14 Αυγούστου 1974: Η επική μάχη της ΕΛΔΥΚ-318 άνδρες αντιστέκονταν επί τρεις μέρες σε χιλιάδες Τούρκους

14 Αυγούστου 1974: Η επική μάχη της ΕΛΔΥΚ-318 άνδρες αντιστέκονταν επί τρεις μέρες σε χιλιάδες Τούρκους
💡 AI Summary by Libre

Η 14η Αυγούστου 1974 σηματοδότησε την έναρξη της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, γνωστής ως «Αττίλα 2», με σημαντικές κατακτήσεις εδαφών.

Η Τουρκία κατέλαβε σημαντικές περιοχές όπως την Αμμόχωστο και τη Μόρφου, φτάνοντας σε γραμμή κατοχής που διατηρείται μέχρι σήμερα, καλύπτοντας το 37% της Κύπρου.

Η ελληνική δύναμη ΕΛΔΥΚ, με ελάχιστο οπλισμό και άνισες δυνάμεις, υπερασπίστηκε το στρατόπεδό της κοντά στη Λευκωσία απέναντι σε χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες και τεθωρακισμένα.

Παρά τις δυσκολίες και την έντονη πολεμική πίεση, η μάχη της ΕΛΔΥΚ αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές αντιστάσεις στην ιστορία της κυπριακής σύγκρουσης.

Η 14η Αυγούστου είναι μία από τις πιο μαύρες ημερομηνίες στην ιστορία του Ελληνισμού. Σαν σήμερα το 1974 η Τουρκία εξαπέλυσε τον «Αττίλα 2», τη δεύτερη και καταστροφικότερη φάση της εισβολής στην Κύπρο. Μέσα σε λίγες ημέρες οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν την Αμμόχωστο, τη Μόρφου και δεκάδες χωριά και έφτασαν στη γραμμή κατοχής που, με μικρές διαφοροποιήσεις, παραμένει μέχρι σήμερα. Περίπου το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας βρέθηκε υπό τουρκικό έλεγχο. (Κυβέρνηση Κύπρου)

Μετά την πρώτη εισβολή της 20ής Ιουλίου και την κατάπαυση του πυρός, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία βρέθηκαν στη Γενεύη σε μια ύστατη προσπάθεια διπλωματικής διευθέτησης.

Οι συνομιλίες οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο. Η Άγκυρα απαίτησε ουσιαστικά την αποδοχή τετελεσμένων επί του εδάφους και, τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις πέρασαν ξανά σε γενικευμένη επίθεση.

Ξημέρωμα 16ης Αυγούστου 1974. Από τις πέντε το πρωί, το στρατόπεδο της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου, δυτικά της Λευκωσίας, σείεται από τις εκρήξεις. Τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη περνούν το ένα μετά το άλλο, ενώ όλμοι και πυροβόλα χτυπούν τις ελληνικές θέσεις. Τα κτίρια, οι αποθήκες και τα μαγειρεία έχουν σχεδόν ισοπεδωθεί. Μέσα στα πρόχειρα ορύγματα, εξαντλημένοι από δύο ημέρες αδιάκοπων επιθέσεων, οι λιγοστοί άνδρες της ΕΛΔΥΚ αντιλαμβάνονται πως πλησιάζει η τελική έφοδος.

Μπροστά τους βρίσκονται χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες με δεκάδες άρματα μάχης Μ47 και Μ48. Πίσω τους δεν υπάρχει κάποια ισχυρή εφεδρεία που θα μπορούσε να ανατρέψει την τροπή της μάχης. Ελληνικά αεροπλάνα δεν πρόκειται να εμφανιστούν στον ουρανό. Οι υπερασπιστές διαθέτουν κυρίως τυφέκια, πολυβόλα και ελάχιστα φορητά πυροβόλα άνευ οπισθοδρομήσεως (ΠΑΟ). Περίπου 318 άνδρες είχαν κληθεί να αντιμετωπίσουν μια εχθρική δύναμη που σύμφωνα με την ελληνική στρατιωτική βιβλιογραφία έφθανε τα 6.900 άτομα και υποστηριζόταν από τουλάχιστον 45 άρματα. Η αναλογία ήταν σχεδόν ένας προς 22. Ηταν μια από τις πιο άνισες συγκρούσεις της νεότερης Ιστορίας.

Η μάχη είχε ξεκινήσει δύο ημέρες νωρίτερα, όταν η Τουρκία εξαπέλυσε τη δεύτερη φάση της εισβολής στην Κύπρο. Με τον «Αττίλα 2» («Attila Harekâtı» όπως ήταν στα τουρκικά η κωδική ονομασία της επιχείρησης), θα καταλαμβάνονταν μεταξύ άλλων η Αμμόχωστος και η Μόρφου, επεκτείνοντας την κατοχή στο 36,2%της επικράτειας του νησιού. Στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, κοντά στον Αγιο Δομέτιο, απέναντι από τις εγκαταστάσεις της Τουρκικής Δύναμης Κύπρου και σε μικρή απόσταση από το διεθνές αεροδρόμιο της Λευκωσίας, διαδραματιζόταν μια από τις σημαντικότερες μάχες για την άμυνα της κυπριακής πρωτεύουσας.

