Τι συμβαίνει στην Ουγγαρία με τον φόρο των πλουσίων…

 Τι συμβαίνει στην Ουγγαρία με τον φόρο των πλουσίων…
💡 AI Summary by Libre

Η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας προτείνει φόρο 1% σε περιουσίες άνω του 1 δισ. φιορινιών, με εκτιμώμενα έσοδα έως 600 δισ. φιορίνια ετησίως.

Ο φόρος θα καλύπτει ακίνητα, εταιρικές συμμετοχές, πολυτελή περιουσιακά στοιχεία και περιουσίες συζύγων και παιδιών, για περιορισμό φοροαποφυγής.

Η πρωτοβουλία στοχεύει κυρίως στους πλουσιότερους επιχειρηματίες που ευνοήθηκαν από το δίκτυο ΝER της περιόδου Όρμπαν, ως μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης.

Υπάρχουν αντιδράσεις για τον φόρο, με προτάσεις να αντιμετωπιστεί ο παράνομος πλούτος μέσω δικαστικών διαδικασιών και να φορολογηθούν περισσότερο μερίσματα και εταιρικά κέρδη.

Ένα νέο νομοσχέδιο κατατίθεται τον Οκτώβριο στην Ουγγαρία μαζί με τον προϋπολογισμό του 2027. Αφορά φόρο στους πλουσίους και εσοδα έως 600 δισ. φιορίνια τον χρόνο υπολογίζει η κυβέρνηση. Ποιοι όμως είναι αυτοί που θα πληρώσουν και γιατί η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων αποτελεί τον μεγάλο «πονοκέφαλο»

Η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας προχωρά στην επιβολή ετήσιου φόρου 1% στις μεγάλες περιουσίες, σε μια κίνηση που σηματοδοτεί μια ευρύτερη αλλαγή στη φορολογική και οικονομική πολιτική της χώρας μετά το τέλος της 16ετούς πολιτικής κυριαρχίας του Βίκτορ Όρμπαν.

Το σχετικό νομοσχέδιο έχει ολοκληρωθεί και αναμένεται να κατατεθεί στο ουγγρικό κοινοβούλιο τον Οκτώβριο, μαζί με τον κρατικό προϋπολογισμό για το 2027.

Ο υπουργός που ηγείται του Γραφείου του Πρωθυπουργού, Μπάλιντ Ρουφ, επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην καθιέρωση φόρου πλούτου, ο οποίος στην πράξη θα αφορά περιουσία άνω του 1 δισ. φιορινιών, περίπου 2,4 εκατ. ευρώ.

Η βασική πρόταση προβλέπει συντελεστή 1% ετησίως.

32122207

Τι θα φορολογείται

Ο φόρος αναμένεται να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που παρουσίασε τον Ιούνιο ο υπουργός Οικονομικών Άντρας Κάρμαν, στο φορολογητέο κεφάλαιο θα περιλαμβάνονται:

  • χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία,
  • ακίνητα,
  • τίτλοι και κινητές αξίες,
  • συμμετοχές σε εταιρείες.

Η αρχική πολιτική πρόταση του Πέτερ Μάγκιαρ ήταν ακόμη πιο συγκεκριμένη ως προς το εύρος των περιουσιακών στοιχείων. Το προεκλογικό πρόγραμμα της Tisza προέβλεπε φόρο 1% στο τμήμα της περιουσίας που υπερβαίνει το 1 δισ. φιορίνια, με συνυπολογισμό ακινήτων, εταιρικών συμμετοχών και περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό.

Στο στόχαστρο θα μπορούσαν να βρεθούν ακόμη και πολυτελή περιουσιακά στοιχεία, όπως θαλαμηγοί, ιδιωτικά αεροσκάφη, έργα τέχνης και πολυτελή αυτοκίνητα. Η πρόταση περιλάμβανε επίσης την αντιμετώπιση της περιουσίας συζύγων και παιδιών, προκειμένου να περιοριστούν τα περιθώρια φοροαποφυγής.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα κρίσιμο σημείο που δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί δημόσια: εάν το 1% θα επιβάλλεται μόνο στο ποσό πάνω από το όριο του 1 δισ. φιορινιών ή εάν η υπέρβαση του ορίου θα ενεργοποιεί φόρο επί ολόκληρης της περιουσίας.

