Η επιθετικότητα Ισραήλ στον Λίβανο εμπόδιο για την έναρξη των συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν-Η Τεχεράνη ζητά εγγυήσεις

 Η επιθετικότητα Ισραήλ στον Λίβανο εμπόδιο για την έναρξη των συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν-Η Τεχεράνη ζητά εγγυήσεις
💡 AI Summary by Libre

Το Ιράν αρνείται να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ αν δεν σταματήσουν οι εχθροπραξίες στον Λίβανο, αναβάλλοντας προσωρινά τις συνομιλίες.

Ο πρόεδρος Τραμπ υπερασπίζεται τη συμφωνία με το Ιράν, τονίζοντας ότι απέτρεψε παγκόσμια κρίση και οικονομική ύφεση λόγω ενδεχόμενου κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ.

Η κατάσταση στην παγκόσμια αγορά ενέργειας επηρέασε σημαντικά τις αποφάσεις των ΗΠΑ, καθώς ο παρατεταμένος πόλεμος θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στις τιμές πετρελαίου.

Η συμφωνία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο Ισραήλ, δημιουργώντας ρήγμα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και εντείνοντας τη δημόσια διαφωνία μεταξύ Συμμάχων.

Το Ιράν έστειλε νέο μήνυμα προς την Ουάσινγκτον ενόψει της έναρξης των διαπραγματεύσεων με βάση το μνημόνιο που υπεγράφη, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν προτίθεται να συμμετάσχει αν δεν σταματήσουν οι εχθροπραξίες στον Λίβανο. Οι συνομιλίες που είχαν προγραμματιστεί για σήμερα Παρασκευή μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν στο θέρετρο Μπούργκενστοκ στην Ελβετία, δεν θα πραγματοποιηθούν, σύμφωνα με ανακοίνωση του ελβετικού υπουργείου Εξωτερικών. Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να υπερασπιστεί τη συμφωνία που υπέγραψε με την Τεχεράνη μετά τον πόλεμο, ενώ οι αντιδράσεις στο Ισραήλ εντείνονται, αναδεικνύοντας ένα πρωτοφανές ρήγμα μεταξύ Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ.

Το Ιράν έχει ζητήσει εγγυήσεις ότι οι εχθροπραξίες στον Λίβανο θα σταματήσουν πριν επανεκκινήσει τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ στην Ελβετία, δήλωσε στο CNN διπλωμάτης που έχει γνώση της υπόθεσης.

«Οι Ιρανοί έχουν ζητήσει εγγυήσεις ότι οι εχθροπραξίες στον Λίβανο θα τερματιστούν, όπως προβλέπεται στη συμφωνία που έχει υπογραφεί», ανέφερε ο διπλωμάτης, προσθέτοντας ότι «οι διαμεσολαβητές εργάζονται επί του παρόντος για την επίλυση του ζητήματος».

Η πηγή περιέγραψε τις προγραμματισμένες συνομιλίες ως πλέον «προσωρινά αναβληθείσες μετά τις ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο», χωρίς να διευκρινίσει πότε αναμένεται να επανεκκινήσουν οι διαμεσολαβητές τις διαδικασίες.

«Δεν διαπραγματευόμαστε τις κόκκινες γραμμές μας»

Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της Τεχεράνης, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, επανέλαβε ότι η ιρανική πλευρά παραμένει προσηλωμένη στις θέσεις που έχει χαράξει από την αρχή των συνομιλιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως δήλωσε, η Τεχεράνη έχει αποδείξει σε όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί όρους που θίγουν τα εθνικά της συμφέροντα, προειδοποιώντας παράλληλα ότι το Ιράν είναι έτοιμο να απαντήσει δυναμικά σε περίπτωση που οι συνομιλητές του επιχειρήσουν να επιβάλουν υπερβολικές απαιτήσεις.

Οι δηλώσεις αυτές ερμηνεύονται ως μήνυμα προς την αμερικανική πλευρά ότι, παρά τη συμφωνία που υπεγράφη μετά τον πόλεμο, οι διαφορές παραμένουν σημαντικές και οι διαπραγματεύσεις μόνο εύκολες δεν θα είναι.

Ο Τραμπ επιμένει: «Η συμφωνία απέτρεψε παγκόσμια κρίση»

Παρά τις επικρίσεις που δέχεται από πολιτικούς αντιπάλους, αλλά και από συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή, ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να υπερασπίζεται τη συμφωνία με το Ιράν.

Σε συνέντευξή του στο Axios, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η επιλογή της διπλωματικής οδού απέτρεψε μια πολύ μεγαλύτερη κρίση, τόσο γεωπολιτική όσο και οικονομική.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Ένα τέτοιο σενάριο, όπως είπε, θα προκαλούσε αλυσιδωτές επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές και ενδεχομένως παγκόσμια ύφεση.

Ο Τραμπ απέρριψε επίσης τις αιτιάσεις ότι ο πόλεμος αποκάλυψε τα όρια της αμερικανικής ισχύος.

«Δεν υπάρχουν όρια», δήλωσε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν πλήρως τους στρατιωτικούς τους στόχους και ότι το μνημόνιο κατανόησης που ακολούθησε μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και μορφή «άνευ όρων παράδοσης» της Τεχεράνης.

