Ακρίβεια: Το κρίσιμο ορόσημο του Σεπτεμβρίου-Γιατί πέφτει ο πληθωρισμός αλλά ανεβαίνει το κόστος ζωής

 Ακρίβεια: Το κρίσιμο ορόσημο του Σεπτεμβρίου-Γιατί πέφτει ο πληθωρισμός αλλά ανεβαίνει το κόστος ζωής
💡 AI Summary by Libre

Το δεύτερο εξάμηνο του έτους η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δείχνει σημάδια, αλλά οι τιμές παραμένουν υψηλές και η ενεργειακή αγορά απειλεί νέα ανατίμηση.

Τα βασικά προϊόντα, όπως κρέας και ψάρια, διατηρούν την πίεση στις τιμές, ενώ τα νοικοκυριά περιορίζουν αγορές και αλλάζουν καταναλωτικές συνήθειες λόγω κόστους ζωής.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μεγαλύτερη πληθωριστική πίεση από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με χαμηλότερα εισοδήματα να επιδεινώνουν την οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών.

Η ενεργειακή αβεβαιότητα, ειδικά στο φυσικό αέριο, αυξάνει τον κίνδυνο νέας ανόδου κόστους ηλεκτρισμού και παραγωγής, επιβαρύνοντας περαιτέρω την οικονομία και τα νοικοκυριά.

Το δεύτερο εξάμηνο του έτους θα είμαι κρίσιμο στο μέτωπο της ακρίβειας. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν ενδείξεις αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού. Από την άλλη, το επίπεδο των τιμών παραμένει υψηλό και η διεθνής ενεργειακή αγορά μπορεί να δημιουργήσει νέο ανοδικό κύμα. Η πραγματική δοκιμασία θα είναι εάν η αποκλιμάκωση συνεχιστεί χωρίς να επανέλθουν ισχυρές πιέσεις από την ενέργεια.

Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί ένας νέος κύκλος: ακριβότερο φυσικό αέριο → ακριβότερο ρεύμα → υψηλότερο κόστος παραγωγής και μεταφοράς → νέες ανατιμήσεις → νέα απώλεια αγοραστικής δύναμης.

Το μεγάλο ερώτημα για τα νοικοκυριά παραμένει: Μπορεί το εισόδημα μπορεί να προλάβει το κόστος ζωής. Το καλάθι των βασικών αγαθών παραμένει ακριβό, και η στατιστική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού απέχει από την καθημερινή πραγματικότητα των καταναλωτών.

Το 3,4% του ετήσιου πληθωρισμού δεν σημαίνει ότι οι τιμές υποχώρησαν· σημαίνει ότι αυξάνονται με βραδύτερο ρυθμό πάνω σε ένα ήδη ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο.

Τα νοικοκυριά εξακολουθούν να περιορίζουν τις αγορές τους στα απολύτως απαραίτητα, ενώ το κόστος των τροφίμων, της ενέργειας και των υπηρεσιών απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.

Ο πληθωρισμός πέφτει, οι τιμές όμως μένουν ψηλά

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο ετήσιος πληθωρισμός υποχώρησε στο 3,4% τον Ιούλιο, από 4,4% τον Ιούνιο και 5,2% τον Μάιο. Ωστόσο, η αποκλιμάκωση του ρυθμού δεν πρέπει να συγχέεται με μείωση του γενικού επιπέδου τιμών.

Αυτό είναι το βασικό παράδοξο της σημερινής εικόνας: οι τιμές δεν αυξάνονται πλέον με τους ρυθμούς της προηγούμενης περιόδου, αλλά δεν επιστρέφουν στα επίπεδα πριν από το κύμα πληθωρισμού. Για τον καταναλωτή, επομένως, η «αποκλιμάκωση» δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε φθηνότερο καλάθι.

Στα τρόφιμα, μάλιστα, η συνολική εικόνα συγκρατήθηκε από μειώσεις σε ορισμένες κατηγορίες, μεταξύ άλλων σε ελαιόλαδο, φρούτα και λαχανικά. Η εικόνα όμως παραμένει άνιση, καθώς αρκετά βασικά προϊόντα συνεχίζουν να καταγράφουν σημαντικές ετήσιες αυξήσεις.

Κρέας, ψάρια και βασικά προϊόντα κρατούν ψηλά τον λογαριασμό

Στις κατηγορίες που εξακολουθούν να πιέζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό ξεχωρίζουν το μοσχάρι, με ετήσια αύξηση 14,3%, το αρνί και κατσίκι με 12,4%, τα αλίπαστα ψάρια με 9,6% και η μαργαρίνη και τα άλλα φυτικά λίπη με 8,6%. Το χοιρινό αυξήθηκε κατά 3,4%.