Έσοδα έως 600 δισ. φιορίνια

Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι ο νέος φόρος θα μπορούσε να αποφέρει 300 έως 600 δισ. φιορίνια ετησίως.

Η πρόταση έρχεται σε μια περίοδο δημοσιονομικής πίεσης, καθώς η κυβέρνηση έχει ήδη τροποποιήσει τον φετινό προϋπολογισμό, διευρύνοντας τον στόχο για το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Το όριο του 1 δισ. φιορινιών είναι, πάντως, χαμηλότερο από εκείνο που είχε προτείνει αρχικά ο Μάγκιαρ. Όταν παρουσίασε την ιδέα πέρυσι, είχε μιλήσει για φορολόγηση περιουσιών άνω των 5 δισ. φιορινιών.

Η αλλαγή αυτή διευρύνει σημαντικά τον αριθμό των πιθανών φορολογουμένων και έχει προκαλέσει συζητήσεις για το κατά πόσο ο φόρος θα πλήξει αποκλειστικά τους πολύ πλούσιους ή και επιχειρηματίες με σχετικά μικρότερες περιουσίες.

Από τους ολιγάρχες του Όρμπαν στους νέους φορολογούμενους

Η πολιτική διάσταση του μέτρου είναι δύσκολο να αγνοηθεί.

Η νέα κυβέρνηση του Πέτερ Μάγκιαρ έχει βάλει στο στόχαστρο το λεγόμενο System of National Cooperation (NER), το δίκτυο οικονομικής και πολιτικής επιρροής που αναπτύχθηκε κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Όρμπαν.

Ορισμένοι από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της χώρας απέκτησαν ή ενίσχυσαν τις περιουσίες τους μέσω δημόσιων συμβάσεων, κρατικών διαγωνισμών και δραστηριοποίησης σε κλάδους όπως οι κατασκευές, η ενέργεια, τα μέσα ενημέρωσης, ο τραπεζικός τομέας και τα ακίνητα.

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Λόριντς Μέσαρος, ο οποίος βρίσκεται στην κορυφή της λίστας του ουγγρικού Forbes με εκτιμώμενη περιουσία περίπου 5 δισ. δολαρίων. Η επιχειρηματική του αυτοκρατορία εκτείνεται από την ενέργεια και τις κατασκευές έως τα χρηματοοικονομικά, τον τουρισμό και τα μέσα ενημέρωσης.

Στη λίστα των πλουσιότερων Ούγγρων βρίσκεται επίσης ο γαμπρός του Όρμπαν, Ίστβαν Τίμπορτς, με περιουσία που υπολογίζεται στα 245 εκατ. δολάρια. Τα επιχειρηματικά του συμφέροντα περιλαμβάνουν ακίνητα, ξενοδοχεία και τραπεζικές δραστηριότητες.

Ο οικονομολόγος Ζόλταν Πογάτσα, ο οποίος έχει μελετήσει τις περιουσίες των 50 πλουσιότερων Ούγγρων, υποστηρίζει ότι 38 από αυτούς είτε δημιούργησαν τον πλούτο τους κατά την περίοδο Όρμπαν μέσω δημόσιων διαγωνισμών είτε είχαν ήδη σημαντικές περιουσίες και επωφελήθηκαν εκτεταμένα από τις κρατικές προμήθειες.

Για τον ίδιο, ο φόρος αποτελεί έναν τρόπο επιστροφής μέρους του πλούτου που συνδέθηκε με το κράτος στα δημόσια ταμεία.

«Δεν είναι τιμωρία, αλλά κοινωνική δικαιοσύνη»

Ο Πέτερ Μάγκιαρ έχει παρουσιάσει τον φόρο ως μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης και όχι ως τιμωρία των πλουσίων.

Την ίδια άποψη δεν συμμερίζονται όλοι.