Το ενεργειακό κόστος πίσω από τις αποφάσεις

Πηγές με γνώση των συζητήσεων στον Λευκό Οίκο αναφέρουν ότι η κατάσταση στην παγκόσμια αγορά ενέργειας αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για τις αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης.

Η προοπτική ενός παρατεταμένου πολέμου είχε προκαλέσει ανησυχία για πιθανές ελλείψεις πετρελαίου, απότομη αύξηση των τιμών και σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.

Η οικονομική διάσταση της κρίσης φαίνεται πως λειτούργησε ως καταλύτης για την αναζήτηση πολιτικής λύσης, ακόμη κι αν αυτή απείχε από τους αρχικούς στόχους που είχε θέσει η Ουάσινγκτον όταν ξεκινούσε η σύγκρουση.

Ρήγμα στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ

Την ίδια στιγμή, η συμφωνία με το Ιράν έχει προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στο Ισραήλ, με αποτέλεσμα να καταγράφεται η μεγαλύτερη ίσως δημόσια διαφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ των τελευταίων ετών.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, επέκρινε ανοιχτά μέλη της ισραηλινής κυβέρνησης που επιτέθηκαν στη συμφωνία και προσωπικά στον Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Βανς υπενθύμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο βασικός στρατηγικός και στρατιωτικός σύμμαχος του Ισραήλ, τονίζοντας ότι η αμερικανική στήριξη ήταν καθοριστική για την άμυνα της χώρας κατά τη διάρκεια των τελευταίων συγκρούσεων.

Παράλληλα, κάλεσε το Τελ Αβίβ να παρουσιάσει μια ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση, υποστηρίζοντας ότι τα ζητήματα ασφαλείας δεν μπορούν να επιλυθούν αποκλειστικά μέσω στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η οργισμένη απάντηση των σκληροπυρηνικών

Οι δηλώσεις Βανς προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην ισραηλινή κυβέρνηση.

Ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ απάντησε μέσω των κοινωνικών δικτύων, συγκρίνοντας το σημερινό Ιράν με τη ναζιστική Γερμανία και υποστηρίζοντας ότι η Δύση θα πρέπει να επιδείξει την ίδια αποφασιστικότητα που επέδειξε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς, ο οποίος χαρακτήρισε τη συμφωνία «κακή για το Ισραήλ και για τον ελεύθερο κόσμο», επιμένοντας ότι το Ισραήλ πρέπει να διατηρήσει πλήρη ελευθερία στρατιωτικών κινήσεων απέναντι στη Χεζμπολάχ και τις φιλοϊρανικές δυνάμεις στην περιοχή.

Νέα δισεκατομμύρια για τον πόλεμο

Παρά τη συμφωνία, το οικονομικό αποτύπωμα της σύγκρουσης παραμένει τεράστιο.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, το Πεντάγωνο προετοιμάζεται να ζητήσει από το Κογκρέσο πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους περίπου 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κάλυψη των εξόδων του πολέμου με το Ιράν.

Στρατιωτικοί αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι χωρίς νέα κονδύλια ενδέχεται να επηρεαστούν εκπαιδευτικές δραστηριότητες, επιχειρησιακά προγράμματα και η συνολική ετοιμότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.

Το ζήτημα αναμένεται να προκαλέσει νέα πολιτική αντιπαράθεση στην Ουάσινγκτον, καθώς αρκετοί Δημοκρατικοί αμφισβητούν τόσο το πραγματικό κόστος της σύγκρουσης όσο και τη νομιμότητα της στρατιωτικής επιχείρησης, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν εξασφάλισε προηγουμένως την απαιτούμενη έγκριση του Κογκρέσου.

Παρίσι: Η Ουάσινγκτον να πιέσει το Ισραήλ για να σταματήσουν οι επιθέσεις στον Λίβανο

Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Ζαν-Νοέλ Μπαρό, κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να ασκήσουν πίεση στο Ισραήλ ώστε να τερματίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο, εν μέσω των προσπαθειών εφαρμογής της συμφωνίας μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης.

Σε συνέντευξή του στο γαλλικό δίκτυο franceinfo, ο Μπαρό δήλωσε ότι η Γαλλία συνεχίζει να εργάζεται για τη διοργάνωση διεθνούς διάσκεψης με στόχο την κινητοποίηση στήριξης προς τον λιβανικό στρατό.

Οι δηλώσεις του έγιναν λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του ισραηλινού στρατού ότι συνεχίζει τις επιθέσεις εναντίον μαχητών και υποδομών της Χεζμπολάχ στον νότιο Λίβανο, παρά το γεγονός ότι το μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ – Ιράν προβλέπει τον τερματισμό των εχθροπραξιών σε όλα τα μέτωπα.

Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε επίσης ότι το Παρίσι δεν πρόκειται να εγκρίνει την άρση των κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ κατά του Ιράν, εάν δεν διασφαλιστεί ότι οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης εξελίσσονται με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις διεθνείς προσδοκίες.

Σχετικά Άρθρα