Ανάλυση: Από το “δόγμα” Harmel στη νέα εποχή της μονομερούς αποτροπής-Το μεγάλο δίλημμα της Ευρώπης

Ανάλυση: Από το “δόγμα” Harmel στη νέα εποχή της μονομερούς αποτροπής-Το μεγάλο δίλημμα της Ευρώπης
💡 AI Summary by Libre

Η Ευρώπη αναθεωρεί ριζικά την πολιτική ασφάλειας και άμυνας εξαιτίας της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και της τεχνολογικής εξέλιξης στον πόλεμο.

Η αύξηση των αμυντικών δαπανών συνοδεύεται από την ανάγκη για νέα στρατηγική που συνδυάζει ισχυρή αποτροπή με αποτελεσματική διπλωματία και διαχείριση κρίσεων.

Η τεχνολογική πρόοδος σε drones, κυβερνοάμυνα και τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τα δεδομένα, καθιστώντας την ασφάλεια πιο πολύπλοκη και απαιτώντας προστασία κρίσιμων υποδομών.

Η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει παράλληλα σε αμυντική ισχύ και μηχανισμούς διαλόγου, καθώς η πιο αποτελεσματική αποτροπή βασίζεται στον συνδυασμό στρατιωτικής ισχύος και διπλωματίας.

Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη αναθεώρηση της πολιτικής ασφάλειας και άμυνάς της από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αβεβαιότητα γύρω από τη μελλοντική αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι διαδοχικές κρίσεις στη Μέση Ανατολή, η ραγδαία εξέλιξη των μη επανδρωμένων συστημάτων, η διάδοση των πυραυλικών τεχνολογιών και η επιστροφή της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης έχουν οδηγήσει σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε μια πρωτοφανή αύξηση των αμυντικών δαπανών. Από το πρόγραμμα ReArm Europe έως τα εθνικά εξοπλιστικά προγράμματα, η αποτροπή βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της στρατηγικής σκέψης.

Ωστόσο, πίσω από τη νέα κούρσα εξοπλισμών αναδύεται ένα ερώτημα που είχε απασχολήσει τη Δύση ήδη από τη δεκαετία του 1960 και σήμερα επιστρέφει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση: μπορούν τα όπλα από μόνα τους να διασφαλίσουν την ειρήνη ή η πραγματική σταθερότητα εξακολουθεί να προϋποθέτει ισχυρή διπλωματία;

Η επιστροφή της αποτροπής

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 ανέτρεψε σχεδόν όλες τις παραδοχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας μετά το 1991. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, πολλές ευρωπαϊκές χώρες περιόρισαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, θεωρώντας ότι ένας πόλεμος μεγάλης κλίμακας στην ευρωπαϊκή ήπειρο αποτελούσε μάλλον απίθανο σενάριο.

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική.

Η ανάγκη ενίσχυσης της αποτροπής επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο. Νέα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, drones, πυροβολικό μεγάλου βεληνεκούς, κυβερνοάμυνα, ηλεκτρονικός πόλεμος και τεχνητή νοημοσύνη βρίσκονται πλέον στον πυρήνα του ευρωπαϊκού στρατηγικού σχεδιασμού. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να ενισχύσει την αμυντική της βιομηχανία, μειώνοντας σταδιακά την εξάρτησή της από εξωτερικούς προμηθευτές και αποκτώντας μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.

Η στρατιωτική ισχύς θεωρείται πλέον αναγκαία προϋπόθεση. Δεν αποτελεί όμως από μόνη της ολοκληρωμένη στρατηγική.

Το μάθημα που έρχεται από το 1967

Η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια.

Το 1967 το ΝΑΤΟ υιοθέτησε την περίφημη Έκθεση Harmel, ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά κείμενα της Συμμαχίας. Η βασική της αρχή ήταν ότι η ασφάλεια στηρίζεται σε δύο αλληλένδετους πυλώνες.

Ο πρώτος είναι η αξιόπιστη στρατιωτική αποτροπή.

Ο δεύτερος είναι η διπλωματία, ο πολιτικός διάλογος και η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας ακόμη και με τους αντιπάλους.

Η φιλοσοφία αυτή διαμόρφωσε επί δεκαετίες τη δυτική στρατηγική απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Η ισχυρή άμυνα δεν απέκλειε τη διαπραγμάτευση· αντίθετα, δημιουργούσε τις προϋποθέσεις ώστε αυτή να είναι περισσότερο αξιόπιστη.