13 Αυγούστου 1974: Η νύχτα πριν από την επίθεση

Οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ δεν αιφνιδιάστηκαν από την επίθεση καθώς είχαν δει από τις προηγούμενες ημέρες τις τουρκικές δυνάμεις να ενισχύονται. Διέκριναν κινήσεις φορτηγών και συνοδευτικών οχημάτων, άρματα να συγκεντρώνονται στην πεδιάδα απέναντί τους και οπλίτες να πηγαινοέρχονται. Η εκεχειρία που είχε συμφωνηθεί μετά την πρώτη φάση της εισβολής, το απόγευμα της 22ας Ιουλίου 1974, είχε δώσει στην Τουρκία τον χρόνο να διευρύνει το προγεφύρωμά της και να μεταφέρει στην Κύπρο νέες μονάδες, βαρύ οπλισμό και τεθωρακισμένα.

Οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών κατέρρευσαν τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου και λίγο αργότερα άρχισε η νέα γενική επίθεση. Τη στιγμή εκείνη ο κύριος όγκος της ΕΛΔΥΚ είχε διασπαρεί σε προκαθορισμένες θέσεις νοτιότερα του στρατοπέδου και προς την περιοχή της Λακατάμια. Μέσα στις εγκαταστάσεις είχαν διαταχθεί να παραμείνουν μονάχα ο 2ος και ο 4ος Λόχος κι ένα μέρος του Λόχου Διοικήσεως. Το στρατόπεδο βρισκόταν σε ανοικτή περιοχή, με χαμηλές εδαφικές εξάρσεις και μεγάλες επίπεδες εκτάσεις γύρω του. Η θέση επέτρεπε στους αμυνόμενους να παρακολουθούν την προσέγγιση του εχθρού, τους άφηνε όμως ταυτόχρονα εκτεθειμένους στην τουρκική αεροπορία και στο πυροβολικό καθώς τα άρματα μπορούσαν να κινηθούν σχετικά εύκολα στην πεδιάδα. Οπότε οι Ελλαδίτες υπερασπιστές του στρατοπέδου θα έπρεπε να δημιουργήσουν πρόχειρα ορύγματα για να προστατευτούν.

Εργαλεία όμως δεν υπήρχαν για όλους. Αρκετοί έσκαψαν εκείνη την ημέρα με τα κράνη τους. Ανοιξαν λάκκους βάθους περίπου 80 εκατοστών και προσπάθησαν να τους καλύψουν με λαμαρίνες και ό,τι άλλο μπορούσαν να βρουν. Οι θέσεις αυτές θα έπρεπε να αντέξουν τους βομβαρδισμούς, τα πυρά των αρμάτων και τις επιθέσεις του πεζικού. Δεν ήταν και τόσο εύκολο.

Ο έφεδρος λοχίας Σάκης Πλέσσας θυμόταν τη σιωπή και την αγωνία της τελευταίας νύχτας: «Στις 14 Αυγούστου τα ξημερώματα οι Τούρκοι είχαν φθάσει ακριβώς απέναντί μας. Βγήκαμε, κατόπιν κλήρωσης, στο προκεχωρημένο φυλάκιο στον Γερόλακκο. Εκείνη η νύκτα ήταν συγκλονιστική γιατί υπήρχε η αγωνία της επίθεσης. Ηταν, θυμάμαι, χωρίς φεγγάρι, σκοτάδι απόλυτο και σιωπή. Αργά την νύκτα άκουγα θόρυβο αυτοκινήτων. Ανέβηκα σ’ ένα ύψωμα για να μπορέσω να δω. Κάτω στην πεδιάδα έβλεπες τόσα φώτα που νόμιζες ότι θα γίνει παρέλαση. Ηταν άρματα, οι Τούρκοι προετοιμάζονταν για τον “Αττίλα 2″», έχει πει μιλώντας στον νομικό Ιωάννη Γεωργίου Βαρνάκο, ο οποίος έχει εντάξει τη δική του μαρτυρία καθώς και μιας σειράς άλλων οπλιτών στο βιβλίο του «Οι 1.619 αγνοούμενοι του 1974» (εκδόσεις Πελασγός).

