Υπόθεση Κυψέλης: “Όταν η οικογένεια παύει να είναι ομπρέλα προστασίας”
✨Η υπόθεση της Κυψέλης αναδεικνύει σοβαρά προβλήματα ενδοοικογενειακής βίας και την κατάρρευση της παραδοσιακής προστασίας που παρέχει η οικογένεια στα παιδιά.
✨Η ελληνική μυθολογία και παραδόσεις περιγράφουν γονεϊκές μορφές που καταπνίγουν ή βλάπτουν τα παιδιά τους, αντανακλώντας σύγχρονες περιπτώσεις κακοποίησης και παραμέλησης.
✨Το νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο στην Ελλάδα είναι απαρχαιωμένο και ανεπαρκές, με έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και ουσιαστικής στήριξης των κοινωνικών υπηρεσιών.
✨Παρά τις φωνές για αυστηρότερα μέτρα, όπως η θανατική ποινή, η κοινωνία χρειάζεται βελτίωση των δομών και πρόληψη, καθώς η παραβατικότητα των ανηλίκων παραμένει υψηλή.
Η υπόθεση της Κυψέλης έρχεται να προστεθεί σε μία σωρεία προβληματικών καταστάσεων μέσα στις οικογένειες. Είναι από τις περιπτώσεις που το περίβλημα της οικογένειας έχει ρωγμές και είναι ζήτημα χρόνου να σπάσει με κρότο. Τα εγκλήματα προς τα παιδιά θεωρούνται και είναι τα πιο «άδικα», γιατί είναι ανίκανα να αμυνθούν. Ταυτόχρονα, ακυρώνουν μία παλαιότατη συνθήκη της ανθρωπότητας, που αφορά στην ομπρέλα προστασίας, που παρέχει η οικογένεια ως προς τα μέλη της.
Της Άννας Στεργίου, MSc Κοινωνιολογίας, κοινοβουλευτικής συντάκτριας
Αυτή η άτυπη συνθήκη προστασίας, που συμβαίνει ακόμη και σε αγελαία θηλαστικά και όχι μόνο, που προστατεύουν τα μικρά τους, καταλύεται.
Πατέρας Κρόνος
Η ελληνική μυθολογία, πέρα από την όποια κανιβαλιστική ανάγνωση, έχει μιλήσει γι’ αυτή τη συνθήκη με τον πατέρα – Ουρανό ή πατέρα – Κρόνο, που «τρώνε» τα παιδιά τους, προκειμένου να μην αμφισβητήσουν την εξουσία τους. Ο πατέρας διώκει τον γιο ή την κόρη, διότι δεν τον βλέπει ως παιδί αλλά ως μελλοντικό ανταγωνιστή.
Σε παλαιότερες εποχές, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, βασιλείς σκότωσαν τα παιδιά τους. Κλασικό το παράδειγμα του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, ο οποίος ήταν ένας κατά τ’ άλλα αναμορφωτής του Οθωμανικού κράτους αλλά διέταξε τον στραγγαλισμό του πρωτότοκου γιου του, Μουσταφά όταν τον είδε ως ανταγωνιστή του στον θρόνο.
Η ελληνική παράδοση αναδεικνύει τη μάνα και τη θέτει ως σημαντικό πρότυπο της Εστίας και της Δήμητρας. Υπάρχει μία εκδοχή πως ενώ η Ήρα θεωρείται προστάτιδα του γάμου πέταξε τον Ήφαιστο γιατί είχε μία μορφή αναπηρίας στο πόδι του. Η άλλη εκδοχή βέβαια είναι πως ο Ήφαιστος ήρθε σε αντιπαράθεση με τον πατέρα του, Δία και σακατεύτηκε διότι τον άρπαξε από το πόδι και τον πέταξε στο κενό. Η κακιά μητριά – Ήρα έστειλε φίδια για να σκοτώσουν τον Ηρακλή στην κούνια του. Στο παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ είναι μάγισσα αυτή που κυνηγά και σκοτώνει τα παιδιά, δηλαδή μη κανονικό πρόσωπο, πλανεύοντάς τα με το σπίτι – ζαχαρωτό.
