Ξενοφών Κοντιάδης στο libre: Η Ιστορία δεν ξεπλένεται με άλλοθι, αλλάζει όμως όταν το προσωπικό τραύμα γίνεται συλλογική γνώση

✨Το βιβλίο «Δωσίλογοι και ονειροπόλοι» εξετάζει τις ηθικές και ιστορικές αντιφάσεις δύο επιστημόνων της προπολεμικής Αθήνας, εν μέσω της Κατοχής και Αντίστασης.
✨Ο συγγραφέας συνδυάζει την προσωπική ανάγκη για κάθαρση με την ακαδημαϊκή αντικειμενικότητα, αποφεύγοντας απλοϊκές κρίσεις και αναλύοντας τις πολύπλοκες ανθρώπινες επιλογές.
✨Η μελέτη αποκαλύπτει πως οι αποφάσεις επηρεάστηκαν από κοινωνικές, πολιτικές και ψυχολογικές συνθήκες, χωρίς να περιορίζονται σε καθαρές ηθικές κατηγορίες ή μονοδιάστατο πεπρωμένο.
✨Τέλος, ο συγγραφέας σχολιάζει τις σύγχρονες προκλήσεις της συνταγματικής αναθεώρησης και τονίζει το Σύνταγμα ως «ζωντανό οργανισμό», αντανακλώντας τις αξίες της κοινωνίας μας.
Υπάρχουν στιγμές που η Ιστορία σταματά να κοιτάζει τις μεγάλες γεωπολιτικές γραμμές στους χάρτες και κατεβαίνει στα σαλόνια και τα χειρουργεία της προπολεμικής Αθήνας. Εκεί, στην ίδια αφετηρία της «καλής κοινωνίας», δύο κορυφαίοι επιστήμονες, ο Πέτρος Κόκκαλης και ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, μοιράστηκαν τις ίδιες παρέες και τις ίδιες φιλοδοξίες, πριν η δίνη της δεκαετίας του ’40 τούς τραβήξει σε δύο ασυμφιλίωτους κόσμους. Ο ένας διάλεξε το βουνό και την ουτοπία της Αντίστασης· ο άλλος, εγκλωβισμένος στη ματαιοδοξία του και στην οφθαλμαπάτη του «μικρότερου κακού», κάθισε στην πρωθυπουργική καρέκλα μιας αιματοβαμμένης κατοχικής κυβέρνησης.
Στο νέο του βιβλίο «Δωσίλογοι και ονειροπόλοι» (εκδόσεις ΤΟΠΟΣ), που κλείνει την «Τριλογία για τη μνήμη», ο Ξενοφών Κοντιάδης δεν στήνει ένα λαϊκό δικαστήριο, αλλά ψηλαφίζει τις γκρίζες ζώνες της ανθρώπινης συνείδησης όταν αυτή έρχεται αντιμέτωπη με τα πιο ακραία υπαρξιακά διλήμματα.
Σε μια συζήτηση που αρνείται τις εύκολες, ασπρόμαυρες ταμπέλες και τον θόρυβο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο Καθηγητής ξετυλίγει το νήμα μιας έρευνας που ισορροπεί ανάμεσα στην ψυχική ανάγκη του απογόνου για κάθαρση και στην ψυχρή, αντικειμενική ματιά του πανεπιστημιακού.
Όμως, ο διάλογος με έναν συνταγματολόγο δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στο παρελθόν. Με την ίδια ανατομική ακρίβεια που προσεγγίζει τους ήρωές του, ο κ. Κοντιάδης στρέφει το βλέμμα του στο παρόν και το μέλλον της χώρας. Σχολιάζοντας τις κυβερνητικές προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, αποδομεί τις επικοινωνιακές τακτικές της περιόδου, μιλά για έναν «αδέξιο συνταγματικό λαϊκισμό» και αναλύει τις χαμένες ευκαιρίες μιας θεσμικής αρχιτεκτονικής που θα έπρεπε να απαντά στις προκλήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης. Μέσα από τις απαντήσεις του, το Σύνταγμα αποκαλύπτεται όχι ως ένα άκαμπτο, ιδεολογικά ουδέτερο νομικό κείμενο, αλλά ως ένας «ζωντανός οργανισμός» — ένας καθρέφτης των αξιακών μαχών και των κοινωνικών συναινέσεων της εποχής μας.