Από την πλευρά του ο στρατιώτης Μιχάλης Χαζάπης θυμάται: «Βγήκαμε απόγευμα και πήγαμε στο Β΄ ύψωμα. Το Β΄ ύψωμα ήταν ακριβώς στη γωνία του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ, από την πύλη του οποίου μας χώριζε ένας δρόμος. Πήγαμε λοιπόν εκεί με τον διοικητή ταγματάρχη Σπύρο Δελή και τον λοχαγό Σωτήρη Σταυριανάκο. Μαζί μας ήταν και ο ανθυπασπιστής Κούρλιος του Μηχανικού, που σκοτώθηκε. Μας διέταξαν να σκάψουμε ορύγματα. Δεν είχαμε εργαλεία και σκάβαμε με τα κράνη. Ευτυχώς που το έδαφος ήταν αργιλώδες και μας βοήθησε. Σκάψαμε τα ορύγματα γύρω στους πενήντα πόντους. Ηρθαν τότε για έλεγχο οι Δελής και Σταυριανάκος και μας είπαν: “Τι είναι αυτά; Κλέφτες και αστυνόμοι νομίζετε ότι παίζετε; Σκάψτε τουλάχιστον ογδόντα πόντους”. Σκάψαμε λοιπόν ογδόντα πόντους και σκεπάσαμε τα ορύγματα με μια λαμαρίνα, γιατί η Τουρκική Αεροπορία μας βομβάρδιζε από την ώρα που ξημέρωνε μέχρι την ώρα που βράδιαζε. Εμείς δεν είχαμε καθόλου αεροπορία και πυροβολικό, είχαμε δύο πολυβόλα τριαντάρια και ένα πενηντάρι. Αντιαεροπορική κάλυψη είχαμε ένα τετράκαννο μέσα στο στρατόπεδο, που και αυτό είχε χαλάσει. Μπήκαμε ανά δύο μέσα στα ορύγματα και περιμέναμε. Είχαμε εντολή να ρίχνουμε σε όποιον πλησίαζε. Στις 12 Αυγούστου, απέναντι στο Κιόνελι, μετρήσαμε δεκάδες τεθωρακισμένα. Εμείς θορυβηθήκαμε και αναρωτηθήκαμε πού είναι τα δικά μας, γιατί είχαμε ήδη μεγάλη πίεση από την τουρκική αεροπορία».

Αρκετοί Ελληνες οπλίτες είχαν φθάσει στην Κύπρο μόλις λίγες ημέρες πριν από την εισβολή και ήταν νέοι και άπειροι. Δίπλα τους πολεμούσαν παλαιότεροι στρατιώτες, οι οποίοι είχαν αποβιβαστεί από το αρματαγωγό «Λέσβος» στην Πάφο. Η διαφορετική εμπειρία των ανδρών και η περιορισμένη κοινή εκπαίδευσή τους αποτέλεσαν πρόσθετο πρόβλημα. Μέσα σε λίγες ώρες έπρεπε να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο αμυντικό σύνολο, γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε περιθώριο για άσκοπη κατανάλωση πυρομαχικών αφού η ποσότητα που διέθεταν δεν ήταν μεγάλη. Η βασική οδηγία ήταν να αφήνουν το τουρκικό πεζικό να πλησιάζει και να ανοίγουν πυρ όταν θα βρισκόταν μέσα στη δραστική εμβέλεια των τυφεκίων και των πολυβόλων τους.

14 Αυγούστου: Τρεις επιθέσεις σε μία ημέρα

Οι πρώτες επιθέσεις του «Αττίλα 2» είχαν εκδηλωθεί από αέρος και ξηράς, παραμονή του Δεκαπενταύγουστου. Η κύρια τουρκική προσπάθεια ξεκίνησε ανατολικά της Λευκωσίας, στον τομέα της Μιας Μηλιάς. Εκεί, άρματα Μ47 και Μ48 διέρρηξαν τις γραμμές της Εθνικής Φρουράς και άνοιξαν τον δρόμο για την προέλαση προς την Αμμόχωστο, τη Δεκέλεια και τη Λουρουτζίνα. Η κατάρρευση του μετώπου στα ανατολικά έδωσε στους εισβολείς τη δυνατότητα να κινηθούν γρήγορα σε βάθος. Η ΕΛΔΥΚ βρισκόταν δυτικότερα και αρχικά δεν είχε πλήρη εικόνα της έκτασης που είχε λάβει η επέλαση.

Το στρατόπεδο βομβαρδίστηκε από την τουρκική αεροπορία αργά το πρωί, πριν αρχίσει η χερσαία επίθεση. Τα αεροσκάφη περνούσαν χαμηλά και χτυπούσαν τα κτίρια και τις θέσεις των όπλων. Η χερσαία επίθεση εκδηλώθηκε γύρω στις δέκα το πρωί. Μπροστά κινούνταν άρματα Μ48 και πίσω τους ακολουθούσαν άνδρες της Τουρκικής Δύναμης Κύπρου (ΤΟΥΡΔΥΚ) και δύο τάγματα πεζικού. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί, η πρώτη επιτιθέμενη δύναμη αριθμούσε περίπου 1.300 άνδρες.

