Reuters: Πώς η ακραία ζέστη “πνίγει” την οικονομία της Ευρώπης-Σε δύσκολη θέση οι νότιες χώρες
✨Οι ακραίες θερμοκρασίες και ξηρασίες του καλοκαιριού στην Ευρώπη προκάλεσαν σοβαρές οικονομικές ζημιές σε ενέργεια, ναυτιλία και δημόσια υγεία, με κόστος σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ.
✨Η Νότια Ευρώπη πλήττεται ιδιαίτερα, με μείωση του τουρισμού, απώλειες στην αγροτική παραγωγή και αύξηση της μετανάστευσης λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και των καταστροφικών φαινομένων.
✨Η διακοπή στη ναυσιπλοΐα και η μείωση παραγωγής ενέργειας επηρεάζουν αρνητικά το ΑΕΠ σημαντικών ευρωπαϊκών οικονομιών, ενώ η ανθρώπινη παραγωγικότητα και η δημόσια υγεία επιβαρύνονται σοβαρά.
✨Οι οικονομικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις και πιέζοντας την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη διαχείριση του πληθωρισμού.
Για όσους πίστευαν ότι η κλιματική αλλαγή ήταν ένα πρόβλημα που θα απασχολούσε τις μελλοντικές γενιές στην Ευρώπη, οι καύσωνες του φετινού καλοκαιριού έφεραν στην προσκήνιο τη σκληρή πραγματικότητα, καθιστώντας εμφανές ότι οι καταστροφικές οικονομικές της συνέπειές έχουν ήδη αρχίσει, σημειώνει σε ανάλυσή του το Reuters.
Οι ακραίες θερμοκρασίες και οι ξηρασίες αυτού του καλοκαιριού – που οι επιστήμονες λένε ότι επιδεινώνονται λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη – έχουν προκαλέσει χάος στην παραγωγή ενέργειας, τη ναυτιλία και τα συστήματα δημόσιας υγείας, ενώ η τρέχουσα περίοδος πυρκαγιών οδεύει προς το να γίνει η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί ποτέ στη Γηραιά Ήπειρο. Όλα αυτά μοιάζουν να ανοίγουν μια νέα – ζοφερή – σελίδα.
Συνολικά, το πλήγμα στην οικονομία μπορεί ήδη να μετρηθεί σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, εκτιμούν οικονομολόγοι και ακαδημαϊκοί, προειδοποιώντας μάλιστα ότι αυτή είναι μόνο η αρχή, καθώς το κόστος αναμένεται να αυξηθεί ταχύτερα από ό,τι οι θερμοκρασίες.
Το κλίμα αλλάζει ταχύτερα στην Ευρώπη από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη ήπειρο και η ζημιά ήδη επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά, πυροδοτώντας άγριες διακυμάνσεις στον πληθωρισμό, επανασχεδιάζοντας τον τουριστικό χάρτη και αναγκάζοντας την Ένωση να επανεξετάσει τον τρόπο παραγωγής ενέργειας και μεταφοράς αγαθών.
«Αυτό που κάνει το 2026 ιδιαίτερα ανησυχητικό από οικονομικής άποψης είναι ότι υπάρχουν πολλαπλά περιστατικά ακραίων φαινομένων», δήλωσε η οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Μάνχαϊμ, Σεχρίς Ουσμάν.
«Πάρτε για παράδειγμα τους καύσωνες, τις ξηρασίες, τις πυρκαγιές… αυτά τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα και στις ίδιες κυρίως περιοχές, επιδεινώνοντας τον αντίκτυπό τους», είπε.

Ρεκόρ οικονομικών ζημιών λόγω ζέστης
Οι θερμοκρασίες έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ τον Ιούνιο και τον Ιούλιο και η οικονομική ζημία πιθανότατα θα ξεπεράσει όλα τα επίπεδα του παρελθόντος, λένε οι οικονομολόγοι.
Η κυκλοφορία στους ποταμούς Ρήνο και Δούναβη, βασικές εμπορικές αρτηρίες, είναι σοβαρά περιορισμένη λόγω της χαμηλής στάθμης του νερού, ενώ πάνω από έξι πυρηνικές γεννήτριες έχουν κλείσει ή έχουν περιορίσει την παραγωγή τους λόγω δυσκολιών ψύξης.
