Το “πνεύμα του Άνκορατζ” στη Σύνοδο του G7-Το διπλό τηλεφώνημα σε Τραμπ και η σύγκρουση για το μέλλον της Ουκρανίας

 Το “πνεύμα του Άνκορατζ” στη Σύνοδο του G7-Το διπλό τηλεφώνημα σε Τραμπ και η σύγκρουση για το μέλλον της Ουκρανίας
💡 AI Summary by Libre

Η σύνοδος της G7 αντικατοπτρίζει μια γεωπολιτική αναμέτρηση μεταξύ Ουκρανίας, Ρωσίας και ΗΠΑ για τον έλεγχο της ειρηνευτικής διαδικασίας και της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Ο Ζελένσκι ζητά από τον Τραμπ να απορρίψει παλαιότερες συμφωνίες με τη Ρωσία, ενώ η Μόσχα επιδιώκει να κρατήσει ζωντανό το «πνεύμα του Άνκορατζ» ως διαπραγματευτικό κανάλι.

Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες πιέζουν για πιο ξεκάθαρη αμερικανική υποστήριξη στην Ουκρανία, φοβούμενες ότι ο Τραμπ μπορεί να επιλέξει διαμεσολάβηση με τη Μόσχα.

Η έκβαση της σύγκρουσης εξαρτάται από την αμερικανική στάση μετά τη G7, που θα καθορίσει ποιος θα διαμορφώσει το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Η σύνοδος της G7 δεν αφορά απλώς διπλωματικές διαβουλεύσεις, αλλά μια σκληρή γεωπολιτική αναμέτρηση που εξελίσσεται ήδη πίσω από κλειστές πόρτες. Μέσα σε λίγες ώρες, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ο Βλαντίμιρ Πούτιν επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον Ντόναλντ Τραμπ, επιχειρώντας να επηρεάσουν την αμερικανική στάση απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία. Η χρονική σύμπτωση μόνο τυχαία δεν θεωρείται. Αντιθέτως, αποκαλύπτει μια ευρύτερη μάχη για το ποιος θα καθορίσει το πλαίσιο μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής διαδικασίας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται αυτό που στη Μόσχα αποκαλούν πλέον «πνεύμα του Άνκορατζ» – οι άτυπες συνεννοήσεις που διαμορφώθηκαν στην Αλάσκα και οι οποίες εξακολουθούν να ρίχνουν βαριά σκιά πάνω από τις σχέσεις Ουάσιγκτον, Μόσχας και Κιέβου. Η μάχη δεν αφορά μόνο τον τερματισμό του πολέμου, αλλά και το ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Δύο τηλεφωνήματα, δύο αντίθετες στρατηγικές

Οι δημόσιες αναφορές που ακολούθησαν τις δύο επικοινωνίες αποκάλυψαν ότι οι δύο πλευρές επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα.

Από την ουκρανική πλευρά, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι φέρεται να επιχείρησε να πείσει τον Αμερικανό πρόεδρο ότι οι στρατιωτικές εξελίξεις δεν δικαιολογούν καμία επιστροφή σε παλαιότερες συνεννοήσεις με το Κρεμλίνο. Το Κίεβο, σε πλήρη συντονισμό με βασικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, επιδιώκει να διατηρήσει ή ακόμη και να ενισχύσει την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική πίεση προς τη Ρωσία.

Στον αντίποδα, η ρωσική πλευρά επιχείρησε να υπενθυμίσει στον Ντόναλντ Τραμπ ότι οι συζητήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί στο Άνκορατζ δεν έχουν ακυρωθεί επισήμως. Για τη Μόσχα, όσο ο Αμερικανός πρόεδρος δεν αποκηρύσσει δημόσια εκείνο το πλαίσιο, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επανέλθει κάποια στιγμή και να ζητήσει από το Κίεβο και τους Ευρωπαίους συμμάχους του να αποδεχθούν δύσκολους συμβιβασμούς.

