Έλενα Καρακούλη στο libre: “Το θέατρο και η γραφή είναι οι δικές μου γέφυρες για να συνδεθώ με τους άλλους”

✨Η Έλενα Καρακούλη εστιάζει στις σιωπές και τα ενδιάμεσα των λέξεων για να αποκαλύψει την ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας και αποξένωσης.
✨Με πολυσχιδή διαδρομή στη φιλολογία, θεατρική κριτική, σκηνοθεσία και μυθιστοριογραφία, συνθέτει ένα ενιαίο δημιουργικό σύμπαν που εξερευνά τον «συναισθηματικό αναλφαβητισμό».
✨Το μυθιστόρημά της «Υπουργείο Μοναξιάς» αναδεικνύει τη μοναξιά της σύγχρονης εποχής, εμπνευσμένο από την τέχνη του Κιντσούγκι και την ανάγκη αποδοχής των ρωγμών.
✨Σε συνέντευξη, η δημιουργός τονίζει το θέατρο ως χώρο αλλαγής, τονίζοντας την ανάγκη ουσιαστικής υποστήριξης των ανθρώπων του πολιτισμού από την Πολιτεία.
Μια συζήτηση για τις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις, τη γοητεία των ανθρώπινων ρωγμών και το «Υπουργείο Μοναξιάς» στη σύγχρονη εποχή. Σε μια εποχή θορυβώδους συνδεσιμότητας και διάχυτης πνευματικής κόπωσης, η Έλενα Καρακούλη επιμένει να αναζητά την ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας εκεί όπου οι άλλοι προσπερνούν: κάτω από την επιφάνεια, στις σιωπές και στα ενδιάμεσα των λέξεων. Με μια πολυσχιδή διαδρομή που εκτείνεται από τη φιλολογία και τη θεατρική κριτική μέχρι τη δραματουργία στο Εθνικό Θέατρο, τη σκηνοθεσία και, πλέον, τη μυθιστοριογραφία, συνθέτει ένα απολύτως ενιαίο δημιουργικό σύμπαν. Για την ίδια, οι διαφορετικές αυτές ιδιότητες δεν συγκρούονται· λειτουργούν ως γέφυρες επικοινωνίας και εργαλεία κατανόησης του Άλλου.
Έχοντας μεταφέρει με επιτυχία στο σανίδι εμβληματικά, ψυχογραφικά έργα —από το Himmelweg και το True West μέχρι το Misery και τις Σκηνές από έναν Γάμο—, η Έλενα Καρακούλη καταθέτει τώρα το πρώτο της μυθιστόρημα, το Υπουργείο Μοναξιάς (εκδόσεις Καστανιώτη). Εκεί επιστρέφει σε μια σταθερή της θεματική εμμονή: τον «συναισθηματικό αναλφαβητισμό» και τις ποικίλες παραλλαγές της σύγχρονης αποξένωσης.
Εμπνεόμενη από τη φιλοσοφία του Κιντσούγκι —την ιαπωνική τέχνη που αναδεικνύει, αντί να κρύβει, τις ρωγμές με χρυσάφι—, προσεγγίζει τους ήρωές της με βαθιά ενσυναίσθηση, υπενθυμίζοντάς μας ότι δεν είναι κακό να «σπάει» κανείς, αρκεί να βρίσκει τη δύναμη να μαζεύει τα κομμάτια του.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η διακεκριμένη δημιουργός μιλά για το ξεβόλεμα και τον σπόρο της αμφιβολίας που μπορεί ακόμα να φυτέψει το θέατρο, για τη σχέση της νέας γενιάς με την ανάγνωση στην εποχή της οθόνης, αλλά και για την επιτακτική ανάγκη της ουσιαστικής υποστήριξης των ανθρώπων του πολιτισμού από την Πολιτεία. Μια συζήτηση- στοχασμός πάνω στα θεμελιώδη ερωτήματα που μας κρατούν ανθρώπινους: Τι σημαίνει να αγαπάς; Πώς πρέπει να ζει κανείς; Και τι αξίζει, τελικά, να διασωθεί;
Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο
–Κυρία Καρακούλη, γεννηθήκατε και ζείτε στην Αθήνα. Πόσο έχει διαμορφώσει αυτή η πόλη τον τρόπο που βλέπετε τους ανθρώπους, τις σχέσεις και τελικά το ίδιο το θέατρο και τη γραφή σας;

Όταν αποφάσισα να γράψω το πρώτο μου βιβλίο, το Δέκα τρόποι να εκτεθείς, άντλησα από το υλικό που έβλεπα γύρω μου, ανθρώπους, επαγγέλματα, χώρους στους οποίους κινούμαι, περιστατικά που κάπως κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου και με αναστατώνουν. Το να γράφω είναι για μένα ένας τρόπος να καταλάβω τους άλλους. Πιο πολύ με απασχολεί η εσωτερική ζωή των ανθρώπων που περιγράφω, αυτό δηλαδή που συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια. Αυτή η διαδικασία μοιάζει αρκετά με τη δουλειά στο θέατρο όπου το ζητούμενο δεν είναι μόνο το κείμενο αλλά οι σιωπές, αυτά που εισχωρούν ανάμεσα στις λέξεις.
