Τα ελληνοτουρκικά στην (προ)εκλογική χοάνη
✨Ο κίνδυνος να εμπλακεί η προεκλογική πολιτική αντιπαράθεση σε ελληνοτουρκική κρίση είναι υπαρκτός, καθώς η Τουρκία ακολουθεί μακροπρόθεσμο γεωστρατηγικό σχεδιασμό.
✨Η Τουρκία επιδιώκει να αναβαθμίσει τη στρατιωτική και ναυτική της ισχύ, ενώ οι πρόσφατες συμμαχίες και εντάσεις με Ισραήλ και Ελλάδα δημιουργούν νέα δυναμική στην περιοχή.
✨Η Ελλάδα, με την υποστήριξη του Ισραήλ και την αναβάθμιση των εξοπλισμών της, αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση και ανάγκη εσωτερικής πολιτικής συνεννόησης για σταθερότητα.
✨Προτάσεις για συνεννόηση μεταξύ νυν και πρώην πρωθυπουργών αποσκοπούν στην αποτροπή εκμετάλλευσης της έντασης για κομματικά οφέλη και την ενίσχυση της εθνικής στρατηγικής.
Ο κίνδυνος να εμπλακεί η προεκλογική πολιτική αντιπαράθεση σε μία ελληνοτουρκική κρίση είναι ορατός. Τουλάχιστον σε εκείνους που δεν καταφεύγουν σε μία διαχείριση ρίσκου-οφέλους με κομματικούς όρους και εκλογικό ορίζοντα. Η ανάλυση ανεξάρτητων διπλωματών και διεθνολόγων πόρρω απέχει από την προβολή “πατριωτισμού” στην οποία ασκούνται, τόσο η κυβέρνηση, όσο και κόμματα -υφιστάμενα και υπό ίδρυση- της αντιπολίτευσης και δεν στριμώχνεται σε ευκαιριακές πολιτικές σκοπιμότητες.
Μερίδα του πολιτικού μας προσωπικού συνηθίζει να προσεγγίζει τις εξάρσεις του τουρκικού αναθεωρητισμού με όρους εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού στην γείτονα. Τις συνδέει με τον εκλογικό κύκλο, τις πιέσεις που ενδεχομένως υφίσταται ο Ταγίπ Ερντογάν λόγω των ελληνικών εξοπλισμών και συμμαχιών (Ισραήλ), ακόμα και την διακηρυγμένη επιδίωξή του να επεκτείνει την προεδρική του θητεία (παρά τις συνταγματικές προβλέψεις). Ή τέλος πάντων, να ορίσει το πολιτικό πεδίο μετά απ΄ αυτόν και να συνδέσει το όνομά του με μία ιστορική επανατοποθέτηση της Τουρκίας, υπερβαίνοντας την φήμη του Κεμάλ.
Σχεδόν τίποτε απ΄ όσα πράττει ή σχεδιάζει δεν είναι ευκαιριακό και (μόνο) για το εσωτερικό πεδίο. Για παράδειγμα, η πρόσφατη τριμερής συμφωνία με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία και η αλλαγή κλίματος με την Αίγυπτο. Η Τουρκία υλοποιεί με ιώβειο υπομονή και μεθοδικότητα τον δικό της στρατηγικό σχεδιασμό και εν προκειμένω στα ελληνοτουρκικά αντιλαμβάνεται πώς διαθέτει το γεωπολιτικό εκτόπισμα, την οικονομική αντοχή και την αυτοπεποίθηση να κάνει τα επόμενα βήματα.
Είναι ακριβές –το επισήμανε και ο πρωθυπουργός– ότι “η δράση προκαλεί αντίδραση” και ως εκ τούτου η Άγκυρα επιθυμεί να ανακτήσει το χαμένο έδαφος της προηγούμενης περιόδου ( μετά τους καταστροφικούς σεισμούς), κυρίως, όμως, είναι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή (Ιράν) σε συνδυασμό με το ουκρανικό που της δίνουν νέες δυνατότητες. Της δημιουργούν, όμως, και έναν νέο εχθρό, το Ισραήλ, και ουδείς μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα η επόμενη εστία έντασης ή και πολέμου να αφορά τις δύο χώρες στο πεδίο της Συρίας.
Η απόλυτη ταύτιση της Ελλάδας με το Ισραήλ του Νετανιάχου αποδεικνύεται πώς έχει οφέλη (γεωπολιτικά και αμυντικά), έχει, όμως, και πολύ μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας καθώς δημιουργεί πρόσθετη ανάγκη στην Τουρκία να κοιτάξει προς δυσμάς. Δεν εγκατέλλειψε ποτέ τις βλέψεις της. Η Διακήρυξη των Αθηνών -που πολλοί καθ΄ ημάς είδαν ως “ιστορική επιτυχία” και αποπροσανατόλισαν (την κοινή γνώμη), ή αποπροσανατολίστηκαν (και οι ίδιοι)-, δεν μπορούσε να μακροημερεύσει διότι η στρατηγική της Τουρκίας για την “Γαλάζια Πατρίδα” δεν απορρίφθηκε ποτέ. Το αντίθετο, προετοιμάζεται συστηματικά.
Για τον Ερντογάν (και την υστεροφημία του), η Συνθήκη της Λωζάννης είναι μία “ιστορική ανορθογραφία” –ένα λάθος του Κεμάλ που περιόρισε το εύρος της Τουρκίας-, το δε ελληνικό δικαίωμα για επέκταση έως τα 12 μίλια στο Αιγαίο ισοδυναμεί, γι’ αυτήν, με τον αποκλεισμό της από την ανοιχτή θάλασσα μέσω του Αρχιπελάγους. Όπως επισημαίνουν αρκετοί αναλυτές, ο Ερντογάν θέλει να καταστήσει την Τουρκία μία ναυτική δύναμη που θα αναλογεί στο στρατιωτικό και γεωπολιτικό της εύρος και στην αυτοπεποίθηση που ενισχύεται από ολοένα και περισσότερες χώρες (πολλές εξ αυτών ευρωπαϊκές), κυρίως από τις ΗΠΑ.