Η ευρωπαϊκή αντεπίθεση απέναντι στη Μόσχα

Στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι και στο Βερολίνο έχει διαμορφωθεί η πεποίθηση ότι η παρούσα συγκυρία προσφέρει μια ευκαιρία για αλλαγή των δεδομένων.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θεωρούν ότι η συζήτηση για το τέλος του πολέμου πρέπει να βασιστεί σε διαφορετικές παραδοχές από εκείνες που είχαν διαμορφωθεί στις αμερικανορωσικές επαφές του παρελθόντος. Η βασική τους επιδίωξη είναι να πείσουν τον Ντόναλντ Τραμπ να ταυτιστεί περισσότερο με τη δυτική γραμμή και να απορρίψει οριστικά κάθε ενδεχόμενο πίεσης προς την Ουκρανία για αποδοχή όρων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ευνοϊκοί για τη Μόσχα.

Στην πραγματικότητα, η μάχη δεν αφορά μόνο την Ουκρανία. Αφορά το ποιος θα καθορίσει τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης και ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας μετά τον πόλεμο.

Γιατί το «πνεύμα του Άνκορατζ» παραμένει ζωντανό

Παρά τον έντονο σκεπτικισμό που επικρατεί σε πολλές δυτικές πρωτεύουσες, το λεγόμενο «πνεύμα του Άνκορατζ» δεν έχει εξαφανιστεί από το γεωπολιτικό προσκήνιο.

Στη Μόσχα θεωρούν ότι η αξία του δεν βρίσκεται τόσο στις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που συζητήθηκαν όσο στο γεγονός ότι διατηρεί ανοιχτό έναν δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κρεμλίνο.

Για τη ρωσική ηγεσία, ακόμη και η συνέχιση αυτού του διαλόγου λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι σε πιο επιθετικές αμερικανικές επιλογές. Όσο υπάρχει η προοπτική διαπραγμάτευσης, μειώνονται οι πιθανότητες μιας θεαματικής αμερικανικής στροφής υπέρ της Ουκρανίας, είτε μέσω νέας στρατιωτικής βοήθειας είτε μέσω πρόσθετων κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η Μόσχα επιμένει να κρατά ζωντανή τη συζήτηση.

Το παρασκήνιο με Κούσνερ και Γουίτκοφ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η πληροφορία για επικείμενες επαφές στη Μόσχα από στενούς συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου, μεταξύ των οποίων ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στίβεν Γουίτκοφ.

Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύεται από αρκετούς αναλυτές ως προσπάθεια διατήρησης ανοιχτού του διαπραγματευτικού καναλιού μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Εάν οι συνομιλίες αυτές προχωρήσουν, ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει λόγος για βεβιασμένες αποφάσεις ή δραστικές αλλαγές πολιτικής πριν ολοκληρωθεί ο νέος γύρος επαφών.

Αυτό ακριβώς φοβούνται ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες επιδιώκουν μια πιο ξεκάθαρη αμερικανική τοποθέτηση υπέρ των δικών τους προτάσεων.

Το μεγάλο ερώτημα για τον Τραμπ

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν ο Ντόναλντ Τραμπ είναι διατεθειμένος να εγκαταλείψει οριστικά τον ρόλο του διαμεσολαβητή και να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις θέσεις που προωθούν το Κίεβο, οι Βρυξέλλες και οι βασικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Μέχρι στιγμής δεν έχει δώσει σαφή απάντηση. Και ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα εξηγεί γιατί τόσο ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι όσο και ο Βλαντίμιρ Πούτιν έσπευσαν σχεδόν ταυτόχρονα να σηκώσουν το τηλέφωνο.

Η πραγματική σύγκρουση δεν διεξάγεται μόνο στα χαρακώματα της Ουκρανίας. Διεξάγεται πλέον και στους διαδρόμους της διεθνούς διπλωματίας, όπου δύο αντίπαλα στρατόπεδα προσπαθούν να επηρεάσουν τον άνθρωπο που ενδέχεται να καθορίσει την επόμενη φάση του πολέμου.

Και ίσως μέσα στις επόμενες ημέρες, μετά τη σύνοδο της G7, φανεί ποιος θα επικρατήσει στη μάχη για το «πνεύμα του Άνκορατζ».

Σχετικά Άρθρα