Μάνα – Μήδεια
Η ψυχικά ασταθής Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της μετά το σοκ που έχει υποστεί από την αγνωμοσύνη και την έλλειψη αγάπης του Ιάσονα, που μετά από τόσα που έχει κάνει γι’ αυτόν την εγκαταλείπει για μία άλλη. Η Μήδεια όμως είναι ξένη. Τοποθετεί τον σύντροφο πάνω από τα παιδιά της, ανοίγοντας έναν φαύλο κύκλο μανίας και αντεκδίκησης. Η αρχαία ελληνική δραματουργία της αναγνωρίζει ελαφρυντικά για τη μανία της. Όμως, η μάνα – Μήδεια, δεν εκλείπει ως μορφή από την πραγματικότητα του σύγχρονου βίου.
Η «κανιβαλιστική» πραγματικότητα του Κρόνου όμως έχει και μία συμβολική διάσταση, η οποία δεν είναι αμελητέα κι αφορά στην κατάποση της προσωπικότητας των παιδιών από γονείς, που κατά οποιονδήποτε τρόπο τα κακοποιούν.
Σε ιδρύματα υπάρχουν παιδιά, των οποίων οι γονείς κατά κανόνα είναι ανώριμοι, ανίκανοι ή αδύναμοι οικονομικά να εκπληρώσουν ή ν’ ανταποκριθούν στον γονεϊκό τους ρόλο. Οι οικονομικά αδύναμοι, όταν βελτιώσουν τη ζωή τους, κατά κανόνα είναι κοντά στα παιδιά τους.
Διατάξεις και απαρχαιωμένο νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο
Ο «σπαραγμός» της κοινωνίας δεν έχει νόημα, αν δεν αλλάζει και δεν βελτιώνεται το πλαίσιο της πολιτείας μετά από μία τέτοια τραγωδία. Το νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο είναι σε πολλές διατάξεις του απαρχαιωμένο, δεν αφήνει περιθώρια στην κοινωνία να περιμένει πολλές ουσιαστικές αλλαγές. Ακόμη και από το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας που φτιάχτηκε, λείπουν βασικές ειδικότητες και προσωπικό για να λειτουργήσει πραγματικά κι όχι ως μία δομή επιδοματικής πολιτικής.
Έτσι, ενώ οι κοινωνιολόγοι έχουν βασικό θεματικό αντικείμενο σπουδών την Κοινωνιολογία της Οικογένειας, βρίσκονται κατά κανόνα απέξω από τις εξελίξεις και σε ελάχιστες περιπτώσεις έχουν ουσιαστικό ρόλο στον σχεδιασμό προγραμμάτων. Ανάλογη η κατάσταση και στο υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, που ένα βασικό κομμάτι των υπηρεσιών, αφορά σε παιδιά.
Η βασική πυραμίδα των κοινωνικών υπηρεσιών βασίστηκε σε δεδομένα άλλων εποχών, όταν υπήρχαν στην ανώτερη εκπαίδευση μόνο κοινωνικοί λειτουργοί ή οι μετανάστες από το εξωτερικό ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι. Κι ενώ όλα αυτά άλλαξαν στις δεκαετίες του ’80 και 90, οι θέσεις κοινωνιολόγων στις δημόσιες δομές φυλακών, μετανάστευσης, προγραμμάτων απεξάρτησης είναι ελάχιστες ενώ μετά το 2020 υπήρξε εξοβελισμός κι από την εκπαίδευση.
Η δουλειά των ψυχολόγων, των κοινωνιολόγων και των κοινωνικών λειτουργών είναι διαφορετική αλλά εξίσου απαραίτητη. Οι κοινωνικές επιστήμες γενικότερα δεν υπάρχουν σε όλα τα σημαντικά ξένα πανεπιστήμια γιατί δεν χρειάζονται αλλά γιατί μπορούν να βελτιώσουν την ατομική ζωή και την κοινωνία.