Η διαφορά ισχύος ήταν εμφανής. Τα τουρκικά άρματα μπορούσαν να βάλλουν από απόσταση εναντίον των ορυγμάτων, ενώ οι αμυνόμενοι δεν διέθεταν αρκετά όπλα για να τα πλήξουν. Τα ελληνικά πυρά στράφηκαν εκ των πραγμάτων εναντίον του πεζικού που ακολουθούσε. Οσο οι Τούρκοι στρατιώτες παρέμεναν πίσω από τα τεθωρακισμένα όμως, ήταν δύσκολο να προσβληθούν. Οταν όμως επιχειρούσαν να αναπτυχθούν και να πλησιάσουν τα συρματοπλέγματα, δέχονταν συγκεντρωμένα πυρά.

Η πρώτη επίθεση αποκρούστηκε. Οι επιτιθέμενοι ανασυντάχθηκαν και επανήλθαν το μεσημέρι. Πάλι δεν τα κατάφεραν. Ακολούθησε και τρίτη προσπάθεια μέσα στην ίδια ημέρα. Το σκηνικό επαναλαμβανόταν. Τα άρματα πλησίαζαν, έβαλλαν εναντίον των θέσεων και στη συνέχεια το πεζικό επιχειρούσε να κινηθεί προς τα χαρακώματα. Οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ περίμεναν μέχρι την τελευταία στιγμή ώστε να ζυγώσουν όσο γίνεται εγγύτερα οι εισβολείς και απαντούσαν με πυρά από τα τυφέκια και με ριπές από τα πολυβόλα τους.

Η πρώτη ημέρα τελείωσε με τους υπερασπιστές του στρατοπέδου να βρίσκονται ακόμη στις θέσεις τους. Το τίμημα, όμως, ήταν η εξάντληση, οι τραυματισμοί και η συνεχής φθορά των οχυρωματικών έργων. Η αεροπορία μπορούσε να επιστρέψει την επόμενη ημέρα με νέα πυρομαχικά και ξεκούραστα πληρώματα. Οι στρατιώτες όμως στα ορύγματα δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα. Παράλληλα, η κατάσταση γύρω τους χειροτέρευε. Η τουρκική προέλαση ανατολικά συνεχιζόταν, ενώ δυνάμεις κινούνταν και προς τα δυτικά. Η ΕΛΔΥΚ και οι μονάδες της Εθνικής Φρουράς που μάχονταν μέσα στη Λευκωσία παρέμεναν από τα λίγα οργανωμένα σημεία αντίστασης στην περιοχή της πρωτεύουσας.

15 Αυγούστου: Το στρατόπεδο παραμένει όρθιο

Την επόμενη ημέρα, η κατάσταση στην Κύπρο επιδεινωνόταν ραγδαία. Τουρκικές μονάδες πλησίαζαν την Αμμόχωστο ενώ άλλες τουρκικές δυνάμεις προωθούνταν προς τη Μόρφου. Το βάρος της εισβολής απλωνόταν σε ολόκληρο το βόρειο τμήμα του νησιού. Στη Λευκωσία, όμως, η άμυνα δεν είχε ακόμη καταρρεύσει. Το 336 Τάγμα Επιστράτων συνέχιζε να κρατά τις θέσεις του μέσα στην πόλη και οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ υπερασπίζονταν ηρωικά το στρατόπεδό τους.

Λίγο πριν από το μεσημέρι ξεκίνησε η νέα επίθεση. Αυτή τη φορά ήταν καλύτερα οργανωμένη σε σχέση με τις τρεις προηγούμενες της χθεσινής ημέρας. Το εχθρικό πεζικό κινούνταν ανάμεσα στα άρματα και προσπαθούσε να χρησιμοποιεί τα τεθωρακισμένα ως κάλυψη. Ο λοχίας Σάκης Πλέσσας θυμόταν: «Γύρω στις 11.00 άρχισε η επίθεσή τους. Ηταν πιο οργανωμένη από τις προηγούμενες. Ανάμεσα στα άρματα υπήρχε πεζικό και μπροστά είχαν έναν αξιωματικό, που έδινε τα παραγγέλματα με μια σφυρίχτρα. Σφύριζε, ξεκίναγαν. Ξανασφύριζε, σταμάταγαν. Μας έκανε εντύπωση ότι έρχονταν αφύλακτοι, γι’ αυτό είχαν και φοβερές απώλειες. Είχαν φθάσει πολύ κοντά μας και εμείς εξακολουθούσαμε να έχουμε τη διαταγή από τον λοχαγό Σταυριανάκο, να τους αφήσουμε να πλησιάσουν και μετά να χτυπάμε, γιατί είχαμε κυρίως ατομικό οπλισμό».

Οι αμυνόμενοι περίμεναν ξανά. Τα πυρομαχικά έπρεπε να χρησιμοποιηθούν με φειδώ και κάθε βολή να έχει αποτέλεσμα. Οταν οι Τούρκοι πλησίασαν, τα ελληνικά όπλα άνοιξαν πυρ. Την ίδια ώρα, το πυροβολικό της Εθνικής Φρουράς προσπαθούσε να υποστηρίξει, έστω και υποτυπωδώς, το στρατόπεδο. Το έργο του ήταν δύσκολο, επειδή οι δύο πλευρές βρίσκονταν πλέον πολύ κοντά και ένα λάθος στους υπολογισμούς μπορούσε να πλήξει τις ελληνικές θέσεις.

