Τζιμ Λόντος: 51 χρόνια μετά τον θάνατο του σύγχρονου μικρόσωμου θρύλου της πάλης

 Τζιμ Λόντος: 51 χρόνια μετά τον θάνατο του σύγχρονου μικρόσωμου θρύλου της πάλης
💡 AI Summary by Libre

Ο Τζιμ Λόντος, γεννημένος ως Χρήστος Θεοφίλου στο Κουτσοπόδι Αργολίδας το 1897, έγινε ένας από τους μεγαλύτερους παλαιστές της εποχής του, με πάνω από 2.500 αγώνες.

Από την εργασία ως λαντζέρης στη Νέα Υόρκη, ανακάλυψε την πάλη και έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής, κερδίζοντας το κοινό με τις εντυπωσιακές του τεχνικές και τη δύναμή του.

Η νίκη του το 1916 στο Πόρτλαντ απέναντι σε μεγαλύτερους αντιπάλους του έδωσε το εισιτήριο για σημαντικότερες διοργανώσεις και αναγνώριση στην Αμερική και την Ελλάδα.

Η ζωή του Λόντου ξεπέρασε τα όρια του αθλητισμού, καθώς έγινε λαϊκός ήρωας, ενέπνευσε καλλιτέχνες όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης και ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση.

Η μυθιστορηματική ζωή του «Δαυίδ» παλαιστή Τζιμ Λόντου: Υπέταξε τους Γολιάθ της πάλης, αποθεώθηκε στην Ελλάδα και την Αμερική από τον λαό και έγινε τραγούδι από τον Μάρκο Βαμβακάρη ενώ ανέπτυξε και φιλανθρωπική δράση.

Ο Τζιμ Λόντος έφυγε από τη ζωή στις 19 Αυγούστου 1975 από ανακοπή καρδιάς αλλά η μυθιστορηματική του ζωή, εξελίχθηκε σε ατάκα της εποχής, για όποιον κατάφερνε κάτι παραπάνω από τις δυνάμεις του: «Μα, ποιος είσαι; Ο Τζιμ Λόντος». Ο Δαυίδ εξελίχθηκε σε Γολιάθ δίνοντας πάνω από 2.500 αγώνες και έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους παλαιστές της εποχής του.

Από ένα μικρό χωριό της Αργολίδας στα μεγαλύτερα στάδια της Αμερικής. Από λαντζέρης στη Νέα Υόρκη σε παγκόσμιο πρωταθλητή πάλης. Και από τον κόσμο των ρινγκ στη θέση του λαϊκού ήρωα που ενέπνευσε ακόμη και τον Μάρκο Βαμβακάρη.

Ο Έλληνας παλαιστής, σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα, που γεννήθηκε ως Χρήστος Θεοφίλου στο Κουτσοπόδι Αργολίδας στις 2 Ιανουαρίου 1897 και έζησε αρκετά χρόνια της ζωής του στην Αμερική, έφυγε από τη ζωή στις 19 Αυγούστου 1975, σε ηλικία 78 ετών, έχοντας αφήσει πίσω του έναν μύθο που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της επαγγελματικής πάλης.

Ήταν το μικρότερο από τα 13 παιδιά της οικογένειας. Οι γονείς του είχαν ήδη αποφασίσει για το μέλλον του: η μητέρα του τον ήθελε ιερέα και ο πατέρας του στρατιωτικό. Ο ίδιος, όμως, είχε διαφορετικά σχέδια.

Από τα πρόβατα και τις αγελάδες στα ρινγκ

Από μικρός έδειχνε ότι είχε ιδιαίτερη σχέση με τη σωματική άσκηση. Ο πατέρας του τού είχε αναθέσει τη φροντίδα των δέκα προβάτων και των πέντε αγελάδων της οικογένειας, όπως συνέβαινε και με τα υπόλοιπα παιδιά. Ένα απόγευμα, η μητέρα του πανικοβλήθηκε όταν τον είδε να κρέμεται από ένα σχοινί. Πίστεψε ότι είχε συμβεί κάτι κακό. Ο μικρός Χρήστος, όμως, κατέβηκε ήρεμος και της εξήγησε ότι απλώς γυμναζόταν, ασκώντας τους μύες του λαιμού του.