Παράλληλα, οι εκτιμήσεις για την απόδοση του αγροτικού τομέα έχουν επίσης μειωθεί, καθώς οι καλλιέργειες, των οποίων η συγκομιδή γίνεται αργότερα – όπως ο καλαμπόκι και ο ηλίανθος – έχουν υποστεί απώλειες 6-7% ήδη από τον Ιούλιο.
Η ζέστη περιορίζει την ανθρώπινη παραγωγικότητα και έχει ήδη στοιχίσει τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, με τη Γερμανία μόνο να αναφέρει περισσότερους από 10.000 θανάτους που σχετίζονται με τη ζέστη.
Εν τω μεταξύ, το κόστος της αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης, όπως η καταπολέμηση πυρκαγιών ή ο περιορισμός της χρήσης ενέργειας, επιβαρύνει περαιτέρω τους προϋπολογισμούς. Η ING εκτιμά ότι η διακοπή της κυκλοφορίας στον Ρήνο από μόνη της θα μειώσει το ΑΕΠ της Γερμανίας, της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο, κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες φέτος, ενώ η MBH Bank της Ουγγαρίας βλέπει μείωση του ΑΕΠ κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα για κάθε εβδομάδα που η μεγαλύτερη πυρηνική γεννήτρια της χώρας είναι εκτός λειτουργίας.
Η γερμανική ασφαλιστική εταιρεία, Allianz, εκτιμά ότι ο καύσωνας διάρκειας δύο εβδομάδων τον Ιούνιο θα μειώσει από μόνος του το ΑΕΠ της Ευρώπης κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η κλιματική αλλαγή θα μειώσει την ανάπτυξη κατά 5-7% έως το 2030 για τις πιο εκτεθειμένες οικονομίες όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία.
«Ο συνολικός λογαριασμός για φέτος θα είναι πολύ μεγαλύτερος», δήλωσε ο Χαζέμ Κριτσένε, οικονομολόγος της Allianz. «Αυτό το ποσό δεν λαμβάνει υπόψη τις πυρκαγιές, τις ξηρασίες, τις διάφορες πλημμύρες ή το αναμενόμενο Ελ Νίνιο».
Δεδομένου ότι η ευρωζώνη αναμένεται να αναπτυχθεί μόλις κατά 1% φέτος, το πλήγμα είναι σημαντικό.
Ωστόσο, η Ουσμάν λέει ότι η πλήρης έκταση της οικονομικής ζημίας θα γίνει αισθητή σε αρκετά χρόνια από τώρα.
«Θα περίμενε κανείς ότι η ζημιά θα ήταν μεγαλύτερη τη χρονιά που συμβαίνει ένα ακραίο γεγονός και ότι στη συνέχεια θα εξασθενούσε, αλλά εμείς διαπιστώνουμε το αντίθετο», δήλωσε η ίδια. «Ο οικονομικός αντίκτυπος αυξάνεται τα επόμενα χρόνια επειδή τα ακραία καιρικά φαινόμενα πυροδοτούν μια αλυσίδα αργών οικονομικών συνεπειών».
Νότια Ευρώπη: Μείωση του τουρισμού, αύξηση του πληθωρισμού
Όπως επισημαίνει το Reuters, η Νότια Ευρώπη θα μπορούσε να δεχθεί το μεγαλύτερο πλήγμα, καθώς οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες είναι συχνότερο φαινόμενο εκεί, κάτι που θα είχε ως συνέπεια να μειωθούν τα έσοδα από τον τουρισμό, να επιδεινωθούν οι καταστροφές των καλλιεργειών και να αυξηθούν τα ποσοστά μετανάστευσης στο εξωτερικό.
«Μπορείτε να φανταστείτε τουρίστες να διασχίζουν τη νότια Ιταλία ή την Ισπανία στους 45 βαθμούς; Εγώ δεν μπορώ. Νομίζω λοιπόν ότι η φύση του τουρισμού θα αλλάξει», δήλωσε ο οικονομολόγος της ING, Κάρστεν Μπρζέσκι.
Ο νότος μπορεί να προσελκύει περισσότερους τουρίστες όλο τον χρόνο, αλλά η κορύφωση της τουριστικής κίνησης το καλοκαίρι θα μειωθεί καθώς οι παραθεριστές θα μετακινούνται πιο βόρεια, πλήττοντας τη βιομηχανία φιλοξενίας του νότου, υποστήριξε ο οικονομολόγος.
