την κουλτούρα των μαζών, ο γαμπρός μπορεί να εγκαθιδρυθεί στο νέο σπιτικό και να ενταχθεί στην κοινωνική ιεραρχία, που πριν τον απέρριπτε. Πάντα βέβαια θα υπάρχει ως υπενθύμιση η καταγωγή σε οικογενειακούς καβγάδες, που δεν φαίνονται στο πανί.
Το ρεμπέτικο και η διανόηση
Πριν από μερικές δεκαετίες, εξάλλου, το ίδιο ερώτημα αφορούσε το ρεμπέτικο. Οι ρεμπέτες, οι χασικλήδες, οι απόκληροι της κοινωνίας έπρεπε να είναι διαφορετικοί από τον κόσμο της υψηλής τέχνης, που άκουγε η ελίτ.
Έπρεπε να έρθει τελικά η διανόηση για να αναδείξει τη σπουδαιότητα και τη σημασία των τραγουδιών των λαϊκών στρωμάτων και του κοινωνικού περιθωρίου. Οι φοιτητές της εποχής τα αγκάλιασαν και «Το βαπόρι απ’ την Περσία» έγινε η δική τους φωνή.
Αντίστοιχα, ο Διονύσης Σαββόπουλος έβαλε στις μπουάτ το δημοτικό τραγούδι. Είναι σαφές πως η καλλιτεχνική έκφραση δεν αφορά όλους, κατά πανομοιότυπο τρόπο, διότι δεν έχουν όλοι τις ίδιεςπροσλαμβάνουσες.
Επί δεκαετίες, στο Ηράκλειο της Κρήτης δεν άκουγαν λύρες οι αστοί της εποχής. Η αστική κουλτούρα αναδείκνυε και υπερθεμάτιζε τις διαφορές ανάμεσα στο τανγκό, το βαλς και έφερνε απέναντί της την αγροτική κουλτούρα, με τον τσάμικο, τον καλαματιανό, το καστρινό και τον πεντοζάλη.
Ωστόσο, υπήρχαν πάντα καλλιτέχνες που υπερέβαιναν τις γραμμές, όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Λάκης Χαλκιάς, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Γιάννης Πάριος, η Ελένη Μοσχολιού, η Ελένη Βιτάλη, η Χαρούλα Αλεξίου. Ποιος φανταζόταν πριν από μερικές δεκαετίες ότι τα νησιώτικα του Γιάννη Πάριου, δοσμένα με διαφορετικό τρόπο, θα έμπαιναν σε κάθε αστικό σπίτι;
Η μουσική διαφορά μεταξύ γενεών
Η ανάρτηση της Αφροδίτης Μάνου –παρότι η ίδια έκανε διορθωτική κίνηση– ανέδειξε για άλλη μία φορά μία ελιτίστικη διάθεση απέναντι στην κουλτούρα όχι μόνο των μικρομεσαίων στρωμάτων αλλά και των νέων της εποχής.
Ας μην ξεχνάμε ότι πάντα η νεολαία είναι πιο ανοιχτή στις προκλήσεις και στο καινούργιο.
Η τέχνη, έτσι κι αλλιώς, δεν αντικατοπτρίζει μόνο την κουλτούρα κάθε κοινωνικής τάξης ή κοινωνικού στρώματος, αλλά αποτελεί κι έκφραση διαφορετικών γενεών. Οι σημερινοί Έλληνες ογδοντάρηδες ξεφάντωναν με Έλβις Πρίσλει, όπως σήμερα αντίστοιχα τα παιδιά ακούν τραπ.
Η αγροτική και η αστική κουλτούρα
Η μουσική ως τρόπος κοινωνικής έκφρασης, όμως βάζει ως στοιχείο διαφοροποίησης την αστική κουλτούρα από την αγροτική. Η απόλυτη απενοχοποίηση της δημοτικής μουσικής και του πανηγυριού ήρθε μέσα από τα χορευτικά συγκροτήματα που μπήκαν όχι μόνο στους ομίλους και τις αδελφότητες, αλλά και στους αστικούς δήμους μετά τη δεκαετία του ’80.
Εκείνο που δεν λέει, φυσικά, κανείς, όταν ψέγει τη λαϊκή κουλτούρα έναντι της κουλτούρας μιας ελίτ, είναι πως, ακόμη κι αν ένας άνθρωπος λατρεύει την κλασική μουσική, το εισιτήριο για να δει καλές παραστάσεις δεν είναι ευκαταφρόνητο και γίνεται κι απαγορευτικό, όταν δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές του ανάγκες.
Οι ταμπέλες περί εμπορικού και ποιοτικού
Είναι σαφές πως ο διαχωρισμός «ποιοτικού» και «εμπορικού» τραγουδιού είναι πολύ πιο σύνθετος. Δεν αποτελεί απλώς μία αντιπαράθεση στίχων ή ενορχήστρωσης. Από τους πιο εμπορικούς μουσικοσυνθέτες είναι ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος ταυτόχρονα ήταν ποιοτικός.