Κανείς τότε δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι αυτό το παιδί θα εξελισσόταν λίγα χρόνια αργότερα στον Τζιμ Λόντος, έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους παλαιστές της εποχής.

Στα μόλις 13 χρόνια του αποφάσισε να φύγει από το σπίτι. Πρώτος σταθμός ήταν ο Πειραιάς, όπου γνώρισε τον παλιό Ολυμπιονίκη Δημήτρη Τόφαλο και πήρε τα πρώτα μαθήματα πάλης. Στη συνέχεια πήρε τον δρόμο της μετανάστευσης και έφτασε στην Αμερική. Για να επιβιώσει στη Νέα Υόρκη εργάστηκε ως λαντζέρης σε εστιατόριο.

Μια τυχαία συνάντηση που άλλαξε τη ζωή του

Η επαγγελματική πάλη δεν ήταν αρχικά στα σχέδιά του. Λίγες ημέρες μετά την άφιξή του στις ΗΠΑ, περπατώντας στο Μανχάταν, βρέθηκε τυχαία μπροστά σε έναν αγώνα πάλης.

Το θέαμα τον εντυπωσίασε. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε ότι ήθελε να γίνει μέρος αυτού του κόσμου. Με τις πρώτες οικονομίες που είχε συγκεντρώσει από τη δουλειά του στο εστιατόριο γράφτηκε σε προπονητήριο και άρχισε συστηματικά την εκπαίδευσή του.

Η αρχή, πάντως, δεν ήταν καθόλου εύκολη.

Ο πρώτος αγώνας του πραγματοποιήθηκε στη Σάντα Κρουζ του Μεξικού, όπου είχε πάει ύστερα από αγγελία που αναζητούσε αθλητές. Αγωνίστηκε, αλλά οι διοργανωτές δεν τον πλήρωσαν. Για τρεις ημέρες περιπλανήθηκε εξαντλημένος και νηστικός, μέχρι που συνάντησε έναν γνωστό του, ο οποίος του δάνεισε χρήματα για να επιστρέψει στο Σαν Φρανσίσκο. Η εμπειρία αυτή, αντί να τον αποθαρρύνει, τον πείσμωσε.

Στο Σαν Φρανσίσκο άρχισε να αγωνίζεται συστηματικά. Σ’ ένα ερασιτεχνικό τουρνουά κατάφερε να νικήσει το μεγάλο φαβορί, όμως ο μάνατζερ τον απείλησε ότι θα του αφαιρούσε το μετάλλιο αν δεν αγωνιζόταν ξανά την ίδια ημέρα.

Για τη νίκη του πήρε μόλις 25 σεντς. Ήταν, όμως, σημαντικό ποσό για εκείνον, καθώς στην οικοδομή έβγαζε 50 σεντς για οκτώ ώρες εξαντλητικής εργασίας.

Βλέποντας παράλληλα ότι οι νέοι αθλητές δεν είχαν ουσιαστικά προστασία ή δικαιώματα, αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας. Άρχισε να κλείνει μόνος του αγώνες στη δυτική Αμερική, αγωνιζόμενος σε πανηγύρια και αυτοσχέδιες αρένες.

Τα 500 δολάρια που άνοιξαν τον δρόμο

Η μεγάλη ευκαιρία δεν άργησε να εμφανιστεί. Το 1916 του προσφέρθηκαν 500 δολάρια για να αντιμετωπίσει έναν παλαιστή ονόματι Μπέρσον στο Πόρτλαντ. Ο Λόντος επικράτησε εύκολα και η νίκη αυτή αποτέλεσε ουσιαστικά το εισιτήριό του για μεγαλύτερες διοργανώσεις και ακόμη σημαντικότερες αμοιβές.

Δεν έμοιαζε με τους περισσότερους αντιπάλους του. Ήταν μικρόσωμος, αλλά διέθετε αρμονική σωματική διάπλαση, δύναμη, εκρηκτικότητα, ευστροφία και εξαιρετική τακτική.

