10 χρόνια μετά το δημοψήφισμα για Brexit, η Βρετανία ψάχνει “βηματισμό”-Στάρμερ, Μπέρναμ, νέες προκλήσεις
✨Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ σηματοδοτεί νέα πολιτική αστάθεια στη Βρετανία, που αντιμετωπίζει διαδοχικές αλλαγές πρωθυπουργών μετά το δημοψήφισμα του 2016.
✨Το Brexit προκάλεσε οικονομική στασιμότητα, κοινωνικό διχασμό και απογοήτευση στη κοινή γνώμη, ενώ οι υποσχέσεις για μετανάστευση και ανάπτυξη δεν εκπληρώθηκαν.
✨Η επικείμενη ανάληψη της ηγεσίας από τον Άντι Μπέρναμ φέρνει ελπίδα για επανασύνδεση με παραδοσιακές κοινότητες, αλλά η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα.
✨Παράλληλα, το πολιτικό σκηνικό γίνεται πιο πολυδιασπασμένο, με άνοδο του Reform UK και μειωμένη επιρροή των δύο μεγάλων παραδοσιακών κομμάτων.
Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ από την πρωθυπουργία και την ηγεσία των Εργατικών έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά αλυσίδα διαδοχικών αλλαγών στην ηγεσία της Βρετανίας, η οποία ακόμη αναζητά τον βηματισμό της στη μετα-Brexit εποχή. Σαν σήμερα το 2016 διεξήχθη το δημοψήφισμα που άλλαξε την πορεία του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το Brexit, παρουσιάστηκε το 2016 ως η αφετηρία μιας νέας εποχής εθνικής κυριαρχίας και οικονομικής αυτονομίας, 10χρόνια αργότερα ο απολογισμός γράφει πολιτικές αναταράξεις, κυβερνητική αστάθεια και κοινωνικό διχασμό.
Μέσα σε μια περίοδο γεωπολιτικών ανακατατάξεων, πολέμων, εμπορικών εντάσεων και αυξανόμενης αβεβαιότητας, η φιλοδοξία του «Global Britain» αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη στην πράξη από ό,τι φαινόταν το 2016.
Η επικείμενη ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Άντι Μπέρναμ αναμένεται να σηματοδοτήσει μια νέα προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της βρετανικής πορείας. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό: μπορεί η χώρα να κλείσει οριστικά το κεφάλαιο του Brexit ή θα συνεχίσει να καθορίζει την πολιτική της ζωή και την επόμενη δεκαετία;
Μια δεκαετία πολιτικής αστάθειας
Η Βρετανία δεν είναι ξένη στις αλλαγές πρωθυπουργών χωρίς προσφυγή στις κάλπες. Μέχρι το 2016, έξι μεταπολεμικοί πρωθυπουργοί είχαν αντικατασταθεί εν μέσω της θητείας τους. Ωστόσο, η τελευταία δεκαετία έχει αποκτήσει ξεχωριστή θέση στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας.
Από το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, όταν το 51,9% των Βρετανών ψήφισε υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η χώρα έχει αλλάξει έξι πρωθυπουργούς — Ντέιβιντ Κάμερον, Τερέζα Μέι, Μπόρις Τζόνσον, Λιζ Τρας, Ρίσι Σούνακ και Κιρ Στάρμερ — και πλέον οδεύει προς τον έβδομο μέσα σε δέκα χρόνια.
Η παραίτηση του Στάρμερ, ύστερα από παρατεταμένη εσωκομματική αμφισβήτηση, καθιστά ακόμη πιο εμφανή τη δυσκολία διαμόρφωσης σταθερής πολιτικής ηγεσίας σε μια χώρα που εξακολουθεί να ζει στη σκιά της απόφασης του 2016.
Το Brexit και ο απολογισμός μιας δεκαετίας
Δέκα χρόνια μετά, ολοένα και περισσότεροι Βρετανοί θεωρούν ότι το Brexit δεν εκπλήρωσε τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί.
Στην οικονομία, η εικόνα παραμένει απογοητευτική. Πλήθος μελετών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι χωρίς το Brexit οι εξαγωγές, οι επενδύσεις, η παραγωγικότητα, η απασχόληση και το ΑΕΠ της χώρας θα ήταν υψηλότερα. Η βρετανική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με χαμηλούς ρυθμούς, ενώ η αβεβαιότητα έχει επηρεάσει σημαντικά το επενδυτικό περιβάλλον.
