Στουρνάρας: Κατά της γενικευμένης μείωσης ΦΠΑ – Συνεχίζει την κόντρα με ΣΥΡΙΖΑ για το 2015 – “Φοβόμασταν για αιματοχυσία το 2015”
✨Ο Γιάννης Στουρνάρας τονίζει ότι ο δημοσιονομικός χώρος της χώρας δεν επιτρέπει γενικευμένη και μόνιμη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ λόγω υψηλού κόστους και δημοσιονομικής ισορροπίας.
✨Αναφέρεται στην κρίσιμη περίοδο των capital controls το 2015, περιγράφοντας τον φόβο και την αγωνία για την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της Ελλάδας.
✨Υπογραμμίζει τις προσπάθειες του για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και επικρίνει τη διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που επιδείνωσε την κατάσταση.
✨Τέλος, επισημαίνει ότι στοχευμένα εισοδηματικά μέτρα είναι πιο αποτελεσματικά και λιγότερο κοστοβόρα από μια οριζόντια μείωση ΦΠΑ, ειδικά λόγω του τουριστικού χαρακτήρα της χώρας.
«Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι απεριόριστος και, κατά την άποψή μου, δεν θα ήταν σκόπιμο να διατεθεί σε μια γενικευμένη και μόνιμη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ. Σε αρκετές χώρες της ΕΕ, οι μειώσεις ΦΠΑ που υιοθετήθηκαν για την αντιμετώπιση της ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης είχαν προσωρινό και στοχευμένο χαρακτήρα, κυρίως λόγω του υψηλού δημοσιονομικού τους κόστους και της ανάγκης διατήρησης της δημοσιονομικής ισορροπίας». Τα παραπάνω υποστηρίζει ο κεντρικός τραπεζίτης Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο manifesto.gr, ενώ αναφέρεται και στο ζήτημα των κλειστών τραπεζών το 2015, λέγοντας ότι η περίοδος των capital controls ήταν «η πιο δύσκολη και μοναχική στιγμή» και σημειώνει πως «φοβόμασταν ακόμη κι αιματοχυσία».
Όπως σημειώνει, «από τα τέλη Ιουνίου 2015 μέχρι τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου 2015, η χώρα έφθασε πιο κοντά από ποτέ στο χείλος του γκρεμού. Οι τράπεζες είχαν κλείσει, είχαν επιβληθεί περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και ο κίνδυνος μιας ανεξέλεγκτης εξέλιξης δεν ήταν πλέον θεωρητικός. Ήταν άμεσος και πραγματικός».
Η προσπάθειά του για ένταξη στο ευρώ
Ο ίδιος υπεραμύνεται των πρωτοβουλιών του, αναφερόμενος στην περίοδο 1994-2000, όταν συμμετείχε ενεργά στην «προετοιμασία και στις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση».
«Ήμουν ένας από τους ανθρώπους που εργάστηκαν για να ενταχθεί η χώρα στον πυρήνα της Ευρώπης. Χρειάστηκαν χρόνια προσπαθειών, μεταρρυθμίσεων και θυσιών για να αποκτήσουμε αξιοπιστία και να πετύχουμε αυτόν τον ιστορικό στόχο. Δεν μπορούσα τότε να φανταστώ ότι, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, θα καλούμουν να αντιμετωπίσω το ενδεχόμενο να ανατραπεί όλη αυτή η πορεία».
Η κόντρα με τον ΣΥΡΙΖΑ
Η κόντρα του κεντρικού τραπεζίτη με την πρώην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αναθερμαίνεται, καθώς ο ίδιος τονίζει πως «ο κίνδυνος αυτός δεν προέκυψε ως αναπόφευκτη συνέπεια κάποιου εξωτερικού γεγονότος. Επιδεινώθηκε από την ανεπαρκή πολιτική διαχείριση, από μια διαπραγμάτευση χωρίς σαφή στρατηγική και χωρίς ρεαλιστική εκτίμηση των συσχετισμών».
«Οι προειδοποιήσεις δεν εισακούστηκαν. Όσο η διαπραγμάτευση παρατεινόταν, η οικονομία έχανε πολύτιμο χρόνο και ρευστότητα, ενώ η εμπιστοσύνη που είχε οικοδομηθεί με κόπο τα προηγούμενα χρόνια εξανεμιζόταν, επιδεινώνοντας τις οικονομικές προοπτικές της χώρας».
Το θέμα των capital controls
Ο κ. Στουρνάρας, παρά τη διαφορετική άποψη στελεχών της ΕΛΑΣ και του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, τονίζει πως «το Σαββατοκύριακο που αποφασίστηκε ότι οι τράπεζες δεν μπορούσαν να ανοίξουν τη Δευτέρα παραμένει χαραγμένο στη μνήμη μου».
«Βλέπαμε την αγωνία των πολιτών, τις ουρές στα ΑΤΜ και τον φόβο να εξαπλώνεται. Να το πω ωμά: φοβόμασταν ακόμη και αιματοχυσία. Εκείνες τις ημέρες δεν υπήρχε περιθώριο λάθους. Τα στελέχη της Τράπεζας εργάζονταν αδιάκοπα για να διατηρηθεί όρθιο το τραπεζικό σύστημα, να εξασφαλιστεί η αναγκαία ρευστότητα και να συνεχιστεί ο ομαλός εφοδιασμός της οικονομίας με μετρητά.