Οι εκφραστές των δυο γραμμών θεωρούν ότι η μία μουσική οδηγεί στην ανόρθωση του πνεύματος ενός λαού, σε αντίθεση με το εμπορικό, που παραμένει στον εύκολο στίχο ή στην ψευδή ή ελλιπή ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας και τελικά στην μουσική για αυτοκατανάλωση κι όχι για προβληματισμό ή εσωτερική ανάταση.
Εκκεντρικότητα και αξιακοί κώδικες
Η προσωπικότητα του Γιώργου Μαζωνάκη, ήταν εκκεντρική για τα ελληνικά δεδομένα. Ωστόσο, αποδείχτηκε εκ των υστέρων, πως ο ίδιος κουβαλούσε τον αξιακό κώδικα των «παιδιών του Πειραιά», όπως διατυπώθηκε σε προηγούμενες δεκαετίες, προσαρμοσμένο στο ύφος της εποχής, συνυφασμένο με το φιλότιμο, την αληθινή αγάπη για τον συνάνθρωπο, κάτω από το τραπέζι και όχι σε ό, τι αφορά στα θεάματα.
Η παρουσία του επομένως απέκτησε το μέγεθος ενός λαϊκού ήρωα, που αγάπησαν και ακούμπησαν πάνω του διαφορετικές γενιές. Υπερέβη τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο Κολωνάκι και την Κοκκινιά αλλά παρέμεινε ο άνθρωπος που είχε κατανόηση και ενσυναίσθηση απέναντι σε όλους αυτούς που άφησε πίσω του.
Η κουλτούρα της πλέμπας
Η μεμψίμοιρη διάθεση απέναντι στην «κουλτούρα της πλέμπας» πολιτικά έχει και δεξιό και αριστερό πρόσημο. Στη μία περίπτωση, γιατί αφορά στην υποτίμηση των μαζών σε σχέση με τις ελίτ, στη δεύτερη, όμως, περίπτωση, επειδή αφορά στην κοντόθωρη οπτική ότι η ποπ κουλτούρα αποιδεολογικοποιεί και αποεπαναστατικοποιεί. Και στις δύο περιπτώσεις, ενώ ο στόχος είναι διαφορετικός, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, αλλά αυτό δεν μειώνει την αξία της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Η υποτίμηση της ποπ κουλτούρας φάνηκε και κατά τον πρόσφατο ερχομό της Μαντόνα στη χώρα μας, η οποία παραμένει ένα λαϊκό σύμβολο ενός κοριτσιού που ξέφυγε από τη μοίρα της μικρομεσαίας των ΗΠΑ για να γίνει μία από τις πιο καλοπληρωμένες καλλιτέχνιδες στον κόσμο.
Ο τόσο άδικος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη απλά ανέδειξε στο ευρύ κοινό τα χαρακτηριστικά εκείνα που τον έκαναν λαϊκό ήρωα.
Ο εγχώριος Γιώργος Μαζωνάκης και η Μαντόνα – Λουίζα Μαρία Τσικόνε αντιπροσωπεύουν το ίδιο νόμισμα, σε εγχώρια και διεθνή κλίμακα. Είναι το ίδιο αγαπητοί και το ίδιο «μισητοί» για παρόμοιους λόγους.
Η κοινωνική άνοδος και η κοινωνική τροχιά
Ανάγκασαν το σύστημα να υποκλιθεί επί δεκαετίες στο ταλέντο τους και αναδείχτηκαν σε εγχώρια ή διεθνή είδωλα. Αυτό βεβαίως μεταφράζεται σε ψυχικό κόστος για πλάσματα που ζουν την κοινωνική άνοδο αλλά παραμένουν με το ένα πόδι στο σημείο της αφετηρίας, στο μέρος δηλαδή απ’ όπου ξεκίνησαν και κουβαλούν συναισθηματικά στον εσωτερικό τους κόσμο.
Τα δυο αυτά πρόσωπα κατά έναν τρόπο κουβαλούν τις δυσκολίες της ανοδικής κοινωνικής τροχιάς. Θεωρητικά έχουν κάνει τα όνειρά τους πραγματικότητα ως χαρισματικές προσωπικότητες αλλά τελικά αντιλαμβάνονται πως ενώ είναι αγαπητοί σε όλο τον κόσμο, δεν ανήκουν πουθενά. Η φράση «Ανήκω σε μένα» αποτυπώνει ακριβώς τη μοναξιά της λάμψης και του υπαρξιακού προβλήματος, του ατόμου που κουβαλά έναν άλλο αξιακό κώδικα απ΄ αυτόν των ελίτ, με τις οποίες καλείται να συμπορευτεί στον νέο κόσμο, που ήθελε να μπει αλλά είναι κάπως αλλιώς είναι απ΄ ό,τι στα παιδικά όνειρα τον φαντάστηκε.