Κάποια στιγμή, μια βολή του πυροβολικού της Εθνικής Φρουράς έκπληξε και ακινητοποίησε το προπορευόμενο τουρκικό άρμα, προκαλώντας σύγχυση στα οχήματα και στο πεζικό που ακολουθούσαν. Μερικές δεκάδες ΕΛΔΥΚάριοι βγήκαν τότε από τα ορύγματά τους και κινήθηκαν εναντίον των επιτιθέμενων. Η ενέργεια ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη, αλλά εκμεταλλεύθηκε τη στιγμιαία αδράνεια της τουρκικής δύναμης. Οι επιτιθέμενοι προς στιγμήν υποχώρησαν.

Γύρω στις 15.00 οι τουρκικές δυνάμεις επιχείρησαν να διασπάσουν τη γραμμή άμυνας ανάμεσα στο δεξιό άκρο της ΕΛΔΥΚ και στο 336 Τάγμα Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, το οποίο υπερασπιζόταν τις δυτικές συνοικίες και την παλαιά πόλη της Λευκωσίας. Με έναν ουλαμό αρμάτων και τμήματα πεζικού προσπάθησαν να ανοίξουν ρήγμα, ώστε να περάσουν από εκεί πρόσθετες εχθρικές δυνάμεις και να πλευροκοπήσουν την ΕΛΔΥΚ από τα ανατολικά.

Για να ανακοπεί η προέλασή τους, στάλθηκαν στην περιοχή τρία άρματα Τ-34 της Εθνικής Φρουράς. Την άμυνα κρατούσε ένας μόνο λόχος, με επικεφαλής τον Κύπριο ανθυπολοχαγό Αντώνη Καρρά. Οταν τα προπορευόμενα τουρκικά Μ48 έφθασαν σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από τις ελληνικές θέσεις, τα κυπριακά Τ-34 άνοιξαν πυρ. Την ίδια στιγμή, ο Καρράς έδωσε τις συντεταγμένες στο Πυροβολικό, το οποίο αντέδρασε αμέσως ρίχνοντας στοχευμένες βολές. Ενα από τα τουρκικά άρματα χτυπήθηκε και καταστράφηκε, ενώ τα υπόλοιπα απομακρύνθηκαν προκειμένου να γλιτώσουν. Η προσπάθεια υπερφαλάγγισης της ΕΛΔΥΚ είχε αποτραπεί.

Οταν έπεσε το σκοτάδι, οι υπερασπιστές του στρατοπέδου εξακολουθούσαν να παραμένουν στις θέσεις τους. Ηταν εξαντλημένοι ύστερα από δύο ημέρες συνεχών επιθέσεων, αλλά η άμυνα δεν είχε καμφθεί. Στο κέντρο του στρατοπέδου εξακολουθούσε να κυματίζει η ελληνική σημαία. Ο ύπνος περιοριζόταν σε λίγα λεπτά μέσα στα ορύγματα, με βάρδιες. Το νερό, τα πυρομαχικά και οι αντοχές λιγόστευαν. Δεν ήταν σίγουροι πως θα ήταν ζωντανοί και την επόμενη νύχτα.

Είχαν πληροφορηθεί ότι η Αμμόχωστος καταλήφθηκε και πως οι τουρκικές φάλαγγες είχαν προωθηθεί ανατολικά και δυτικά της Λευκωσίας. Γνώριζαν επίσης ότι αεροπορική βοήθεια από την Ελλάδα δεν θα ερχόταν. Η αίσθηση της εγκατάλειψης εκείνες τις ώρες ήταν χειρότερη από την κόπωση και τον φόβο. Δεν είχαν να ελπίζουν σε τίποτα πέραν των δυνάμεών τους. Οι υπερασπιστές ήξεραν ότι η επίθεση της επόμενης ημέρας θα ήταν σφοδρότερη.

Εκείνη τη νύχτα ο λοχαγός Σωτήρης Σταυριανάκος είπε στους άνδρες του εκείνα τα συγκλονιστικά λόγια που θα συνδέονταν έκτοτε με τη μάχη: «Εμείς θα μείνουμε εδώ! Είμαστε Ελληνες! Ακόμα και αν τα τανκς περάσουν, θα περάσουν από πάνω μας και εμείς θα χτυπήσουμε το πεζικό που θάρχεται από πίσω!». Οι φράσεις περιέγραφαν ουσιαστικά τη μοναδική τακτική που τους απέμενε. Χωρίς επαρκή αντιαρματικά μέσα, δεν μπορούσαν να σταματήσουν εύκολα τα τεθωρακισμένα. Μπορούσαν όμως να προσπαθήσουν να τα απομονώσουν από το πεζικό τους. Ενα άρμα χωρίς υποστήριξη πεζών είναι περισσότερο εκτεθειμένο σε μικρή απόσταση. Για να εφαρμοστεί αυτή η τακτική, οι άνδρες θα έπρεπε να παραμείνουν στα ορύγματα ακόμη και όταν τα άρματα θα περνούσαν δίπλα ή πάνω από τις θέσεις τους.