–Κάποτε γράφατε θεατρικές κριτικές, αλλά σταματήσατε όταν βρεθήκατε εκ των έσω στη διαδικασία της πρόβας ως δραματολόγος στο Εθνικό Θέατρο. Σήμερα, έχοντας περάσει στη σκηνοθεσία και στη συγγραφή, πώς βλέπετε τη σύγχρονη πολιτιστική κριτική στην Ελλάδα;
Η κριτική μπορεί να είναι κομμάτι ενός γόνιμου διαλόγου για το βιβλίο, το θέατρο, τις τέχνες γενικότερα. Όταν κανείς εκτίθεται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, είναι καλό να είναι προετοιμασμένος για κριτική και για σχόλια. Και είναι επίσης λογικό να μην αρέσουμε σε όλους.
–Έχετε σκηνοθετήσει έργα όπως το Himmelweg του Χουάν Μαγιόργκα, το True West, το Misery και τις Σκηνές από έναν Γάμο. Σε μια εποχή κόπωσης και απογοήτευσης, πιστεύετε ακόμη ότι το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία μιας «εσωτερικής επανάστασης» στον θεατή;
Ναι το πιστεύω και το ελπίζω. Βγαίνοντας από μια αίθουσα, μετά από δυο ώρες, ο θεατής δεν μπορεί παρά να βγαίνει αλλαγμένος, αφού έχει μεσολαβήσει μια συμπυκνωμένη εμπειρία ζωής που είναι η παράσταση. Ακόμα και αν δεν κάνει επανάσταση όπως θα την ήθελε ο Μπρεχτ, θα έχει μπει ο σπόρος της αμφιβολίας. Αυτό το ξεβόλεμα που προσφέρει με την αμεσότητά του το θέατρο ως τόπος συνάντησης όλων των τεχνών είναι μια ευκαιρία για αλλαγή, για προβληματισμό και για αναστοχασμό.
–Παλαιότερα, μιλώντας για τις Σκηνές από έναν Γάμο, είχατε αναφερθεί στον «συναισθηματικό αναλφαβητισμό» ως ρίζα της μοναξιάς. Στο νέο σας μυθιστόρημα Υπουργείο Μοναξιάς (εκδόσεις Καστανιώτη) επιστρέφετε ακριβώς σε αυτή τη θεματική. Τι σας οδήγησε να τη μεταφέρετε από τη σκηνή στη φόρμα του μυθιστορήματος;
Δεν το είχα σκεφτεί αλλά έχετε δίκιο. Με απασχολούν σταθερά οι ανθρώπινες σχέσεις- τι σημαίνει να αγαπάς; Πώς πρέπει να ζει κανείς; Πώς αλλάζουν οι σχέσεις στην νέα εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης και της απεριόριστης συνδεσιμότητας; Και τι αξίζει να διασωθεί; Το Υπουργείο Μοναξιάς διερευνά κάποιες παραλλαγές της νόσου της εποχής μας που είναι η μοναξιά. Άνθρωποι που ζουν μόνοι ή αισθάνονται μόνοι μέσα σε γάμους, σε οικογένειες, σε μεγάλες παρέες, σε επαγγέλματα, σε σχέσεις και σε συνθήκες που αντί να τους φέρνουν κοντά, τελικά τους αποξενώνουν.
–Το Υπουργείο Μοναξιάς είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα, ενώ το πρώτο σας βιβλίο, Δέκα τρόποι να εκτεθείς, είχε ήδη σταθεί ανάμεσα στην πρόζα και στη θεατρική ματιά. Πώς αλλάζει η σχέση σας με τη γραφή όταν περνάτε από το ένα είδος στο άλλο;
Δεν είναι κάτι που συμβαίνει συνειδητά. Όταν διασκευάζω ή σκηνοθετώ μπαίνω στον κόσμο που έχει δημιουργήσει κάποιος άλλος, προσπαθώ να τον καταλάβω και να βρω τον τρόπο να συνδιαλλαγώ μαζί του χωρίς να τον προδώσω. Γράφοντας έχω μια άλλη ελευθερία και άλλα εμπόδια. Το ένα πάντως τροφοδοτεί το άλλο και δεν είναι τυχαίο ότι με απασχολούν κοινά ερωτήματα.