Συνέντευξη
–Κύριε Κοντιάδη, στο νέο σας βιβλίο περιγράφετε μια συγκλονιστική προσωπική και οικογενειακή αντίφαση, όπου το ηρωικό βίωμα και ο δωσιλογισμός συνυπάρχουν στο ίδιο γενεαλογικό δέντρο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής, πότε νιώσατε να υπερισχύει μέσα σας ο ψυχικός κόσμος του απογόνου που αναζητά τη δική του «κάθαρση» και πότε η αυστηρή, αντικειμενική ματιά του πανεπιστημιακού που οφείλει να αναλύσει τα γεγονότα χωρίς συναισθηματική εμπλοκή;

Η ερώτησή σας αγγίζει τον πυρήνα της πιο επώδυνης και ταυτόχρονα της πιο γοητευτικής πρόκλησης, που καλείται να αντιμετωπίσει ένας συγγραφέας. Είναι εκείνη η στιγμή που η Ιστορία παύει να είναι εξιστόρηση και παράθεση μαρτυριών και μετατρέπεται σε προσωπικό βίωμα, δημιουργεί μια εσωτερική ταλάντευση ανάμεσα στην ανάγκη κατανόησης και αποστασιοποίησης του αφηγητή. Όταν όμως ερχόταν η ώρα της συγγραφής, η τελευταία έπρεπε να λάβει τα ηνία. Αν το βιβλίο μετατρεπόταν σε ένα προσωπικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή σε ένα συναισθηματικό μνημόσυνο, θα έχανε την λογοτεχνική και ιστορική του αξία. Ίσως εδώ η ακαδημαϊκή ιδιότητα λειτούργησε ως σωσίβιο. Αντί να κρίνω τις πράξεις με όρους ηθικής του σήμερα, έπρεπε να τις αναλύσω στο πλαίσιο της εποχής τους. Δηλαδή κατά πόσο λειτούργησε η βία και ο καταναγκασμός του κατακτητή ως καταλύτης αποφάσεων και επιλογών ζωής. Πώς το δίκαιο της ανάγκης ή ο φόβος του κομμουνισμού θόλωσαν τις γραμμές μεταξύ νόμιμου και παράνομου, πατριωτικού και προδοτικού.
Ένας πανεπιστημιακός γνωρίζει πως οι μανιχαϊστικές προσεγγίσεις δεν έχουν θέση στην κατανόηση της Ιστορίας. Οι όροι «ήρωας» και «προδότης» συχνά αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να περιγράψουν την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης σε συνθήκες ακραίας κρίσης. Η επιστημονική ματιά επέβαλε να προσεγγίσω τον δωσίλογο, όχι ως το απόλυτο «κακό», αλλά ως ανθρώπινο προϊόν κοινωνικών, πολιτικών και ψυχολογικών διεργασιών και τον ονειροπόλο – αντάρτη όχι ως άγιο, αλλά ως έναν άνθρωπο με τις δικές του αντιφάσεις και ποιότητες.
Η κάθαρση, τελικά, δεν επιτυγχάνεται όταν ο «απόγονος επιβάλλεται στον συγγραφέα», αλλά όταν ο πρωταγωνιστής προσφέρει σου τα εργαλεία για να κατανοήσεις. Το να μπορείς να γράψεις για πρόσωπα της οικογένειάς σου, με την αντικειμενικότητα που θα έγραφες για ένα ιστορικό πρόσωπο, είναι μια εσωτερική νίκη, η στιγμή που το προσωπικό τραύμα μετατρέπεται σε συλλογική γνώση.
–Από τη μία πλευρά περιγράφετε τη συμμετοχή σε έναν κοινωνικό ή αντιστασιακό κύκλο ως τυχαίο γεγονός και από την άλλη μιλάτε για μια βαθιά εσωτερική ηθική στάση (το πού θέτει κανείς το όριο της αξιοπρέπειάς του). Στην περίπτωση των δύο πρωταγωνιστών του βιβλίου σας, του Πέτρου Κόκκαλη και του Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου, θεωρείτε ότι η τελική τους στάση ήταν το νομοτελειακό αποτέλεσμα του χαρακτήρα και των αξιών τους, ή μήπως οι ίδιοι παγιδεύτηκαν σταδιακά από τις αρχικές, σχεδόν τυχαίες, συναναστροφές τους στην αρχή της Κατοχής;
Η ερώτηση αυτή αγγίζει το πιο βαθύ υπαρξιακό, ψυχαναλυτικό και κοινωνιολογικό ζητούμενο, που προκύπτει από τη μελέτη των βίων των Κόκκαλη και Λογοθετόπουλου. Άραγε, είναι η μοίρα μας ο χαρακτήρας μας ή οι περιστάσεις και οι συνθήκες που μας καθορίζουν;
Όταν μελετά κανείς την πορεία αυτών των δύο κορυφαίων επιστημόνων, που ξεκίνησαν από κοινή αφετηρία -την προπολεμική αθηναϊκή ελίτ, την Ιατρική, τις ίδιες κοινωνικές συναναστροφές- διαπιστώνει, ότι η τελική τους στάση δεν ανάγεται ούτε σε γραμμική νομοτέλεια, αλλά ούτε στην τυχαιότητα. Ήταν, αντίθετα, μια διαδικασία σταδιακής παγίδευσης ή σταδιακής χειραφέτησης, όπου οι αρχικές μικρές επιλογές δημιούργησαν μια μη αναστρέψιμη δυναμική.