Ο διαχειριστής επενδυτικού κεφαλαίου και οικονομικός σχολιαστής Βίκτορ Ζσίνταϊ υποστηρίζει ότι η αντιμετώπιση του πλούτου που αποκτήθηκε με παράνομο ή αθέμιτο τρόπο θα πρέπει να γίνεται μέσω ποινικών και δικαστικών διαδικασιών και όχι μέσω ενός γενικού φόρου περιουσίας.

Παράλληλα, προτιμά υψηλότερη φορολόγηση των μερισμάτων και των εταιρικών κερδών, υποστηρίζοντας ότι ένας φόρος πλούτου θα μπορούσε να επιβαρύνει περισσότερο τις ουγγρικές επιχειρήσεις σε σχέση με επιχειρήσεις που ανήκουν σε ξένους επενδυτές.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και επιχειρηματίες που δηλώνουν ότι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν.

Ο επιχειρηματίας των μεταφορών Γκιόργκι Βάμπερερ, ο οποίος στήριξε την Tisza στην προεκλογική περίοδο, έχει υποστηρίξει ότι οι πλούσιοι πληρώνουν φόρους και σε άλλες χώρες και ότι το σημερινό ουγγρικό σύστημα επιβαρύνει δυσανάλογα τον μέσο φορολογούμενο.

Ένα φορολογικό σύστημα που ήδη ευνοεί τους πλούσιους

Η μεταρρύθμιση αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί στο πλαίσιο του υφιστάμενου φορολογικού συστήματος της Ουγγαρίας.

Η χώρα εφαρμόζει ενιαίο συντελεστή φόρου εισοδήματος 15%, τόσο για τους χαμηλότερους όσο και για τους υψηλότερους εισοδηματίες. Ο ίδιος συντελεστής εφαρμόζεται στα μερίσματα και στα κεφαλαιακά κέρδη.

Ο φόρος κληρονομιάς ανέρχεται στο 18%, αν και τα μέλη της άμεσης οικογένειας απαλλάσσονται από τον φόρο επί της ακίνητης περιουσίας.

Ο εταιρικός φόρος βρίσκεται μόλις στο 9%, ένας από τους χαμηλότερους συντελεστές στην Ευρώπη.

Παράλληλα, οι εργαζόμενοι καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές 18,5%, ενώ ο ΦΠΑ ανέρχεται στο 27%, το υψηλότερο επίπεδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το αποτέλεσμα είναι ένα φορολογικό σύστημα στο οποίο σημαντικό βάρος πέφτει στην εργασία και στην κατανάλωση.

Η Tisza έχει προτείνει παράλληλα να περιοριστούν φορολογικές απαλλαγές που απολαμβάνουν trusts και να χρησιμοποιηθούν τα πρόσθετα έσοδα για τη στήριξη των χαμηλότερων εισοδημάτων. Το σχέδιό της περιλαμβάνει βασικό συντελεστή φόρου εισοδήματος 9% και μειώσεις στον ΦΠΑ.

Το πρόβλημα της ανισότητας

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τα κρατικά έσοδα.

Σύμφωνα με στοιχεία της Blochamps Capital, τα οποία επικαλείται ο οικονομικός αναλυτής Ίστβαν Καράγκιτς, το πλουσιότερο 1% των νοικοκυριών στην Ουγγαρία κατέχει περίπου 35% του συνολικού πλούτου, ενώ το πλουσιότερο 10% ελέγχει πάνω από τα δύο τρίτα των περιουσιακών στοιχείων.

Ο ίδιος, ωστόσο, θεωρεί ότι το όριο του 1 δισ. φιορινιών είναι υπερβολικά χαμηλό. Υποστηρίζει ότι ένας επιχειρηματίας με δύο ακίνητα και μια μικρή εταιρεία θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπος με τον φόρο, παρότι απέχει σημαντικά από την εικόνα ενός δισεκατομμυριούχου.

Για τον λόγο αυτό προτείνει όριο 5 δισ. φιορινιών, δηλαδή περίπου 10 εκατ. ευρώ. Με ένα τέτοιο όριο, εκτιμά ότι το κράτος θα μπορούσε να συγκεντρώνει περίπου 100 δισ. φιορίνια τον χρόνο από έως και 10.000 νοικοκυριά.