–Έχετε πει ότι σας ελκύει η φιλοσοφία του κιντσούγκι, η τέχνη που αναδεικνύει τις ρωγμές αντί να τις κρύβει. Στα έργα που επιλέγετε να σκηνοθετήσετε, οι ήρωες είναι συχνά βαθιά ραγισμένοι. Αναζητάτε αυτή τη «χρυσή επισκευή» στις ανθρώπινες σχέσεις ή υπάρχουν ρήξεις που δεν επουλώνονται;
Όλα μπορούν να συμβούν: Τα τραύματα, οι ρωγμές αλλά το προχώρημα μέσα από την επίγνωση. Σε κάθε περίπτωση σε μια εποχή που εκθειάζει την τελειότητα, η φιλοσοφία του Κιντσούγκι είναι για μένα πηγή έμπνευσης γιατί μας θυμίζει ότι όπως ένα φλιτζάνι έτσι και οι άνθρωποι γίνονται καμιά φορά θρύψαλα. Και μπορούν παρ’ όλα αυτά να δυναμώσουν μέσα από τις ήττες τους. Δεν είναι κακό να σπας και να μαζεύεις μετά τα κομμάτια σου.
–Από τη δραματουργία και τη θεωρία μέχρι τη σκηνοθεσία και τη συγγραφή, πώς συνυπάρχουν μέσα σας αυτές οι διαφορετικές ιδιότητες; Συναντιούνται δημιουργικά ή συγκρούονται;
Καταλαβαίνω ότι συστήνομαι με διαφορετικές ιδιότητες αλλά για μένα όλα αυτά έχουν μια ενότητα. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο και σταθερά με απασχολούν κάποια ερωτήματα είτε γράφω είτε σκηνοθετώ όπως για παράδειγμα τι σημαίνει να αγαπά κανείς; Τι σημαίνει να γερνά; Και πως πρέπει να ζει;
–Στη σύγχρονη ελληνική θεατρική σκηνή, τι θεωρείτε ότι χρειάζεται ουσιαστική αλλαγή — όχι θεωρητικά, αλλά στην καθημερινή πρακτική των ανθρώπων του θεάτρου;

Σεβασμός και ουσιαστική υποστήριξη από την Πολιτεία. Από εκεί ξεκινούν όλα. Το θέατρο για κάποιους ανθρώπους εκτός από πάθος και είναι και επάγγελμα και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από το κράτος.
–Ζείτε και εργάζεστε με τη νέα γενιά και βλέπετε από κοντά τη σχέση της με τις οθόνες, την ανάγνωση και τη συγκέντρωση. Υπάρχει πράγματι μια απομάκρυνση από το βιβλίο; Και μπορεί το θέατρο να λειτουργήσει ως γέφυρα προς μια πιο προσωπική σχέση με τη λογοτεχνία;
Οι οθόνες προφανώς ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό γι’ αυτή την απομάκρυνση. Το θέατρο όμως έχει το μεγάλο πλεονέκτημα της αμεσότητας, δίνει στους θεατές τη δυνατότητα να αποδράσουν από την καθημερινότητά τους, να κλείσουν τα κινητά για δυο ώρες και να μπουν σε έναν κόσμο. Αν αυτός ο κόσμος τους απορροφήσει τότε βγαίνοντας από το θέατρο θα αναζητήσουν το βιβλίο γιατί θα έχουν ήδη έρθει σε επαφή με τον συγγραφέα και την λογοτεχνία μέσα από το βίωμα της παράστασης.
–Αν κοιτάξετε συνολικά τη διαδρομή σας — από τη φιλολογία και τη θεωρία μέχρι τη σκηνοθεσία και τη συγγραφή — τι είναι αυτό που παραμένει σταθερό ως εσωτερικό κίνητρο; Τι είναι αυτό που σας ωθεί κάθε φορά να ξεκινάτε ένα νέο έργο;
Όλα αυτά που αναφέρατε είναι γέφυρες. Ο τρόπος μου να συνδεθώ με τους άλλους.
*Φωτογραφίες: Γιώργος Δίπλας