Παράλληλα, το ζήτημα της μετανάστευσης, που αποτέλεσε βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της εξόδου από την Ε.Ε., δεν επιλύθηκε όπως είχε υποσχεθεί η καμπάνια του Brexit. Οι μεταναστευτικές ροές από κράτη-μέλη της Ένωσης μειώθηκαν, ωστόσο αυξήθηκαν οι αφίξεις από τρίτες χώρες, ενώ οι παράνομες διελεύσεις μέσω της Μάγχης παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα.
Η κοινή γνώμη αλλάζει στάση
Η μεταστροφή της βρετανικής κοινής γνώμης είναι πλέον εμφανής.
Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, περίπου τα δύο τρίτα των πολιτών θεωρούν ότι το Brexit είχε αρνητικές συνέπειες για τη χώρα και συνέβαλε στην επιδείνωση ζητημάτων όπως το κόστος ζωής, η οικονομική ανάπτυξη, το εμπόριο και οι ευκαιρίες για τους νέους.
Ακόμη και μεταξύ ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει την έξοδο από την Ε.Ε., καταγράφεται πλέον η επιθυμία για στενότερες σχέσεις με την Ευρώπη. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο ίδιος ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο πολιτικός που ταυτίστηκε όσο κανείς με το Brexit, έχει παραδεχθεί ότι η εφαρμογή του δεν εξελίχθηκε όπως ο ίδιος είχε οραματιστεί.
Η πτώση Στάρμερ και η επόμενη ημέρα
Όταν οι Εργατικοί θριάμβευσαν στις εκλογές του 2024, κερδίζοντας περισσότερες από 410 έδρες στο Κοινοβούλιο, λίγοι μπορούσαν να φανταστούν ότι ο Κιρ Στάρμερ θα αποχωρούσε πριν συμπληρώσει δύο χρόνια στην πρωθυπουργία.
Η πολιτική φθορά του αποδόθηκε σε συνδυασμό παραγόντων: στη στασιμότητα της οικονομίας, στη συνεχιζόμενη πίεση στο μεταναστευτικό, στην αίσθηση έλλειψης σαφούς οράματος για τη χώρα, αλλά και στις αντιδράσεις που προκάλεσε ο διορισμός του Πίτερ Μάντελσον ως πρεσβευτή στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρά τις δυσκολίες, οι Εργατικοί εξακολουθούν να διαθέτουν άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γεγονός που καθιστά απίθανη την προσφυγή σε πρόωρες εκλογές.
Ο Άντι Μπέρναμ και η μάχη για την επανεκκίνηση
Όλα δείχνουν ότι ο διάδοχος του Στάρμερ θα είναι ο Άντι Μπέρναμ, μέχρι πρότινος δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ και πλέον βουλευτής. Γνωστός για τις πιο αριστερές και κοινωνικά προσανατολισμένες θέσεις του, καλείται να αναλάβει τα ηνία σε μια περίοδο αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας.
Ο επονομαζόμενος «βασιλιάς του Βορρά» προβάλλεται ως η προσωπικότητα που μπορεί να επανασυνδέσει τους Εργατικούς με τις παραδοσιακές εργατικές κοινότητες και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη ψηφοφόρων που εγκαταλείπουν τα παραδοσιακά κόμματα.
Η αποστολή του, ωστόσο, μόνο εύκολη δεν θα είναι. Η χώρα αντιμετωπίζει προβλήματα στο κόστος ζωής, στη στεγαστική κρίση, στη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών και στη διαχείριση της μετανάστευσης, ενώ τα δημόσια οικονομικά παραμένουν υπό πίεση.
Η άνοδος του Φάρατζ και ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού
Την ίδια στιγμή, το πολιτικό σκηνικό της Βρετανίας γίνεται ολοένα και πιο πολυδιασπασμένο. Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ έχει καταγράψει σημαντική άνοδο, κυριαρχώντας στις πρόσφατες τοπικές εκλογές και διεκδικώντας πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα.
Η εκλογική επιρροή των δύο παραδοσιακών κομμάτων έχει μειωθεί αισθητά σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η ενίσχυση μικρότερων πολιτικών δυνάμεων στα δεξιά και στα αριστερά αντανακλά τη διάχυτη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο.
Ο ίδιος ο Φάρατζ ζητά πρόωρες εκλογές, ελπίζοντας να αξιοποιήσει τη δημοσκοπική δυναμική του κόμματός του. Ωστόσο, η κοινοβουλευτική αριθμητική δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.