Το προηγούμενο του 2009

Η Ουγγαρία έχει ήδη μια αρνητική εμπειρία από την προσπάθεια επιβολής φόρου περιουσίας.

Το 2009 επιχείρησε να φορολογήσει την ακίνητη περιουσία, όμως το Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε τις σχετικές διατάξεις μέσα σε λίγους μήνες.

Το βασικό πρόβλημα ήταν η αποτίμηση των ακινήτων. Οι φορολογούμενοι έπρεπε να δηλώνουν την αγοραία αξία της περιουσίας τους, ενώ η φορολογική αρχή μπορούσε να αντικαταστήσει τη δήλωση με δική της εκτίμηση. Εάν υπήρχε αρκετά μεγάλη απόκλιση, μπορούσε να επιβληθεί πρόστιμο.

Το δικαστήριο έκρινε ότι οι αγοραίες αξίες μπορούσαν να μεταβληθούν ακόμη και κατά 40% χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί κάποια συναλλαγή που να επιβεβαιώνει την αλλαγή. Ως αποτέλεσμα, το σύστημα μετέφερε στον φορολογούμενο την αβεβαιότητα της αποτίμησης και παραβίαζε την αρχή της νομικής ασφάλειας.

Σήμερα το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο, καθώς η κυβέρνηση θέλει να φορολογήσει όχι μόνο ακίνητα αλλά και συμμετοχές σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες δεν διαθέτουν καθημερινή χρηματιστηριακή τιμή.

Το ελβετικό μοντέλο και η αποτίμηση των επιχειρήσεων

Η αποτίμηση των εταιρικών συμμετοχών θεωρείται ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία του νέου συστήματος.

Ο Μάγκιαρ έχει αρχίσει να παραπέμπει στο ελβετικό μοντέλο, όπου λειτουργεί ήδη σύστημα αποτίμησης συμμετοχών σε ιδιωτικές εταιρείες.

Ο πρόεδρος της OTP Bank, Σάντορ Τσάνι, έχει εκφράσει πάντως απορία για το γεγονός ότι ορισμένοι Ούγγροι δισεκατομμυριούχοι δηλώνουν ήδη ότι στηρίζουν τον φόρο, χωρίς να γνωρίζουν ακόμη τις τελικές λεπτομέρειες, τη δομή και τον ακριβή τρόπο υπολογισμού του.

Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα της κυβέρνησης: να σχεδιάσει έναν φόρο που θα είναι ταυτόχρονα αποτελεσματικός, εισπρακτικά αποδοτικός και νομικά ανθεκτικός.

Ποιοι ξένοι επενδυτές κινδυνεύουν να φορολογηθούν

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το καθεστώς των ξένων επενδυτών που έχουν λάβει άδεια παραμονής μέσω του ουγγρικού Guest Investor Program.

Η κατοχή άδειας παραμονής δεν συνεπάγεται αυτομάτως φορολογική κατοικία στην Ουγγαρία.

Η φορολογική κατοικία εξαρτάται από μια σειρά κριτηρίων, μεταξύ των οποίων η μόνιμη εγκατάσταση, η μοναδική μόνιμη κατοικία, το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η παρουσία στη χώρα για τουλάχιστον 183 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος.

Το πρόγραμμα παρέχει προσωρινή άδεια παραμονής και δεν επιβάλλει ελάχιστη φυσική παρουσία. Συνεπώς, ένας επενδυτής μπορεί να αποκτήσει άδεια παραμονής και να συνεχίσει να ζει εκτός Ουγγαρίας χωρίς να καταστεί αυτομάτως φορολογικός κάτοικος.

Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι εάν ο νέος φόρος θα αφορά και περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην Ουγγαρία αλλά ανήκουν σε μη φορολογικούς κατοίκους.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους συμμετέχοντες στο Guest Investor Program, οι οποίοι μπορούν να εισέλθουν στο πρόγραμμα είτε με επένδυση τουλάχιστον 250.000 ευρώ σε πιστοποιητικά επενδυτικού κεφαλαίου ακινήτων είτε με δωρεά τουλάχιστον 1 εκατ. ευρώ σε ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης.