16 Αυγούστου: Η τελική έφοδος

Ο βομβαρδισμός της 16ης Αυγούστου 1974 άρχισε από πολύ νωρίς, γύρω στις πέντε το πρωί. Μαχητικά αεροσκάφη, όλμοι και πυροβόλα έπλητταν το στρατόπεδο και τα γύρω υψώματα. Υστερα από δύο ημέρες επιθέσεων, τα κτίρια ενδιαίτησης, οι αποθήκες και τα μαγειρεία είχαν καταστραφεί. Η βλάστηση και το χώμα είχαν ανακατευτεί με συντρίμμια, κάλυκες και κομμένα καλώδια.

Γύρω στις εννέα εμφανίστηκαν οι επιτιθέμενοι. Αυτή τη φορά κινήθηκαν δύο μεικτοί σχηματισμοί αρμάτων και πεζικού. Ο ένας επιτέθηκε μετωπικά από τον βορρά και ο δεύτερος από τα δυτικά. Το σχέδιο ήταν να πιεστεί το στρατόπεδο από δύο κατευθύνσεις, να διασπαστεί η άμυνα και να αποκλειστούν οι υπερασπιστές στο εσωτερικό του. Τα τυφέκια Μ1 και τα πολυβόλα της ΕΛΔΥΚ άρχισαν να ρίχνουν πυρά με ακόμη μεγαλύτερη πυκνότητα. Οι Τούρκοι στρατιώτες προχωρούσαν πλέον ακόμη πιο προσεκτικά και πολύ κοντά στα άρματα, άλλοτε πίσω από αυτά και άλλοτε ανάμεσά τους. Οσο η απόσταση μειωνόταν, τόσο αυξάνονταν οι απώλειες του εχθρικού πεζικού. Τα τεθωρακισμένα, όμως, συνέχιζαν να πλησιάζουν.

Στις έντεκα το πρωί είχαν φθάσει περίπου 50 μέτρα από τις ελληνικές θέσεις. Οι υπερασπιστές μετακινούνταν από θέση σε θέση, χρησιμοποιούσαν όπλα τραυματισμένων ή νεκρών συναδέλφων τους και προσπαθούσαν να διατηρήσουν επαφή μεταξύ των τμημάτων.

Λίγο πριν από το μεσημέρι, η αριστερή πλευρά άρχισε να υποχωρεί. Ενα από τα τανκς είχε πλησιάσει σε απόσταση περίπου 10 έως 15 μέτρων από τη θέση του λοχαγού Σωτήρη Σταυριανάκου. Χωρίς περιστροφές βγήκε από το όρυγμά του για να το αντιμετωπίσει. Είτε θα έριχνε χειροβομβίδα είτε θα επιχειρούσε να σκοτώσει με το πιστόλι τον άνδρα που βρισκόταν στον πύργο του άρματος. Δεν πρόλαβε όμως. Ο Σταυριανάκος σωριάστηκε στο έδαφος από τα τουρκικά πυρά.

Η απώλειά του συνέπεσε με την ταχεία επιδείνωση της κατάστασης. Τρία τουρκικά άρματα, συνοδευόμενα από πεζικό, επιχείρησαν να κινηθούν ανατολικά για να σφίξουν ακόμη περισσότερο τον κλοιό. Αλλα τεθωρακισμένα πλησίαζαν την κεντρική πύλη.

Γύρω στις δύο το μεσημέρι τα πρώτα άρματα με την ημισέληνο πέρασαν μέσα στο στρατόπεδο. Στην πύλη είχε απομείνει ο στρατιώτης Αναστάσιος Κρατημένος από την Αρκαδία, ο οποίος εξακολουθούσε να βάλλει με το αυτόματό του. Μόνος εναντίον όλων. Για σχεδόν 50 χρόνια καταγραφόταν ως αγνοούμενος, μέχρι την ταυτοποίηση των λειψάνων του και την ταφή τους στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Ιούνιο του 2024.