Οι φωνές για επαναφορά της θανατικής ποινής
Η λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στις μαρτυρίες κατοίκων και γειτόνων. Ουκ ολίγοι Έλληνες πολίτες διερωτώνται τι φταίει κι έχουμε μεγάλη παραβατικότητα στους ανηλίκους, ενώ μέρος της ελληνικής κοινωνίας λοξοκοιτάζει ως λύση τη θανατική ποινή. Μόνο που και στις ΗΠΑ, όπου υπάρχει θανατική ποινή, οι παιδοκτονίες και η παραβατικότητα ανηλίκων ανθούν και βασιλεύουν. Στις ΗΠΑ αυτές τις μέρες δικάζεται, η Λίντσεϊ Κλάνσι, η οποία έχει παραδεχθεί ότι σκότωσε τα τρία παιδιά της, όμως η υπεράσπισή της υποστηρίζει ότι έπασχε από επιλόχεια ψύχωση. Πριν στρέψει το όπλο της στον εαυτό της, η 32χρονη Τρανιέλ Χάρσμαν κάλεσε τον αριθμό 911 το απόγευμα της Δευτέρας, 10 Φεβρουαρίου 2025 και ανέφερε ότι είχε πυροβολήσει τις τέσσερις κόρες της μέσα στο σπίτι τους στην κομητεία Big Horn. Οι τρεις σκοτώθηκαν και η μία χαροπάλευε.
Τα κοινωνικά προβλήματα μπορούν να έχουν και δικαστική και αστυνομική διάσταση, αλλά προηγείται ή κι έπεται η κοινωνική. Διότι, ακόμη κι όπου υπάρχουν θέσεις εργασίας, ο κοινωνικός επιστήμονας καλείται να γίνει διεκπεραιωτής της Δικαιοσύνης, όταν ήδη το πρόβλημα είναι υπαρκτό και μάλιστα δυσεπίλυτο. Η προληπτική παρέμβαση, λόγω έλλειψης προσωπικού, είναι σχεδόν απίθανο να συμβεί.
Το αρνητικό γονεϊκό πρότυπο και οι μανάδες
Η πραγματική ζωή εμπεριέχει και μανάδες, οι οποίες δεν μπορούν να προστατέψουν τα παιδιά τους ή κάνουν κακό στα παιδιά τους, ηθελημένα ή αθέλητα. Ούτε αυτές τις προστάτεψε κάποιος όταν μεγάλωναν με λανθασμένο τρόπο. Η Μήδεια υπάρχει και στα ελληνικά και στα ξένα δελτία ειδήσεων, ως υπαρκτό πρόσωπο. Το γονεϊκό πρότυπο καταλύεται και αντικαθίσταται από μία γυναίκα, η οποία αντιδρά σαν ξένη και μπορεί να βλάψει, υπό μη κανονικές ή υπό κανονικές συνθήκες, το παιδί της.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις ψυχικής αστάθειας της γυναίκας λόγω προσωρινής ή μόνιμης βλάβης, λόγω τοξικοεξάρτησης, αλκοολισμού κ.ά. Αλλά ακόμη και σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως είναι η επιλόχειος κατάθλιψη, όπου κατά κανόνα οι γυναίκες κάνουν κακό στον εαυτό τους κ.ά. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις γυναικών με σύνδρομο Βαρόνου Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου.
Η σχέση με τον σύντροφο
Τα εγκλήματα αυτά δεν είναι ίδια, ούτε έχουν τις ίδιες αφετηρίες. Μία άλλη κατηγορία αυτών των αδικημάτων συνδέεται με την αντίστροφη σχέση της μητέρας προς τον σύντροφο. Αυτή η συνθήκη εμπεριέχει είτε το σύνδρομο της παθολογικής συναισθηματικής εξάρτησης από τον σύντροφο είτε αφορά γυναίκες που δεν έχουν στηρίγματα, οικονομικά ή συναισθηματικά. Φοβούνται να φύγουν από τον κακοποιητικό σύζυγο ή σύντροφο και προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα σιγά – σιγά ή το υπομένουν.
Τα νεκρά παιδιά φυσικά και δεν μπορούν να μιλήσουν. Μπορούν όμως να μιλήσουν τα κορμιά τους για κακοποιητικές συμπεριφορές, για ανελέητο ξύλο, για καψίματα, για καταστάσεις ιδιαίτερα οδυνηρές, για καθεστώς φόβου και ψυχολογικής κακοποίησης κ.ά.
