Νίκος Καλογερόπουλος: Ο “ανυπότακτος” του ελληνικού σινεμά-Το “όχι” στον Αγγελόπουλο, τις διαφημίσεις, την εξουσία
✨Ο Νίκος Καλογερόπουλος, σημαντικός ηθοποιός και δημιουργός, ξεχώρισε για τους ρόλους του που εξέφραζαν λαϊκότητα, αντισυμβατικότητα και κριτική στην εξουσία.
✨Ξεκίνησε από τα Φιλιατρά και διακρίθηκε σε ταινίες όπως το «Ρεμπέτικο» και η «Λούφα και Παραλλαγή», κερδίζοντας βραβεία και αναγνώριση για τις ερμηνείες του.
✨Αρνήθηκε διαφημίσεις και προτάσεις με χαμηλή αμοιβή, διατηρώντας την προσωπική του αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία απέναντι στο καλλιτεχνικό σύστημα.
✨Στην Κυπαρισσία ίδρυσε το «Τρενοτεχνείον», έναν πολιτιστικό χώρο αντίστασης, που φιλοξένησε σημαντικές παραστάσεις και μουσικούς, προάγοντας τον πολιτισμό με δικούς του όρους.
Η παρουσία του στον ελληνικό κινηματογράφο, στο θέατρο και στην τηλεόραση είχε κάτι από τον χαρακτήρα των ανθρώπων που υποδύθηκε: λαϊκότητα, αντισυμβατικότητα, χιούμορ, οργή απέναντι στην αδικία και μια βαθιά δυσπιστία απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος σπουδαίος ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και τραγουδοποιός έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών, αφήνοντας πίσω του μια διαδρομή που ξεπερνά τα όρια μιας απλής καλλιτεχνικής καριέρας.
Από τα Φιλιατρά στην Αθήνα
Γεννημένος και μεγαλωμένος στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, ο Καλογερόπουλος σπούδασε στις δραματικές σχολές Κωστή Μιχαηλίδη, Βεάκη και Αθηνών. Η πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση έγινε στον «Χριστό ξανασταυρώνεται» και ακολούθησαν σημαντικές συμμετοχές σε τηλεοπτικές παραγωγές.
Στον κινηματογράφο έκανε ουσιαστικά το μεγάλο του ξεκίνημα το 1981 με το «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού. Η ερμηνεία του τού χάρισε το Β΄ Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η ταινία, με την έντονη κοινωνική και πολιτική της κριτική, ήταν ίσως ένα ιδανικό ξεκίνημα για έναν ηθοποιό που έμελλε να ταυτιστεί με χαρακτήρες οι οποίοι συγκρούονται με την κανονικότητα και τους μηχανισμούς της εξουσίας.
«Ρεμπέτικο», «Λούφα» και οι ρόλοι μιας ολόκληρης εποχής
Το «Άρπα Colla» το 1982 και το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη το 1983 επιβεβαίωσαν το ιδιαίτερο εκτόπισμά του. Για το «Ρεμπέτικο» απέσπασε Βραβείο Εξαιρετικής Ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη.
Έναν χρόνο αργότερα ήρθε ο ρόλος που σφράγισε την καριέρα του: ο Γιάννης Παπαδόπουλος στη «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη. Η ταινία, που σατίριζε τη στρατιωτική ζωή και τη χούντα μέσα από την καθημερινότητα μιας ομάδας φαντάρων, έγινε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου. Ο Καλογερόπουλος κέρδισε το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, το «Εν πλω», το «Όνειρο αριστερής νύχτας», η «Θηλυκή εταιρεία», το «Ένας κι ένας», το «Μυστικό του Νοέμβρη» και οι «Ιππείς της Πύλου», ταινία την οποία ο ίδιος έγραψε, σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε.
Ο «ανυπότακτος» Καλογερόπουλος
Πίσω από τους ρόλους υπήρχε όμως ένας άνθρωπος που είχε διαμορφώσει τη δική του, ιδιαίτερα προσωπική σχέση με την εξουσία και το χρήμα.
Σε χαρακτηριστική συνέντευξή του είχε εξηγήσει ότι δεν μπορούσε να κάνει διαφημίσεις, επειδή δεν ήθελε να βάλει την οικονομική ανταμοιβή πάνω από την προσωπική του αξιοπρέπεια. «Δεν θα μπορώ να σε κοιτάω στα μάτια», έλεγε χαρακτηριστικά, εξηγώντας τη στάση του.