Οι Τούρκοι μπήκαν πλέον κατά δεκάδες και ξεκινούν μάχες σώμα σε σώμα ανάμεσα στα χαλάσματα των κτιρίων, στα ορύγματα και στα κατεστραμμένα οχήματα. Η διοίκηση διέταξε σύμπτυξη ώστε να υπάρξει υποχώρηση. Η απαγκίστρωση από έναν αντίπαλο που είχε ήδη εισέλθει στις θέσεις ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Σύμφωνα με την εκπαίδευση που είχαν λάβει, έπρεπε να φύγουν πρώτα αυτοί που βρίσκονταν στη μέση και να κρατάνε αντίσταση αυτοί που βρίσκονται στα πλάγια και σταδιακά ένας ένας να φεύγει. Αυτό όμως σήμαινε ότι οι τελευταίοι πιθανότατα θα σκοτώνονταν καθώς βρίσκονταν αντιμέτωποι με μεγαλύτερο κίνδυνο. Κανένας δεν έφευγε. Φώναζαν, έβριζαν, αλλά δεν έφευγαν. Είχαν δεθεί μεταξύ τους. Αρχισαν να δέχονται πυρά και να πέφτουν κάτω.

Μερικοί άνδρες παρέμειναν στα ορύγματα. Ο Δημήτρης Λούρμπας από τη Γαστούνη Ηλείας είχε συγκεντρώσει μπροστά του τέσσερα τυφέκια πεσόντων συναδέλφων του και συνέχιζε να πυροβολεί πότε με το ένα και πότε με το άλλο. Για δεκαετίες καταγραφόταν ως αγνοούμενος. Μικρά οστά του ταυτοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 2023 και τον Ιούλιο του 2024 και η κηδεία του τελέστηκε στις 21 Ιουλίου 2024 στη Μακεδονίτισσα.

Η κύρια οδός υποχώρησης οδηγούσε προς το ύψωμα της Σχολής Γρηγορίου, νοτιοανατολικά του στρατοπέδου. Οι Ελληνες στρατιώτες δεν γνώριζαν όμως ότι τουρκικά τμήματα είχαν ήδη προωθηθεί εκεί. Καθώς ανέβαιναν προς το ύψωμα, βρέθηκαν εκτεθειμένοι σε πυρά από μπροστά και από τα πλάγια. Πολλοί από τους νεκρούς και τους αγνοουμένους χάθηκαν σε αυτή τη φάση της μάχης.

«Τώρα, έξω!»

Αλλοι προσπάθησαν να διαφύγουν μέσα από το ίδιο το στρατόπεδο, που είχε πλέον γεμίσει τουρκικά τμήματα. Ο στρατιώτης Μιχάλης Χαζάπης περιέγραψε τη στιγμή που αντιλήφθηκε ότι τα άρματα πίσω από τη θέση του… δεν ήταν ελληνικά:

«Ακουγα άρματα πίσω μας και έλεγα ότι ήρθαν άρματα δικά μας. Ομως αυτά ήταν τουρκικά, μας είχαν κυκλώσει. Ημουν με τον λοχία Μιχάλη Χαϊρετάκη, από τα Χανιά. Κατάλαβα ότι έχει γίνει οπισθοχώρηση κυρίως από το γεγονός, ότι ανατινάζονταν τα ορύγματα. Αυτό μπορούσε να συμβεί μόνον αν τα χτυπούσαν από πάνω. Τότε ακριβώς έσκασε κοντά μας ένας όλμος και τραυματίσθηκα. Αμέσως μετά μας κτυπάει δεύτερος όλμος, φεύγει η λαμαρίνα, γεμίζει το όρυγμα καπνούς και του φωνάζω: “τώρα έξω!” Βγαίνοντας, πάω εγώ αριστερά και εκείνος δεξιά, για να μην πάμε και οι δύο από το ίδιο μέρος. Μόλις βγαίνουμε, βλέπουμε σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων από μας Τούρκους, που κρατούσαν αντιαρματικά, να πηγαίνουν πάνω από τα ορύγματα και να τα ανατινάζουν. Ούτε καν σκέφτονταν να συλλάβουν αιχμαλώτους, γιατί φοβόντουσαν. Καθώς εγώ έχω φύγει δεξιά να πάω προς το όρυγμα του διοικητή και ο Χαϊρετάκης έφυγε αριστερά, χτυπήθηκε από βολή αντιαρματικού και εκεί τον έχασα. Τώρα αν τραυματίσθηκε και τον συλλάβανε ή σκοτώθηκε, δεν το γνωρίζω». Επί δεκαετίες καταγραφόταν ως αγνοούμενος, όμως τα λείψανά του έχουν πλέον ταυτοποιηθεί.

Οι μάχες μέσα στις εγκαταστάσεις συνεχίστηκαν έως περίπου τις τέσσερις το απόγευμα. Τραυματίες και μικρές ομάδες στρατιωτών προσπαθούσαν να απεγκλωβιστούν, ενώ άλλοι παρέμεναν πίσω για να καθυστερήσουν τους εισβολείς. Στο ανατολικό άκρο του στρατοπέδου, οι Τούρκοι επιχείρησαν να συνεχίσουν προς τη βιομηχανική ζώνη της Λευκωσίας. Εκεί αμυνόταν δύναμη περίπου 40 ανδρών της Εθνικής Φρουράς υπό τον λοχαγό Ανδρέα Πασιαρδή. Είχαν στη διάθεσή τους ένα μόνο φορητό πυροβόλο άνευ οπισθοδρομήσεως (ΠΑΟ). Οταν τρία τουρκικά άρματα και ένας λόχος πεζικού πλησίασαν, ο αρχικός χειριστής του όπλου σκοτώθηκε. Ενας άλλος στρατιώτης ανέλαβε το ΠΑΟ και έπληξε το προπορευόμενο άρμα. Τα υπόλοιπα οχήματα και το πεζικό υποχώρησαν, με αποτέλεσμα να ανακοπεί η προώθηση νοτιοανατολικά του στρατοπέδου.