»Γνώριζα, παράλληλα, ότι μια αποτυχία επίτευξης συμφωνίας δεν θα είχε μόνο τραπεζικές συνέπειες. Θα μπορούσε να οδηγήσει σε ρήξη με την Ευρώπη και να αλλάξει την πορεία της χώρας για πολλές γενιές.
»Εκεί αισθάνθηκα ίσως περισσότερο από ποτέ τη μοναξιά της ευθύνης. Η Τράπεζα της Ελλάδος όφειλε να προειδοποιεί με σαφήνεια για τις συνέπειες μιας αποτυχίας στις διαπραγματεύσεις, σε ένα εξαιρετικά πολωμένο περιβάλλον, όπου κάθε προειδοποίηση αντιμετωπιζόταν συχνά με καχυποψία ή ακόμη και εχθρότητα.
»Έπρεπε να επιμένω ότι η Ελλάδα όφειλε να παραμείνει στο ευρώ, όταν γύρω μας υπήρχαν φωνές που αντιμετώπιζαν τη ρήξη σχεδόν ως μια εύκολη ή ανώδυνη επιλογή. Ως διοικητής, όμως, είχα υποχρέωση να λέω την αλήθεια και να υπερασπίζομαι την ανεξαρτησία του θεσμού, ανεξάρτητα από τις αντιδράσεις και το προσωπικό κόστος.
»Είχα εργαστεί για να μπει η χώρα στον πυρήνα της Ευρώπης· δεν μπορούσα να παρακολουθήσω αμέτοχος μια πορεία που θα οδηγούσε σε ρήξη με την Ευρώπη και θα ήταν καταστροφική για τη χώρα».
Γιατί απορρίπτει τη γενικευμένη μείωση του ΦΠΑ
Ο κ. Στουρνάρας, σε ό,τι αφορά τη γενικευμένη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ, τονίζει πως «αποτελεί οριζόντιο και ανεπαρκώς στοχευμένο μέτρο. Ωφελεί όλους τους καταναλωτές ανεξαρτήτως εισοδήματος και, σε απόλυτους όρους, το όφελος είναι μεγαλύτερο για τα νοικοκυριά με υψηλότερη κατανάλωση».
Εάν ο στόχος είναι η στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων, όπως υποστηρίζει, «τα στοχευμένα εισοδηματικά μέτρα είναι κατά κανόνα αποτελεσματικότερα και έχουν χαμηλότερο δημοσιονομικό κόστος».
Υπογραμμίζει ακόμη πως «θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μέρος των εσόδων ΦΠΑ στην Ελλάδα προέρχεται από τις αγορές των επισκεπτών από το εξωτερικό». Η παράμετρος αυτή, σημειώνει, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στην Ελλάδα, όπου η τουριστική κίνηση σε σχέση με τον πληθυσμό είναι υψηλότερη από ό,τι σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Μια γενικευμένη μείωση του ΦΠΑ θα περιόριζε και αυτά τα έσοδα, ενώ, στον βαθμό που θα περνούσε στις τιμές, θα ωφελούσε και τους ξένους επισκέπτες. «Επομένως, το Δημόσιο θα αναλάμβανε ένα δημοσιονομικό κόστος, μέρος του οποίου θα αφορούσε την ελάφρυνση καταναλωτών που δεν κατοικούν στη χώρα».
Με τους ίδιους πόρους, προσθέτει, μια στοχευμένη παρέμβαση θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη στήριξη στα εγχώρια νοικοκυριά που πιέζονται περισσότερο από την ακρίβεια.
Ο κ. Στουρνάρας επισημαίνει επίσης ότι η «μετακύλιση των μειώσεων ΦΠΑ στις τελικές τιμές δεν είναι ούτε πλήρης ούτε δεδομένη». Εξαρτάται από τη διάρθρωση και τον βαθμό ανταγωνισμού της εκάστοτε αγοράς, καθώς και από τη διάρκεια του μέτρου.
Όπως αναφέρει, η μετακύλιση είναι συχνά ασύμμετρη: οι μειώσεις των συντελεστών ΦΠΑ μεταφέρονται στις τελικές τιμές βραδύτερα και σε μικρότερο βαθμό από τις αυξήσεις, καθώς μέρος της φορολογικής ελάφρυνσης μπορεί να μετατραπεί σε αυξημένα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Το δημοσιονομικό ζήτημα και η απώλεια εσόδων
«Το δημοσιονομικό ζήτημα είναι επίσης καθοριστικό. Στο πλαίσιο των νέων ευρωπαϊκών κανόνων, όπου ο κύριος δείκτης είναι η πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών, μια πιθανή μόνιμη απώλεια εσόδων, όπως μια μόνιμη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ, αναμένεται να αναπροσαρμόσει προς τα κάτω και το όριο των πρωτογενών δαπανών, εφόσον δεν αντισταθμιστεί».
Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, περιορίζει σημαντικά τα διαθέσιμα περιθώρια για άλλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. «Για να είναι η μείωση των συντελεστών ΦΠΑ συμβατή με τη συμφωνημένη δημοσιονομική πορεία, θα απαιτηθεί είτε ισοδύναμη μόνιμη αύξηση άλλων εσόδων είτε αντίστοιχη συγκράτηση δαπανών».
Σημειώνει ακόμη πως πρόσφατη μελέτη της ΤτΕ δείχνει ότι η άμεση επίπτωση μιας προσωρινής μείωσης των συντελεστών ΦΠΑ στον πληθωρισμό είναι περιορισμένη και, σε μακροοικονομικό επίπεδο, στατιστικά μη σημαντική. Η βραχυχρόνια μετακύλιση στις τιμές εκτιμάται μεταξύ 19% και 25%, ενώ γίνεται ισχυρότερη όταν επικρατούν συνθήκες μεγαλύτερου ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων.
Ο ίδιος υποστηρίζει πως δεν συνιστάται μια γενικευμένη μείωση του ΦΠΑ ως βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, ιδίως στην Ελλάδα, όπου σε επιμέρους αγορές εξακολουθούν να επικρατούν ολιγοπωλιακές συνθήκες και περιορισμένος ανταγωνισμός, «δυσχεραίνοντας την πλήρη μετακύλιση της φορολογικής ελάφρυνσης στις τελικές τιμές».
«Εάν, παρά ταύτα, επιλεγεί μια τέτοια πρωτοβουλία, αυτή θα πρέπει να έχει εξαρχής περιορισμένη διάρκεια, να αφορά συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών και να είναι πλήρως κοστολογημένη. Παράλληλα, απαιτούνται έλεγχοι από τους αρμόδιους φορείς σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού, προκειμένου να περιοριστούν φαινόμενα αισχροκέρδειας που μειώνουν το όφελος για τα νοικοκυριά».
Ο κ. Στουρνάρας αναφέρεται και στις επιπτώσεις μιας μείωσης του ΦΠΑ στην κατανάλωση. «Η μείωση του ΦΠΑ, στον βαθμό που μετακυλίεται στις τιμές, ενισχύει την αγοραστική δύναμη και τονώνει την κατανάλωση».
Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση, ενώ η αλλαγή του παραγωγικού της μοντέλου απαιτεί μεγαλύτερη έμφαση στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα και στην εξωστρέφεια.
Επενδύσεις και καινοτομία
Ερωτώμενος για τις ευρωπαϊκές επενδύσεις και την καινοτομία, υποστηρίζει πως απαιτείται, μεταξύ άλλων, «απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου, δίνοντας έμφαση στην εξελισσόμενη πραγματικότητα επί του πεδίου, και χωρίς να υπονομεύονται οι στόχοι πολιτικής και τα υψηλά πρότυπα της Ε.Ε.».
Ο εξορθολογισμός και η οικονομικά αποδοτικότερη εφαρμογή των κανόνων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ίδιο, μείωση του διοικητικού φόρτου και του κόστους συμμόρφωσης.
«Σε αυτή τη λογική κινούνται οι δέσμες νομοθετικών μέτρων “Omnibus” της Ε.Ε. Οι αλλαγές συμπληρώνουν την προσέγγιση “για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση” (“one in, one out”), η οποία αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του κόστους των νέων διοικητικών επιβαρύνσεων με ισοδύναμες μειώσεις υφιστάμενων επιβαρύνσεων στον ίδιο τομέα πολιτικής».
Ο κ. Στουρνάρας αναφέρεται ακόμη στην ανάγκη αντιμετώπισης του κανονιστικού κατακερματισμού στην Ενιαία Αγορά, σημειώνοντας ότι απαιτούνται εναρμόνιση ή ενοποίηση των κανόνων και ψηφιοποίηση των διαδικασιών.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην πρόταση για τη δημιουργία μιας πραγματικά ευρωπαϊκής εταιρικής μορφής, της EU Inc. ή «28ου καθεστώτος». Όπως εξηγεί, μια νεοφυής επιχείρηση θα μπορεί να ιδρύεται ψηφιακά και να αναπτύσσεται σε ολόκληρη την ΕΕ χωρίς να αντιμετωπίζει 27 διαφορετικά εταιρικά νομικά συστήματα.
Τέλος, μιλά για τον κατακερματισμό των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών και την ανάγκη ενίσχυσης της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Όπως τονίζει, η ενίσχυση των επενδύσεων στην Ευρώπη απαιτεί καλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, στήριξη των επιχειρηματικών κεφαλαίων και μεγαλύτερη έμφαση στην εμπορική αξιοποίηση της έρευνας και στην ανάπτυξη των καινοτόμων επιχειρήσεων.
Αναφέρεται, τέλος, στην ανάγκη δημιουργίας μόνιμης κεντρικής δημοσιονομικής ικανότητας (central fiscal capacity), με δυνατότητα κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού για τη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών, όπως επενδύσεις στην έρευνα, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τις ψηφιακές υποδομές.