Η ίδια λογική τον οδήγησε να πει «όχι» ακόμη και στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, όταν θεώρησε ότι η αμοιβή που του προσφέρθηκε δεν αντιστοιχούσε στην αξία του. «Είμαι κι εγώ ο Καλογερόπουλος», ήταν ουσιαστικά το επιχείρημά του. Αρνήθηκε επίσης να συμμετάσχει στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» για αντίστοιχους λόγους.
Δεν επρόκειτο απλώς για έναν «δύσκολο» καλλιτέχνη. Ήταν μια συνειδητή στάση ανεξαρτησίας απέναντι σε ένα σύστημα που συχνά ζητά από τον καλλιτέχνη να προσαρμοστεί.
Από τους Κυνικούς στους «Ιππείς της Πύλου»
Αυτή η αντιεξουσιαστική ματιά δεν περιορίστηκε στους κινηματογραφικούς ρόλους. Στο έργο του «Οι κυνικοί ξανάρχονται», ο Καλογερόπουλος έφερε στη σκηνή τους Κυνικούς φιλοσόφους μαζί με τους ρεμπέτες, επιχειρώντας μια αιχμηρή ανάγνωση της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
«Τους κυνικούς τους έτρεμε πάντα η εξουσία και τους αγαπούσε ο λαός», έλεγε. Και χαρακτήριζε το έργο του «καθαρά πολιτικό», ως πρόταση για ένα λαϊκό θέατρο.
Ανάλογη ήταν και η στάση του στους «Ιππείς της Πύλου», όπου μέσα από τον λόγο, τη μουσική και τη σάτιρα συνέχισε να επιτίθεται σε αυτό που θεωρούσε σύγχρονες μορφές εξουσίας και υποταγής. Η σχέση του με τον Χρόνη Μίσσιο, αλλά και η βαθιά εκτίμησή του για τον Μανώλη Γλέζο, φώτιζαν ακόμη περισσότερο αυτό το κομμάτι της σκέψης του.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος έφυγε όπως έζησε: χωρίς να γίνει μέρος του συστήματος που σατίριζε. Άφησε πίσω του ταινίες, ρόλους, τραγούδια, ποιήματα και κυρίως μια στάση ζωής. Στο ελληνικό σινεμά θα παραμείνει ως μία από εκείνες τις σπάνιες μορφές που δεν περιορίστηκαν στο να υποδύονται τους ανυπότακτους· προσπάθησαν να ζήσουν και οι ίδιοι με τους δικούς τους όρους.
Το «Τρενοτεχνείον» και η πολιτιστική αντίσταση στην Κυπαρισσία
Ιδιαίτερο κεφάλαιο στη ζωή του Νίκου Καλογερόπουλου αποτέλεσε η Κυπαρισσία, όπου δημιούργησε το «Τρενοτεχνείον», έναν αυτοσχέδιο αλλά ιδιαίτερα ζωντανό χώρο τέχνης και πολιτισμού. Δεν ήταν απλώς ένα προσωπικό στέκι, αλλά μια προσπάθεια να μεταφέρει τον πολιτισμό μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα και τους καθιερωμένους μηχανισμούς του. Στον χώρο φιλοξενήθηκαν θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, ρεμπέτικα σχήματα και νεανικά μουσικά συγκροτήματα, ενώ πέρασαν από εκεί σημαντικοί καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης και η Νατάσα Μποφίλιου.
Ο ίδιος δεν έκρυβε ότι η προσπάθεια αυτή είχε και οικονομικό κόστος. «Ήθελα βλέπεις να κάνω πολιτισμό στην πατρίδα μου», είχε πει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι το εγχείρημα τον είχε επιβαρύνει οικονομικά. Το «Τρενοτεχνείον» ήταν, με αυτή την έννοια, μια ακόμη έκφραση της προσωπικής του στάσης: να δημιουργεί με τους δικούς του όρους, χωρίς να περιμένει την έγκριση ή τη χρηματοδότηση των επίσημων φορέων. Ακόμη και όταν ο χώρος σταμάτησε να λειτουργεί, παρέμεινε ένα σημαντικό αποτύπωμα της παρουσίας του στην περιοχή. Το 2024, μάλιστα, έγινε στόχος εκτεταμένου βανδαλισμού, γεγονός που ανέδειξε ξανά τη σημασία που είχε αποκτήσει για την τοπική πολιτιστική ζωή.