Iσπανία-Αργεντινή: Ο μεγάλος τελικός του Μουντιάλ κρύβει ιστορία πέντε αιώνων
✨Η Ισπανία και η Αργεντινή συνδέονται ιστορικά από τον 16ο αιώνα, με την Αργεντινή να αποτελεί αρχικά ισπανική αποικία και να αποκτά ανεξαρτησία το 1816.
✨Μεταξύ 1880 και 1930, η Αργεντινή δέχθηκε μαζικά Ισπανούς μετανάστες, κυρίως από τη Γαλικία, τη Χώρα των Βάσκων και την Ανδαλουσία, που επηρέασαν την κοινωνία της.
✨Κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αργεντινή στήριξε το καθεστώς Φράνκο, υπογράφοντας το Πρωτόκολλο Περόν-Φράνκο για στενή συνεργασία.
✨Σήμερα, οι δύο χώρες διατηρούν ισχυρούς δεσμούς μέσω πολιτισμού, γλώσσας και οικογενειακών σχέσεων, με τον τελικό του Μουντιάλ να έχει ιδιαίτερο συμβολισμό.
Οι δύο χώρες που θα μονομαχήσουν απόψε το βράδυ στο Νιου Τζέρζι για το παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στέμμα, η Ισπανία και η Αργεντινή, έχουν σφυραλητήσει τις σχέσεις τους μέσα από σφοδρές συγκρούσεις αλλά και ενδιαφέρουσες συνθέσεις τους τελευταίους τέσσερις αιώνες. Οι ιστορίες τους συναντιούνται ουκ ολίγες φορές και παράγουν γεγονότα παγκόσμιου βεληνεκούς και σημασίας παρά το γεγονός ότι η γεωγραφική τους απόσταση είναι τεράστια.
Η Αργεντινή έγινε αρχικά αποικία των Ισπανών όπως συνέβη και με άλλες περιοχές της σημερινής Λατινής Αμερικής. Στο μακρινό 1516 ο Ισπανός θαλασσοπόρος Χουάν Ντίας ντε Σολίς έφθασε στις εκβολές του Ρίο ντε λα Πλάτα. Το 1536 ο Πέδρο ντε Μεντόσα ίδρυσε τον πρώτο οικισμό του Μπουένος Άιρες, ο οποίος όμως εγκαταλείφθηκε και επανιδρύθηκε το 1580 από τον Χουάν ντε Γκαράι.

Για σχεδόν τρεις αιώνες η περιοχή διοικούνταν από τη Μαδρίτη. Το μεγάλο σημείο καμπής ήρθε το 1776, όταν ο βασιλιάς Κάρολος Γ΄ δημιούργησε το Αντιβασίλειο του Ρίο ντε λα Πλάτα, με πρωτεύουσα το Μπουένος Άιρες. Το σημείο καμπής για την ιστορία της Αργεντινής ήρθε στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1806 και το 1807 οι κάτοικοι του Μπουένος Αϊρες απέκρουσαν χωρίς ισπανική βοήθεια διαδοχικές βρετανικές εισβολές και έτσι συνειδητοποίησαν ότι είχε έρθει η ώρα να ανεξαρτητοποιηθούν από τη Μαδρίτη. Το 1810 ξέσπασε η Επανάσταση του Μαΐου, ενώ στις 9 Ιουλίου 1816 ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία στην Τουκουμάν.
Η Ισπανία αρνήθηκε να αναγνωρίσει την αργεντίνικη ανεξαρτησία. Το έκανε πολύ αργότερα όταν διαπίστωσε ότι το ποτάμι της ιστορίας δεν ήταν δυνατόν να γυρίσει πίσω. Η πλήρης εδραίωση διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών δεν ήρθε παρά μόνο στις αρχές της δεκαετίας του 1860.
H ιστορία ανάποδα
Η ζωή όμως τα έφερε έτσι έτσι ώστε από το 1880 και μετά η Αργεντινή να πλημμυρίσει με χιλιάδες Ισπανούς μετανάστες. Μεταξύ 1880 και 1930 η Αργεντινή ήταν μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του κόσμου. Χρειαζόταν εργατικά χέρια και ενθάρρυνε μαζικά τη μετανάστευση. Ετσι πολλοί Ισπανοί (αλλά και Ιταλοί) έφταναν κατά κύματα στην Αργεντινή. Εκείνα τα χρόνια η Ισπανία, που είχε αφήσει πίσω της τις δόξες της αυτοκρατορίας, βίωνε μία πολύ δύσκολη κατάσταση η οποία χαρακτηριζόταν από μεγάλη φτώχεια, κυρίως στην ύπαιθρο, υψηλή ανεργία και περιορισμένες προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά ρεύματα στην παγκόσμια ιστορία. Οι περισσότεροι από τους Ισπανούς μετανάστες προέρχονταν από τη Γαλικία, τη Χώρα των Βάσκων και την Ανδαλουσία. Η λέξη gallego (Γαλικιανός) κατέληξε στην αργεντίνικη καθομιλουμένη να σημαίνει σχεδόν κάθε Ισπανό, ανεξάρτητα από την πραγματική του καταγωγή.