Οι διοργανωτές διέκριναν σε εκείνον κάτι που θα εξελισσόταν στο βασικό χαρακτηριστικό της εικόνας του: έναν «Δαυίδ» που μπορούσε να τα βάλει με γιγαντόσωμους «Γολιάθ».

Οι θεατές συνέρρεαν κατά χιλιάδες για να τον παρακολουθήσουν και να δουν από κοντά τις εντυπωσιακές λαβές και τα περίφημα αεροπλανικά του.

Ο πατέρας του δεν ενθουσιάστηκε με τον νέο δρόμο

Η επιτυχία του άρχισε να γίνεται γνωστή και στην Ελλάδα. Ο Λόντος έστελνε στον πατέρα του στο Κουτσοπόδι αποκόμματα εφημερίδων που αναφέρονταν στα κατορθώματά του.

Η αντίδραση του πατέρα του, ωστόσο, δεν ήταν αυτή που θα περίμενε κανείς.

Έχοντας στο μυαλό του τους μπεχλιβάνηδες των τοπικών πανηγυριών, φέρεται να του απάντησε πως, αν ήταν να καταλήξει «μπεχλιβάνης» στην Αμερική, θα έπρεπε πρώτα να αλλάξει το όνομά του.

Η ήττα που του δίδαξε ότι κανείς δεν είναι ανίκητος

Στα 20 του χρόνια ο Λόντος βρέθηκε απέναντι στον «στραγγαλιστή Λιούις» στο Madison Square Garden, μπροστά σε 14.000 θεατές.

Ο αγώνας κράτησε 1 ώρα και 47 λεπτά και ολοκληρώθηκε με ήττα του Λόντου.

Η ήττα αυτή, όμως, αποτέλεσε σημαντικό μάθημα για τον νεαρό αθλητή: κανένας παλαιστής δεν είναι αήττητος.

Από τον «London» στον παγκόσμιο πρωταθλητή

Το όνομα «Τζιμ Λόντος» τού το έδωσε ο αθλητικογράφος Ρόσκο Φόσετ, μετά από μία νίκη του στην αρένα «London» του Πόρτλαντ.

Ο Λόντος εξελίχθηκε σε έναν από τους θεμελιωτές της επαγγελματικής πάλης, του αθλήματος που αργότερα έγινε γνωστό ως κατς.

Στις 8 Ιουνίου 1930 ανακηρύχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών από την Ομοσπονδία Πάλης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Κράτησε τον τίτλο μέχρι την αποχώρησή του από την ενεργό δράση το 1946.

Οι αριθμοί της καριέρας του προκαλούν εντύπωση: μέσα σε 16 χρόνια έδωσε περισσότερους από 2.500 αγώνες και γνώρισε λιγότερες από δέκα ήττες.

Το «αεροπλανικό» που ξεσήκωνε τις εξέδρες

Το στοιχείο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο συνδέθηκε με το όνομά του ήταν το περίφημο «αεροπλανικό».

Το χαμηλό κέντρο βάρους και τα εξαιρετικά γυμνασμένα πόδια του τού επέτρεπαν να σηκώνει πολύ βαρύτερους αντιπάλους πάνω από το κεφάλι του, να τους περιστρέφει και να τους εκσφενδονίζει στο ταπί.

Δεν ήταν, όμως, μια κίνηση που μπορούσε να εκτελέσει οποιαδήποτε στιγμή. Ο ίδιος εξηγούσε ότι απαιτούνταν υπομονή, κούραση του αντιπάλου και λάθος τοποθέτησή του.

Μάλιστα, απέφευγε να επιχειρεί τη λαβή απέναντι σε τεχνικά καταρτισμένους αθλητές με κοντά και δυνατά πόδια, καθώς θεωρούσε ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος τραυματισμού και για τους δύο.

Όταν ο Λόντος επέστρεψε στην Ελλάδα

Η φήμη του είχε πλέον φτάσει και στην πατρίδα του.

Τον Νοέμβριο του 1928 επέστρεψε στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τον αήττητο Πολωνοαμερικανό πρωταθλητή Ευρώπης Καρλ Ζμπίσκο.