Η κακοποίηση των παιδιών
Τα αποτελέσματα, ακόμη κι αν ένα παιδί ξεφύγει από το πλαίσιο των κακοποιητικών συμπεριφορών, είναι οδυνηρά. Γι΄ αυτό πρέπει να υπάρχει πρόληψη. Ειδάλλως, χάνεται το αίσθημα της ασφάλειας, της αυτοπεποίθησης, του σεβασμού των άλλων ή του αυτοσεβασμού και είναι κατά κανόνα πιο ευάλωτα και σε εξαρτήσεις. Τα παιδιά που δεν έχουν μία σταθερή ομπρέλα οικογένειας, που έχει αρχές, έχει σεβασμό προς τα μέλη της, καλύπτει τις οικονομικές και συναισθηματικές τους ανάγκες, μετατρέπονται είτε σε θύτες είτε εκ νέου θυματοποιούνται στη μετέπειτα ζωή τους.
Η επιστήμη της Κοινωνιολογίας, η οποία ελαφρά τη καρδία εξοβελίστηκε ουσιαστικά από το εκπαιδευτικό σύστημα σε μία χρονική περίοδο που οι αλλεπάλληλες μνημονιακές κρίσεις έφεραν και αδυναμία στην κοινωνική συνοχή, αναφέρεται στη δυναμική των ομάδων αλλά και στη σημασία τους για αλλαγές που είναι απαραίτητες στην ελληνική κοινωνία. Κανένα παιδί δεν πρέπει και δεν μπορεί να επιστρέφει σ’ ένα κακοποιητικό περιβάλλον, αν δεν υπάρξει ίαση όχι μόνο του ίδιου αλλά και της οικογένειας, που για διάφορους λόγους νοσεί.
Ο θεσμός της αναδοχής θέλει νομοθετική και πρακτική βελτίωση. Οι ανάδοχοι γονείς μεγαλώνουν ένα παιδί σαν να είναι ένα αόρατο υποτυπώδες νοσοκομείο και η πολιτεία, αναλόγως, το ξαναστέλνει στο σημείο που γέννησε το πρόβλημα. Κι ενώ το αστυνομικό – νομικό σύστημα ως ένα βαθμό λειτουργεί, το κοινωνικό σύστημα, που είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πρόληψης, για παιδοκτονίες, γυναικοκτονίες κ.ά. είναι σε απόλυτη αναντιστοιχία με την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα.
Τα παιδιά, όμως, που ζουν σε δυσλειτουργικά οικογενειακά περιβάλλοντα ή αλλάζουν διαρκώς αναδόχους είναι πιο εύκολο ν’ αναπτύξουν παραβατικές συμπεριφορές. Όχι γιατί το θέλουν, αλλά γιατί το αξιακό πλαίσιο στο οποίο έχουν μεγαλώσει είναι χαλαρό, το μήνυμα που περνά από τις οικογένειες είναι θολό κι ασαφές κι έχουν μάθει να επιβιώνουν, μόνα και χωρίς κανόνες.
Η δικαιοσύνη αργεί πολλές φορές ν’ αποφανθεί για τα παιδιά, που οι γονείς τους δεν αντιλαμβάνονται όπως πρέπει ή δεν μπορούν ν΄ ανταποκριθούν στο γονεϊκό πρότυπο, της συναισθηματικής και κοινωνικοικονομικής ασφάλειας. Όμως, η αποτελεσματική βοήθεια αυτών των παιδιών που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη δεν μπορεί να γίνει έρμαιο ούτε της υποστελέχωσης των Κοινωνικών Υπηρεσιών ούτε της γραφειοκρατίας ούτε των κρίκων της αλυσίδας της εκπαίδευσης και της ανυπαρξίας ουσιαστικής μέριμνας σε επίπεδο αυτοδιοίκησης. Και η πολιτεία επιτέλους οφείλει να δει ουσιαστικές λύσεις κι όχι δάκρυα κατόπιν εορτής.