Ο νότος θα δεχθεί επίσης μεγαλύτερο πλήγμα στις τιμές τροφίμων εξαιτίας των ακραίων καιρικών φαινομένων, περιπλέκοντας τη ζωή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία ήδη αγωνίζεται να διατηρήσει τον πληθωρισμό στο στόχο.
«Βλέπουμε μεγαλύτερες επιπτώσεις λόγω των ακραίων θερμοκρασιών στις τιμές τροφίμων σε μέρη που είναι ήδη θερμότερα, οπότε αν μιλάμε για τη Νότια Ευρώπη, θα δούμε μεγαλύτερο αντίκτυπο», δήλωσε ο Μαξιμίλιαν Κοτζ, ερευνητής στο Κέντρο Υπερυπολογιστών της Βαρκελώνης.
Η ακραία ζέστη του 2022 αύξησε τον πληθωρισμό της ευρωζώνης κατά 0,34 ποσοστιαίες μονάδες μέσω των υψηλότερων τιμών των τροφίμων, με τον Νότο να δέχεται δυσανάλογο πλήγμα, εκτίμησε ο Κοτζ.
Εν τω μεταξύ, η διακοπή των μεταφορών στα ποτάμια δυσχεραίνει την πρόσβαση των καυσίμων σε κάποια μέρη της Ευρώπης, αυξάνοντας τις διαφορές στις τιμές ανά περιοχή.
Πιέσεις και στην ΕΚΤ λόγω ζέστης
«Οι δημοσιονομικές συνέπειες βαρύνουν περισσότερο τις οικονομίες που είναι λιγότερο ικανές να τις απορροφήσουν», ανέφερε η Allianz σε ερευνητικό σημείωμα.
Οι μειώσεις στα ετήσια φορολογικά έσοδα λόγω των απωλειών στην παραγωγή θα μπορούσαν να φτάσουν το 1,8% στη Γαλλία και το 1,3% σε Ιταλία και Ισπανία, καθώς τα προοδευτικά φορολογικά συστήματα σημαίνουν ότι τα έσοδα μειώνονται ταχύτερα από την παραγωγή, εκτιμά η Allianz.
Τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων επίσης θα μειωθούν, μειώνοντας τις επενδύσεις και επιδεινώνοντας την οικονομική ζημία.
Εν τω μεταξύ, το κόστος αυξάνεται, τόσο επειδή οι κυβερνήσεις πρέπει να χρηματοδοτήσουν την αντιμετώπιση των έκτακτων αναγκών όσο και επειδή πρέπει να επενδύσουν μεταξύ άλλων στην παραγωγή ενέργειας ή σε διαδρομές μεταφοράς που να είναι προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις του μέλλοντος.
«Μια βασική ανησυχία είναι ότι οι χώρες εξακολουθούν να βασίζονται υπερβολικά σε ad hoc επείγουσα αντιμετώπιση, η οποία είναι ταυτόχρονα δαπανηρή και συχνά αρκετά αναποτελεσματική», δήλωσε η Χέδερ Γκραμπ, ανώτερη συνεργάτιδα στο think tank Bruegel.
Ωστόσο, οι επενδυτές ενδέχεται να αντιδράσουν εάν οι κυβερνήσεις προσπαθήσουν να δαπανήσουν περισσότερα. Τα επίπεδα χρέους είναι ήδη υψηλά – ειδικά στη Γαλλία και την Ιταλία – και οι χώρες πρέπει να επενδύσουν στην άμυνα και τη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια.
Το δίλημμα θα μπορούσε να φέρει στο παιχνίδι και την ΕΚΤ, η οποία αγόρασε χρέος χωρών αξίας τρισεκατομμυρίων ευρώ την τελευταία δεκαετία για να διατηρήσει το κόστος δανεισμού σε χαμηλά επίπεδα όταν ο πληθωρισμός ήταν πολύ χαμηλός.
«Με έναν τόσο μακρύ κατάλογο αναγκών για δαπάνες, θα υπάρχει τάση προς υψηλότερο δημόσιο χρέος», δήλωσε ο Μπρζέσκι της ING. «Αυτό θα σημαίνει στη συνέχεια πίεση στην ΕΚΤ να παρέμβει και να κάνει περισσότερη ποσοτική χαλάρωση, εάν υπάρξει ξαφνική ρευστοποίηση στις αγορές ομολόγων».