Οι προπονήσεις του συγκέντρωναν χιλιάδες θεατές, ενώ για τον αγώνα επικράτησε το αδιαχώρητο, παρά τη βροχή.

Η αναμέτρηση αναβλήθηκε δύο φορές, αρχικά λόγω δάγκειου πυρετού που είχε προσβάλει τον Λόντο και στη συνέχεια εξαιτίας της κακοκαιρίας. Τελικά πραγματοποιήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1928, με διαιτητή τον Δημήτρη Τόφαλο, και ολοκληρώθηκε με θρίαμβο του Λόντου.

Η επιστροφή του στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς μια αθλητική εμφάνιση. Για πολλούς είχε μετατραπεί πλέον σε σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας.

Το 1933 αγωνίστηκε ξανά στο Καλλιμάρμαρο, όπου αντιμετώπισε και νίκησε τον Ρωσοπολωνό γίγαντα Κόλα Κοβριάνι. Ο αγώνας διοργανώθηκε από τον Πανιώνιο για την ενίσχυση της ανέγερσης του Σταδίου Νέας Σμύρνης.

Η συγκεκριμένη νίκη ενέπνευσε τον Μάρκο Βαμβακάρη, ο οποίος έγραψε το περίφημο ομώνυμο ζεϊμπέκικο.

Η υποδοχή του ήρωα στο Κουτσοπόδι

Μετά τη νίκη του επί του Ζμπίσκο το 1928, ο Λόντος επισκέφθηκε τη γενέτειρά του.

Στο Κουτσοπόδι οι κάτοικοι του επεφύλαξαν υποδοχή ήρωα, ενώ στο Άργος και στις γύρω περιοχές κυκλοφόρησαν φέιγ βολάν για την παλαιστική επίδειξη που θα πραγματοποιούσε μαζί με τον Δημήτρη Τόφαλο στο αρχαίο θέατρο.

Η εκδήλωση είχε και φιλανθρωπικό χαρακτήρα, καθώς στόχος ήταν η ενίσχυση των αθλητικών συλλόγων της πόλης.

Η άλλη πλευρά του πρωταθλητή

Ο Λόντος παρέμεινε ένας άνθρωπος γενναιόδωρος και ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προσέφερε σημαντικά ποσά για τη στήριξη των ορφανών παιδιών στην Ελλάδα, δείχνοντας έμπρακτα ότι δεν είχε ξεχάσει την πατρίδα του.

Η χρυσή ζώνη των 100.000 δολαρίων

Το 1933 θεσπίστηκε η περίφημη χρυσή ζώνη του πρωταθλητή. Ήταν κατασκευασμένη από πλάκες χρυσού και διακοσμημένη με πολύτιμους λίθους, ενώ η αξία της υπολογιζόταν τότε σε 100.000 δολάρια.

Για να την αποκτήσει οριστικά ένας αθλητής, έπρεπε να διατηρήσει τον παγκόσμιο τίτλο για πέντε συνεχόμενα χρόνια.

Ο Τζιμ Λόντος κατάφερε να πετύχει και αυτό το επίτευγμα, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία του στα ρινγκ.

Το τέλος μιας μυθιστορηματικής διαδρομής

Είχε ξεκινήσει από το Κουτσοπόδι ως Χρήστος Θεοφίλου, έφυγε από την Ελλάδα σε ηλικία μόλις 13 ετών, εργάστηκε ως λαντζέρης στη Νέα Υόρκη και τελικά κατέκτησε την κορυφή της παγκόσμιας επαγγελματικής πάλης.

Πίσω του άφησε περισσότερους από 2.500 αγώνες, έναν παγκόσμιο τίτλο, μια θρυλική λαβή που ξεσήκωνε το κοινό, την αποθέωση στην Ελλάδα και ένα τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη.

Ο «Δαυίδ» που τα έβαζε με τους «Γολιάθ» των ρινγκ είχε πλέον περάσει οριστικά από την ιστορία στον μύθο.

Σχετικά Άρθρα