ΕΛΑΣ: ”Η μία γυναίκα μίλησε-Η άλλη κατήγγειλε- Η τρίτη δολοφονήθηκε”
✨Τρεις πρόσφατες υποθέσεις έμφυλης βίας αποκάλυψαν τη συνέχιση της ιδιοκτησιακής αντίληψης και της βίας κατά των γυναικών στην Ελλάδα.
✨Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη ζητά θεσμικές αλλαγές, όπως την αναγνώριση της γυναικοκτονίας και αυστηρότερη διερεύνηση καταγγελιών, ειδικά για κρατικούς λειτουργούς.
✨Απαιτούνται επαρκείς δομές προστασίας, υποστήριξης και εκπαίδευσης, καθώς και ασφαλείς χώροι και υποδομές για γυναίκες με αναπηρία και θύματα βίας.
✨Η βία κατά των γυναικών είναι κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο που απαιτεί από την Πολιτεία να εγγυηθεί ελευθερία και ασφάλεια χωρίς ατομικές ευθύνες.
Μέσα σε λίγες ημέρες, τρεις διαφορετικές υποθέσεις αποκάλυψαν ξανά το συνεχές της έμφυλης βίας: από την ταπείνωση, την απειλή και τον έλεγχο έως τον σεξουαλικό εξαναγκασμό, τον βιασμό και τη γυναικοκτονία.
Στη Νέα Σμύρνη, η 45χρονη Μελίνα δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της. Είχε χωρίσει. Είχε αλλάξει κλειδαριές. Φοβόταν. Δεν «απέτυχε» να προστατευτεί. Εκείνος αρνήθηκε να αποδεχθεί ότι δεν του ανήκε. Τη δολοφόνησε επειδή διεκδίκησε το δικαίωμα να φύγει και να ζήσει έξω από τον έλεγχό του.
Στη Θεσσαλονίκη, γυναίκα με αναπηρία κατήγγειλε τον πρώην σύντροφό της, εν ενεργεία αστυνομικό, για επαναλαμβανόμενες γενετήσιες πράξεις χωρίς τη συναίνεσή της, απειλές και βιντεοσκόπηση προσωπικών στιγμών. Η υπόθεση αναδεικνύει μια εξαιρετικά άνιση σχέση εξουσίας: η έμφυλη βία διασταυρώνεται με την αναπηρία και με τη θεσμική ισχύ που απορρέει από την αστυνομική ιδιότητα. Παράλληλα, γνωστή δημοσιογράφος απευθύνθηκε στις Αρχές για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας. Η υπόθεση καταρρίπτει ένα επίμονο και επικίνδυνο στερεότυπο: ότι η κακοποίηση αφορά μόνο γυναίκες «αδύναμες», οικονομικά εξαρτημένες ή κοινωνικά αποκλεισμένες.
Η έμφυλη βία δεν σταματά μπροστά στην επαγγελματική επιτυχία, στη δημόσια αναγνωρισιμότητα ή στην κοινωνική θέση. Εκείνο που διαφοροποιείται είναι τα μέσα που διαθέτει κάθε γυναίκα για να αναγνωρίσει τη βία, να μιλήσει, να φύγει και να προστατευτεί. Η οικονομική εξάρτηση, η αναπηρία, η μητρότητα, η κοινωνική απομόνωση, η εργα-σιακή επισφάλεια και η απουσία δημόσιων υπηρεσιών κάνουν την έξοδο από μια κακο-ποιητική σχέση δυσκολότερη και συχνά πιο επικίνδυνη.
Οι υποθέσεις δεν είναι ίδιες ούτε είχαν την ίδια κατάληξη. Ανήκουν, όμως, στο ίδιο κοινωνικό και έμφυλο συνεχές: στην ιδιοκτησιακή αντίληψη που αντιμετωπίζει τη γυναίκα, το σώμα, τον χρόνο, τη σεξουαλικότητα, τις σχέσεις και τις επιλογές της ως κτήματα του συντρόφου.
Η αντίληψη αυτή λέει:
• «Μου ανήκεις».
• «Δεν θα φύγεις».
• «Θα ντύνεσαι όπως θέλω».
• «Θα μου λες πού βρίσκεσαι».
• «Έχω δικαίωμα στο σώμα σου».
• «Αν δεν είσαι μαζί μου, δεν θα είσαι με κανέναν».
Αυτό δεν είναι αγάπη. Δεν είναι ενδιαφέρον. Δεν είναι ζήλια. Είναι έλεγχος, εξουσία και βί-α.
Η γυναικοκτονία δεν είναι «κακιά στιγμή» ούτε «έγκλημα πάθους». Είναι η ακραία κατάλη-ξη αυτής της ιδιοκτησιακής αντίληψης: η πεποίθηση ότι μια γυναίκα που αρνείται, αντιστέ-κεται ή αποχωρεί πρέπει να τιμωρηθεί επειδή διεκδίκησε την κυριότητα της ζωής της.