Η Ουγγαρία και η διεθνής εικόνα

Εφόσον εφαρμοστεί, η Ουγγαρία θα γίνει η πέμπτη χώρα του ΟΟΣΑ που εφαρμόζει φόρο επί της καθαρής περιουσίας, μετά τη Νορβηγία, την Ισπανία, την Ελβετία και την Κολομβία.

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία, φορολογούν συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων χωρίς να εφαρμόζουν έναν ενιαίο φόρο επί της συνολικής καθαρής περιουσίας.

Η διεθνής συζήτηση, πάντως, βρίσκεται σε διαφορετική κατεύθυνση σε ορισμένες χώρες. Στη Νορβηγία, για παράδειγμα, κυβερνητική επιτροπή πρότεινε πρόσφατα τη μείωση του φόρου πλούτου, καθώς η χώρα αντιμετωπίζει και το ζήτημα της μεταφοράς φορολογικής κατοικίας από πλούσιους πολίτες στο εξωτερικό.

Ποιος θα είναι τελικά ο αντίκτυπος;

Για τους υποστηρικτές του μέτρου, ο φόρος αποτελεί εργαλείο αναδιανομής του πλούτου και περιορισμού της ανισότητας.

Ο Μίροσλαβ Παλάσκι, καθηγητής Οικονομικών στο Charles University της Πράγας και επικεφαλής έρευνας του Tax Justice Network, υποστηρίζει ότι οι φόροι πλούτου δεν έχουν μόνο δημοσιονομικό χαρακτήρα. Μπορούν, σύμφωνα με τον ίδιο, να συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη όταν περιορίζουν υπερβολικές συγκεντρώσεις πλούτου και δίνουν σε περισσότερους ανθρώπους τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην οικονομική δραστηριότητα.

Οι επικριτές, αντίθετα, προειδοποιούν ότι ένας χαμηλός φορολογικός συντελεστής εισοδήματος και ένας νέος φόρος επί του κεφαλαίου μπορεί να δημιουργήσουν κίνητρα για μεταφορά περιουσίας και φορολογικής κατοικίας εκτός Ουγγαρίας.

Η κυβέρνηση καλείται έτσι να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο στόχους: να αυξήσει τη φορολογική επιβάρυνση των πολύ πλούσιων και ταυτόχρονα να μην αποθαρρύνει την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις.

Το κρίσιμο τεστ του Οκτωβρίου

Η πραγματική εικόνα θα ξεκαθαρίσει όταν κατατεθεί το νομοσχέδιο στο κοινοβούλιο.

Μέχρι τότε παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα: ποια περιουσιακά στοιχεία θα φορολογούνται, πώς θα αποτιμώνται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, πώς θα αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, τι θα ισχύει για τους μη φορολογικούς κατοίκους και εάν το 1% θα εφαρμόζεται στο σύνολο της περιουσίας ή μόνο στο τμήμα πάνω από το όριο.

Το μέτρο αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, κάτι περισσότερο από έναν νέο φόρο.

Για τη νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας είναι μέρος της προσπάθειας να αλλάξει ένα οικονομικό μοντέλο που, κατά τους υποστηρικτές της μεταρρύθμισης, δημιούργησε μια εξαιρετικά μεγάλη συγκέντρωση πλούτου γύρω από τους επιχειρηματικούς κύκλους που συνδέθηκαν με την εποχή Όρμπαν.

Για τους επικριτές, όμως, ο φόρος κινδυνεύει να μετατρέψει ένα πολιτικό μήνυμα σε ένα δύσκολο φορολογικό εγχείρημα, με σημαντικά προβλήματα αποτίμησης και πιθανές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της ουγγρικής οικονομίας.

Τον Οκτώβριο θα φανεί εάν η Ουγγαρία έχει βρει τον τρόπο να φορολογήσει αποτελεσματικά τον μεγάλο πλούτο — ή εάν θα επαναλάβει τα λάθη της αποτυχημένης απόπειρας του 2009.

Με πληροφορίες από theguardian, imidaily

Σχετικά Άρθρα