Ακόμη και σήμερα το Μπουένος Άιρες διαθέτει δεκάδες ιστορικά “ισπανικά” ιδρύματα που ιδρύθηκαν από αυτές τις κοινότητες. Υπολογίζεται ότι εκατομμύρια Αργεντινοί έχουν ισπανικές ρίζες, ενώ η ισπανική υπηκοότητα μέσω καταγωγής εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό δίαυλο μετανάστευσης προς την Ευρώπη.
Στα χρόνια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936-1939) η αύρα της σύγκρουσης και η ιδεολογική του χροιά έφτασε μέχρι την Αργεντινή. Ουσιαστικά η τεράστια ισπανική κοινότητα χωρίστηκε στα δύο. Τα συνδικάτα, οι διανοούμενοι, οι αριστερές οργανώσεις τέθηκαν στο πλευρό των Δημοκρατικών. Από την άλλη πλευρά οι καθολικές οργανώσεις, ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής ελίτ υποστήριξε εμπράκτως τον στρατηγό Φράνκο.
Η Αργεντινή, ως κρατική οντότητα, κράτησε επίσημα ουδέτερη στάση, αλλά δέχθηκε πρόσφυγες ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση. Μετά την επικράτηση του Φράνκο εγκαταστάθηκαν επίσης αρκετοί δημοκράτες εξόριστοι, αν και οι μεταναστευτικές πολιτικές απέναντί τους ήταν συχνά πιο επιφυλακτικές από ό,τι απέναντι στους οικονομικούς μετανάστες.
Οταν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Ισπανία βρέθηκε στο στρατόπεδο των ηττημένων γεγονός που προκάλεσε την απομόνωσή της, ήταν η Αργεντινή, του Χουάν Περόν πια, που στήριξε εμπράκτως τους Ιβηρες και το καθεστώς του Φράνκο. Οι Λατίνοι άρχισαν να εξάγουν μαζικά σιτηρά και κρέας, υπερασπίστηκε τον Φράνκο στα διεθνή φόρα και έκανε ότι περνούσε από το χέρι της για να βγάλει τη Μαδρίτη από τη δύσκολη θέση.
Η “Εβίτα” έγινε δεκτή με εντυπωσιακές λαϊκές εκδηλώσεις στη Μαδρίτη. Η περιοδεία της ονομάστηκε από το καθεστώς “Rainbow Tour” και είχε τεράστια προπαγανδιστική αξία για τον Φράνκο: έδειχνε ότι η Ισπανία δεν ήταν εντελώς απομονωμένη.
Το πρωτόκολλο Περόν-Φράνκο
Το 1948 υπογράφηκε το λεγόμενο Πρωτόκολλο Περόν-Φράνκο, που εδραίωσε τη στενή οικονομική και πολιτική συνεργασία. Παράλληλα, η κυβέρνηση Περόν ενθάρρυνε νέα κύματα Ισπανών μεταναστών να εγκατασταθούν στην Αργεντινή μέσω ειδικών διακρατικών συμφωνιών.

Σήμερα, δύο και πλέον αιώνες μετά την ανεξαρτησία της Αργεντινής, οι δύο χώρες συνδέονται με εκατομμύρια κοινές οικογενειακές ιστορίες. Γι’ αυτό και ο τελικός του Μουντιάλ μοιάζει περισσότερο με ενδοοικογενειακή υπόθεση παρά με αναμέτρηση δύο ξένων εθνών. Το παιχνίδι αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό, επειδή οι δύο κοινωνίες μοιράζονται γλώσσα και μια κοινή, σχεδόν, ιστορία πέντε αιώνων.
Την ίδια ώρα συναντώνται η άλλοτε μητρόπολη και η πρώην αποικία της, δύο χώρες που μέσα σε πέντε αιώνες αντάλλαξαν ρόλους: από την αποικιακή εξάρτηση στην ανεξαρτησία, από τη μαζική ισπανική μετανάστευση στην Αργεντινή έως την οικονομική στήριξη της Ισπανίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένας δεσμός που ξεκίνησε ως σχέση εξουσίας και κατέληξε να γίνει σχέση συγγένειας.
Σε κάθε περίπτωση, το συμβολικό φορτίο είναι τεράστιο και ξεπερνά κατά πολύ το καθαρά ποδοσφαιρικό κομμάτι.