Γι’ αυτό δεν αρκούν οι εκκλήσεις προς τις γυναίκες να «μιλήσουν», να «φύγουν» ή να «καταγγείλουν». Η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται ξανά στις ίδιες. Οι προτροπές αυ-τές είναι κενές όταν δεν συνοδεύονται από ένα συνεκτικό δημόσιο σύστημα πρόληψης, προστασίας και λογοδοσίας.
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη ζητά:
• Τη θεσμική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» στον Ποινικό Κώδικα, ώστε να αποτυπώνονται ρητά το έμφυλο κίνητρο, η ιδιοκτησιακή αντίληψη και η σχέση ε-ξουσίας που παράγουν το έγκλημα.
• Την άμεση και ουσιαστική διερεύνηση κάθε καταγγελίας έμφυλης και ενδοοικογε-νειακής βίας, με ενιαία πρωτόκολλα εκτίμησης κινδύνου και άμεσα μέτρα προστα-σίας.
• Ειδική, ανεξάρτητη διαδικασία διερεύνησης και πειθαρχικού ελέγχου όταν ο καταγ-γελλόμενος ανήκει στα Σώματα Ασφαλείας ή σε άλλον κρατικό μηχανισμό. Η ιδιότη-τα και η στολή δεν μπορεί να λειτουργούν ως ασπίδα ατιμωρησίας.
• Άμεση απομάκρυνση υπηρεσιακού οπλισμού και περιορισμό της πρόσβασης σε όπλα όταν υπάρχει καταγγελία και τεκμηριωμένη εκτίμηση υψηλού κινδύνου.
• Σταθερή δημόσια χρηματοδότηση και επαρκή στελέχωση των συμβουλευτικών κέ-ντρων, των ξενώνων, της γραμμής SOS και των κοινωνικών υπηρεσιών σε ολό-κληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των νησιωτικών και απομακρυσμένων πε-ριοχών.
• Ασφαλή και άμεσα διαθέσιμη στέγη για τις γυναίκες και τα παιδιά τους, καθώς και δωρεάν νομική, ψυχοκοινωνική και οικονομική υποστήριξη.
• Πλήρως προσβάσιμες υπηρεσίες για τις γυναίκες με αναπηρία, με εξειδικευμένο προσωπικό, κατάλληλες υποδομές και δυνατότητα ισότιμης επικοινωνίας.
• Συστηματική και υποχρεωτική επιμόρφωση αστυνομικών, δικαστικών, εισαγγελι-κών, υγειονομικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών λειτουργών, ώστε καμία γυναίκα να μη μένει αβοήθητη απέναντι στην αδράνεια, την αμφισβήτηση ή την ανεπάρκεια των θεσμών.
• Την εισαγωγή συνεκτικής, επιστημονικά τεκμηριωμένης και κατάλληλης για κάθε ηλικία Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Εκπαίδευσης, από την προσχολική έως τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν τη συναίνεση, τον σε-βασμό των ορίων, την ισότητα των φύλων, την ασφαλή επικοινωνία και την απο-δοχή της διαφορετικότητας.
• Διαρκή ψυχοκοινωνική, εκπαιδευτική και υλική υποστήριξη των παιδιών των θυμά-των γυναικοκτονίας, καθώς και όλων των παιδιών που είναι μάρτυρες και ταυτό-χρονα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Το τραύμα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε φτώχεια, εγκατάλειψη και κοινωνικό αποκλεισμό.
Η βία κατά των γυναικών δεν είναι ιδιωτική δυσλειτουργία μιας σχέσης ούτε μια σειρά ασύνδετων «οικογενειακών επεισοδίων». Είναι κοινωνικό, έμφυλο και βαθιά πολιτικό φαινόμενο. Τροφοδοτείται από τις σχέσεις ανισότητας, την οικονομική εξάρτηση, την ανοχή στον έλεγχο, τη θεσμική αδράνεια και την πεποίθηση ότι οι γυναίκες ανήκουν σε κάποιον άλλον. Οι γυναίκες δεν ανήκουν σε κανέναν.
Δεν είναι ευθύνη τους να γίνουν καλύτερες στην επιβίωση. Είναι πολιτική ευθύνη της Πολιτείας να εγγυηθεί ότι θα μπορούν να ζουν ελεύθερες και ασφαλείς, χωρίς να χρειάζεται πρώτα να αποδείξουν ότι κινδυνεύουν. Καμία ανοχή στην έμφυλη βία. Καμία ανοχή στις δικαιολογίες περί «κακιάς στιγ-μής». Καμία ανοχή στις συνθήκες ανισότητας και ιδιοκτησίας που τη γεννούν και τη συντηρούν.