Οι πρόσφατες κινήσεις της Τουρκίας, το αναμενόμενο νομοσχέδιο για τη “Γαλάζια Πατρίδα”, οι δηλώσεις κορυφαίων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων με σενάρια ακόμα και για πολεμική κρίση, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ένταση με το Ισραήλ και την εξοπλιστική αναβάθμιση της Ελλάδας, δημιουργούν, αναμφίβολα, μία νέα κατάσταση.
Όσοι επένδυσαν πολιτικά στα “ήρεμα νερά” αντιλαμβάνονται πώς το αφήγημα εξέπνευσε, παρότι υπήρξε χρήσιμο για ένα διάστημα και ουδόλως ήταν “ενδοτικό”, όπως διακήρυτταν άλλοι. “Ήρεμα νερά”, βεβαίως, δεν υπήρξαν ποτέ, απλώς μία περίοδος ύφεσης που είχε ανάγκη η Τουρκία και την οποία αξιοποιήσαμε κι εμείς για να πάρουμε την σκυτάλη στην κούρσα εξοπλισμών.
Η ένταση, όμως, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας κλιμακώνεται σε προεκλογικό χρόνο και με την κυβέρνηση να νοιώθει έντονα την πίεση περί αυτοδυναμίας και δη από τα δεξιά της, όπου σύντομα θα προστεθεί και η ανεξέλεγκτη μεταβλητή που ονομάζεται Αντώνης Σαμαράς. Οι “Σειρήνες”, λοιπόν, εύκολα μπορούν να πείσουν ότι τα ελληνοτουρκικά θα μπορούσαν να είναι εμβρυουλκός κομματικής συσπείρωσης των δεξιών ψηφοφόρων, με τις κατάλληλες “πατριωτικές” κινήσεις, και από την άλλη πλευρά εξίσου εύκολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να καταγγελθεί ο “κατευνασμός”, ακόμα και η “ενδοτικότητα” των κυβερνώντων.
Πριν καιρό η Ντόρα Μπακογιάννη και τώρα ο (πρώην) διπλωματικός σύμβουλος του πρωθυπουργού και καθηγητής στο Δημοκρίτειο Σωτήρης Σέρμπος μίλησαν για την ανάγκη της συνεννόησης μεταξύ του νυν και των πρώην πρωθυπουργών.
Αναφέρει σε άρθρο του στο liberal.gr :” Τουλάχιστον, προσωπικά, με έγνοια για την ελληνική εξωτερική πολιτική τόσο ως ακαδημαϊκός επαγγελματικά, βιωματικά, από τις συνεργασίες με τους πολιτικούς, από την περασμένη εβδομάδα έβαλα στο δημόσιο διάλογο ότι οι τέσσερις πρώην πρωθυπουργοί, ο Κώστας Καραμανλής, ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Αντώνης Σαμαράς, μαζί με τον πρωθυπουργό, τον Κυριάκο Μητσοτάκη θα πρέπει να καθίσουν σε ένα τραπέζι πίσω από κλειστές πόρτες μακριά από τις κάμερες και να μιλήσουν και να στείλουν ένα πολύ ισχυρό μήνυμα τόσο στο εσωτερικό όσο και προς τους εταίρους, τους συμμάχους και τους ανταγωνιστές μας αλλά και προς την ίδια την Τουρκία.”
Ο ρομαντισμός του πανεπιστημιακού; Ίσως. Πιθανώς, όμως, να πρόκειται τελικά για τον πραγματισμό του ειδικού που δεν έχει κανένα λόγο να υποκύπτει στην εσωτερική πολιτική ατμόσφαιρα. Βεβαίως, κάτι τέτοιο, απλά, δεν πρόκειται να συμβεί. Δεν το θέλει κανένας από τους εμπλεκόμενους. Σε προεκλογική περίοδο, ακόμα περισσότερο.
Δυστυχώς, η τουρκική προκλητικότητα και ο αναθεωρητισμός της Άγκυρας (και όχι μόνο του Ερντογάν που, φυσικά, τον “εργαλειοποιεί”) συναγωνίζεται με την ανάγκη αρκετών καθ’ ημάς να επιδείξουν τον πολιτικά εμπορεύσιμο “πατριωτισμό” τους. Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, για παράδειγμα, θα (υπερ)προβάλλουν τα σενάρια πολέμου των τουρκικών, οι δε δικοί μας πολιτικοί -κυβερνώντες και μη- θα απαντούν “στρατιωτικά” (και λιγότερο διπλωματικά) στις εξάρσεις των Τούρκων που επικαλούνται τους προγόνους τους που “δρόσιζαν τα σπαθιά τους στο Αιγαίο”.
Τα ελληνοτουρκικά γίνονται μέρος της εσωτερικής προεκλογικής αντιπαράθεσης με όρους ψηφοθηρίας και οι ψηφοφόροι “εκπαιδεύονται” με το σύνδρομο του Παβλόφ. Όμως, οι κυοφορούμενες γεωπολιτικές ανακατατάξεις και η στρατηγική υπομονή της Τουρκίας θα μας φέρει κάποια στιγμή μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις. Τότε, είναι αμφίβολο εάν θα υπάρχει ακροατήριο να ακούσει και πολιτικό σύστημα να πράξει…