Η εικόνα στην αγορά είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική όταν εξεταστούν συγκεκριμένα προϊόντα. Ένα προϊόν που κόστιζε 18 ευρώ το κιλό μπορεί πλέον να φτάνει τα 30 ευρώ, δείχνοντας ότι οι σωρευτικές ανατιμήσεις δημιουργούν πολύ μεγαλύτερη πίεση από αυτή που υποδηλώνει ο τρέχων μηνιαίος ρυθμός πληθωρισμού.

Η συνέπεια είναι ότι η συμπεριφορά των καταναλωτών αλλάζει: μικρότερες ποσότητες, λιγότερες αγορές, αλλαγή προϊόντων και προτεραιότητα στα απολύτως αναγκαία. Δεν πρόκειται απλώς για μια στατιστική μεταβολή, αλλά για αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες.

Το πρόβλημα είναι και ελληνικό και ευρωπαϊκό – αλλά στην Ελλάδα η πίεση είναι μεγαλύτερη

Η σύγκριση με την Ευρώπη έχει ιδιαίτερη σημασία. Τον Ιούνιο ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 2,8%, έναντι 3,2% τον Μάιο, ενώ στην ΕΕ ήταν 2,9%.

Η Ελλάδα, επομένως, εξακολουθεί να βρίσκεται σε περιβάλλον υψηλότερων πληθωριστικών πιέσεων από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Παράλληλα, τα επίπεδα τιμών πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με το εισόδημα. Η Eurostat επισημαίνει ότι οι συγκρίσεις τιμών από μόνες τους δεν λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές στα εισοδήματα και στους μισθούς μεταξύ των χωρών.

Αυτό είναι κρίσιμο για την Ελλάδα: ακόμη και όταν ένα προϊόν δεν είναι ακριβότερο από ό,τι σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, μπορεί να είναι πολύ πιο δυσβάστακτο για ένα ελληνικό νοικοκυριό, εάν το διαθέσιμο εισόδημα είναι χαμηλότερο.

Ο ΟΟΣΑ, άλλωστε, υπογραμμίζει ότι η άνοδος των τιμών των βασικών αγαθών, ιδιαίτερα τροφίμων και ενέργειας, έχει πλήξει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα, ενώ οι πραγματικοί μισθοί, παρά τη βελτίωσή τους σε πολλές οικονομίες, εξακολουθούν σε αρκετές χώρες να μην έχουν επιστρέψει στα επίπεδα των αρχών του 2021.

Η νέα απειλή έρχεται από την ενέργεια

Σαν να μην έφτανε η επίμονη ακρίβεια στα τρόφιμα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα ενεργειακή αβεβαιότητα. Οι τιμές του φυσικού αερίου αυξάνονται, ενώ τα ευρωπαϊκά αποθέματα βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα από τα συνήθη για την εποχή.

Η κατάσταση συνδέεται με τη διαταραχή στις παγκόσμιες ροές LNG, τον ανταγωνισμό της Ευρώπης με την Ασία για διαθέσιμα φορτία και τα προβλήματα στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ. Παράλληλα, οι περιορισμοί στην παραγωγή της Νορβηγίας προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας.

Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη επειδή το καλοκαίρι αποτελεί παραδοσιακά την περίοδο κατά την οποία γεμίζουν οι ευρωπαϊκές αποθήκες ενόψει του χειμώνα. Η χαμηλότερη στάθμη των αποθεμάτων σημαίνει ότι η αγορά εισέρχεται στην επόμενη περίοδο με μικρότερο περιθώριο ασφαλείας.

Από το φυσικό αέριο στο ρεύμα και από εκεί σε όλη την οικονομία

Για την Ελλάδα, η εξέλιξη της αγοράς φυσικού αερίου έχει ιδιαίτερη σημασία. Το αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ηλεκτροπαραγωγή, επομένως μια νέα άνοδος της χονδρεμπορικής τιμής μπορεί να μεταφερθεί στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος.

Και από εκεί ξεκινά ένας δεύτερος γύρος επιβαρύνσεων. Η ακριβότερη ενέργεια αυξάνει το κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων, βιομηχανίας, μεταφορών, ψυκτικών εγκαταστάσεων και εφοδιαστικής αλυσίδας. Ένα μέρος αυτού του κόστους αργά ή γρήγορα μετακυλίεται στον τελικό καταναλωτή.

Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ήδη ότι οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αποτελούν βασικό κίνδυνο για την ελληνική οικονομία, προβλέποντας ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα παραμείνει αυξημένος το 2026, πριν αποκλιμακωθεί το 2027, εφόσον υποχωρήσει το ενεργειακό σοκ.

Σχετικά Άρθρα