Η ιστορία απέδειξε ότι η ισχύς και ο διάλογος δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά, αλλά συμπληρωματικά.

Η νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα

Σήμερα η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες στρέφουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της στρατηγικής τους προσοχής προς τον Ινδο-Ειρηνικό και τον ανταγωνισμό με την Κίνα. Παρά τη διατήρηση της διατλαντικής σχέσης, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ενισχύεται η αντίληψη ότι η ήπειρος θα πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη δική της άμυνα.

Αυτό εξηγεί γιατί οι εξοπλισμοί αυξάνονται σχεδόν παντού.

Όσο όμως ενισχύεται η στρατιωτική διάσταση, τόσο γίνεται εμφανές και ένα διαφορετικό έλλειμμα: η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων.

Τα όπλα μπορούν να αποτρέψουν μια επίθεση.

Δεν μπορούν όμως να αποτρέψουν μια παρεξήγηση, έναν λανθασμένο υπολογισμό ή μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Η τεχνολογία αλλάζει τους κανόνες

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη λόγω της τεχνολογικής επανάστασης στον πόλεμο.

Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, οι κυβερνοεπιθέσεις, οι επιχειρήσεις ηλεκτρονικού πολέμου, οι δορυφορικές υποδομές και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μεταβάλλουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται οι συγκρούσεις.

Η γραμμή ανάμεσα στην ειρήνη και σε μια κρίση γίνεται ολοένα πιο λεπτή.

Μια κυβερνοεπίθεση σε ενεργειακό δίκτυο, μια επίθεση σε τηλεπικοινωνιακές υποδομές ή μια συντονισμένη επιχείρηση παραπληροφόρησης μπορεί να προκαλέσει σοβαρές γεωπολιτικές επιπτώσεις χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε μία συμβατική στρατιωτική σύγκρουση.

Η ασφάλεια πλέον δεν αφορά μόνο τα οπλικά συστήματα.

Αφορά τις κρίσιμες υποδομές, την ενεργειακή ανθεκτικότητα, την κυβερνοασφάλεια, αλλά και την προστασία της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας των κρατών.

Η διπλωματία δεν είναι ένδειξη αδυναμίας

Στη δημόσια συζήτηση, η διπλωματία παρουσιάζεται συχνά ως εναλλακτική της αποτροπής.

Στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

Οι πιο σταθερές περίοδοι της ευρωπαϊκής ιστορίας βασίστηκαν στον συνδυασμό ισχυρής αποτροπής, διαλόγου, συμφωνιών ελέγχου εξοπλισμών και μηχανισμών αποκλιμάκωσης.

Θεσμοί όπως ο ΟΑΣΕ δημιουργήθηκαν ακριβώς για να περιορίζουν τον κίνδυνο στρατιωτικών ατυχημάτων και ανεξέλεγκτων κρίσεων.

Σήμερα αρκετοί από αυτούς τους μηχανισμούς έχουν αποδυναμωθεί.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο:

Η Ευρώπη αποκτά περισσότερα όπλα, αλλά διαθέτει λιγότερα εργαλεία πολιτικής διαχείρισης των κρίσεων.

Το πραγματικό δίλημμα της επόμενης δεκαετίας

Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει στην άμυνα.

Αυτό έχει ήδη αποφασιστεί.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος θα συνοδευτεί από μια εξίσου φιλόδοξη επένδυση στη διπλωματία, στους μηχανισμούς διαλόγου και στη διαχείριση των κρίσεων.

Γιατί η ιστορία δείχνει ότι η πιο αποτελεσματική αποτροπή δεν είναι εκείνη που οδηγεί σε σύγκρουση.

Είναι εκείνη που την αποτρέπει.

Σε μια εποχή όπου οι αντιπαραθέσεις εκτείνονται από τα πεδία των μαχών έως τον κυβερνοχώρο, τις ενεργειακές υποδομές και το διάστημα, η πραγματική ισχύς δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των όπλων που διαθέτει ένα κράτος. Μετριέται και από την ικανότητά του να αποτρέπει μια κρίση πριν αυτή μετατραπεί σε πόλεμο.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα που επιστρέφει σήμερα από το 1967: η ασφάλεια δεν οικοδομείται μόνο με περισσότερα όπλα. Οικοδομείται όταν η αποτροπή και η διπλωματία λειτουργούν μαζί, ως οι δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της Ευρώπης στη νέα εποχή των εξοπλισμών.

Σχετικά Άρθρα