Στις τέσσερις το απόγευμα, το ίδιο το στρατόπεδο όμως βρισκόταν πλέον υπό τον έλεγχο των κατακτητών. Στις έξι τέθηκε σε ισχύ η νέα κατάπαυση του πυρός. Η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) καταγράφει ότι οι τουρκικές δυνάμεις ανακοίνωσαν την παύση των επιχειρήσεων στις 18.00 και πως οι γραμμές στις οποίες είχαν σταματήσει τα αντίπαλα στρατεύματα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή αποτέλεσαν τη βάση της ζώνης κατάπαυσης του πυρός που ισχύει έκτοτε.

Οι απόντες από το προσκλητήριο

Οι Ελλαδίτες που κατόρθωσαν να διαφύγουν από τη μάχη συγκεντρώθηκαν μακριά από το κατεστραμμένο στρατόπεδο. Στο προσκλητήριο που ακολούθησε φάνηκε το μέγεθος της καταστροφής. Δεκάδες ονόματα δεν ακούστηκαν. Κάποιοι ήταν ήδη γνωστό ότι είχαν σκοτωθεί. Αλλοι είχαν τραυματιστεί ή αποκοπεί. Πολλοί καταγράφηκαν ως αγνοούμενοι. Οι νεκροί και οι αγνοούμενοι της ΕΛΔΥΚ από τη μάχη ξεπέρασαν τους 80, σύμφωνα με τις καταγραφές και τη σχετική βιβλιογραφία. Ο αριθμός των ανθρώπων που εξακολουθούσαν να χαρακτηρίζονται αγνοούμενοι μεταβλήθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς εκταφές και εξετάσεις γενετικού υλικού οδήγησαν σε νέες ταυτοποιήσεις.

Η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους ιδρύθηκε υπό την αιγίδα του ΟΗΕ το 1981, αλλά οι συστηματικές εκταφές και ταυτοποιήσεις με τη μέθοδο του DNA άρχισαν πολύ αργότερα. Επί δεκαετίες πολλές οικογένειες περίμεναν και εξακολουθούν να περιμένουν για μια οριστική απάντηση. Ακόμη και μισό αιώνα μετά τη μάχη, η διαδικασία δεν είχε ολοκληρωθεί. Τον Ιούλιο του 2025 πραγματοποιήθηκαν στην Κύπρο τελετές για τον επαναπατρισμό και την ταφή λειψάνων 16 Ελλαδιτών στρατιωτών της ΕΛΔΥΚ. Ακολούθησε η μεταφορά των λειψάνων 6 εξ αυτών στη χώρα μας, ώστε να ταφούν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους.

Οι τουρκικές απώλειες κατά το τριήμερο δεν ανακοινώθηκαν ποτέ επισήμως αναλυτικά και οι μεταγενέστερες εκτιμήσεις διαφέρουν σημαντικά. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι επιτιθέμενοι χρειάστηκαν επανειλημμένες εφόδους, ισχυρή υποστήριξη πυροβολικού, αεροπορικούς βομβαρδισμούς και δεκάδες άρματα για να καταλάβουν ένα στρατόπεδο που υπερασπιζόταν μια δύναμη πολύ μικρότερη και με περιορισμένο βαρύ οπλισμό.

Η άμυνα της ΕΛΔΥΚ δεν μπορούσε να ανατρέψει την έκβαση του «Αττίλα 2». Το μέτωπο είχε ήδη διασπαστεί σε άλλες περιοχές και οι τουρκικές δυνάμεις προχωρούσαν προς την Αμμόχωστο και τη Μόρφου. Η τριήμερη αντίσταση, όμως, καθήλωσε σημαντικές δυνάμεις στον τομέα δυτικά της Λευκωσίας και εντάχθηκε στη γενικότερη προσπάθεια να μην καταληφθεί ολόκληρη η πρωτεύουσα. Το στρατόπεδο δεν ξαναπέρασε σε ελληνικά χέρια. Η ΕΛΔΥΚ μεταφέρθηκε αργότερα στη Μαλούντα και το νέο στρατόπεδό της έλαβε το όνομα του λοχαγού Σωτήρη Σταυριανάκου. Το υπουργείο Αμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας χαρακτηρίζει τη 16η Αυγούστου 1974 μία από τις πλέον αιματηρές και ένδοξες ημέρες στη στρατιωτική ιστορία της νήσου.

Σχετικά Άρθρα