Στην περίπτωση του Λογοθετόπουλου, η πορεία προς τον δωσιλογισμό δεν ξεκίνησε απαραίτητα με τη συνειδητή απόφαση να γίνει προδότης. Ως καθηγητής με στενούς δεσμούς με τη Γερμανία, οι πρώτες του επαφές με τις δυνάμεις Κατοχής είχαν το πρόσχημα της «διαμεσολάβησης» για την προστασία του πληθυσμού ή του Πανεπιστημίου και του συστήματος Υγείας. Στη συνέχεια, η αποδοχή του υπουργικού θώκου και της Αντιπροεδρίας στην κυβέρνηση Τσολάκογλου και πολύ περισσότερο η μετέπειτα ανάληψη της κατοχικής πρωθυπουργίας λειτούργησαν ως μια κινούμενη άμμος. Κάθε συμβιβασμός που έκανε «για να σώσει ό,τι κατ’ εκείνον σώζεται» τον εξωθούσε στον επόμενο, μεγαλύτερο συμβιβασμό. Εδώ αγγίζουμε τον πυρήνα της προσωπικής του ηθικής: η ματαιοδοξία και η ταξική του τύφλωση απέναντι στη δυστυχία του λαού τον εμπόδισαν να θέσει όρια. Δεν είχε τις εσωτερικές αντιστάσεις να αρνηθεί την εξουσία, όταν αυτή απαιτούσε το τίμημα της απόλυτης υποταγής στον κατακτητή. Όμως αυτή η εθελοδουλεία, που απαιτούσε το καθεστώς, δε μπορούσε να συνυπάρξει για πολύ με την προσωπικότητα και την ευφυία του, με αποτέλεσμα, μόλις λίγους μήνες μετά να παραιτηθεί.
Αντίθετα, η πορεία του Κόκκαλη αποδεικνύει, πώς η βαθιά εσωτερική ηθική στάση μπορεί να σπάσει τον κύκλο ενός συντηρητικού οικογενειακού περιβάλλοντος και της επαγγελματικής φιλοδοξίας για ανέλιξη. Άλλωστε εκείνος την επιστήμη της χειρουργικής την αντιλαμβανόταν ως λειτούργημα, ως έμπρακτη εκδήλωση της φροντίδας στον συνάνθρωπο.
–Δίνοντας «λόγο» στον Λογοθετόπουλο μέσα από μια πολυφωνική δομή, μπαίνετε στη διαδικασία να αποτυπώσετε τη δική του οπτική γωνία και τη θεωρία του «μικρότερου κακού» που επικαλέστηκε. Πόσο ρισκάρει ένας συγγραφέας, στην προσπάθειά του να αποφύγει την ασπρόμαυρη προσέγγιση και να κατανοήσει τις «γκρίζες ζώνες» του δωσίλογου, να παρερμηνευθεί η πρόθεσή του ως μια μορφή εκ των υστέρων εξισορρόπησης ή δικαιολόγησης των πράξεών του;

Αυτό είναι ναρκοπέδιο για έναν συγγραφέα που αποφασίζει να εισέλθει στην ψυχοσύνθεση του «κακού» ήρωά του. Το ρίσκο της παρερμηνείας δεν είναι απλώς υπαρκτό, είναι σχεδόν δεδομένο σε μια κοινωνία που έχει γαλουχηθεί με πολωμένες αφηγήσεις. Όταν δίνεις βήμα στον Λογοθετόπουλο να αναπτύξει το επιχείρημα του «μικρότερου κακού», δηλαδή το κλασικό επιχείρημα κάθε αυταρχικού καθεστώτος, ότι «αν δεν το κάναμε εμείς, οι Γερμανοί θα διόριζαν κάποιον χειρότερο ή θα διοικούσαν με ακόμη μεγαλύτερη σκληρότητα», ισορροπείς σε μια λεπτή κλωστή.
Στον δημόσιο λόγο συχνά ταυτίζεται η προσπάθεια να κατανοήσεις τους μηχανισμούς μιας ψυχοσύνθεσης με την τάση να την «ξεπλύνεις». Όταν φωτίζεις τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, τις αμφιβολίες ή τα ηθικά ελατήρια ενός δωσίλογου, κάποιοι θα θεωρήσουν ότι του προσφέρεις άλλοθι. Από την άλλη, στην προσπάθεια να αποφευχθούν οι δογματικές προσεγγίσεις, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος εξίσωσης των ευθυνών. Εν τέλει, η επιλογή του Κόκκαλη να ανέβει στο βουνό και η επιλογή του Λογοθετόπουλου να καθίσει στην πρωθυπουργική καρέκλα ήταν διαμετρικά αντίθετες, αλλά εξίσου ανθρώπινες αποκρίσεις στο ίδιο αδιέξοδο.
Γι’ αυτό και η απάντηση σε αυτό το ρίσκο δεν είναι η σιωπή, ούτε η καταφυγή σε χαρακτήρες-καρικατούρες. Η αντικειμενικότητα δεν επιτυγχάνεται κρύβοντας τη φωνή του Λογοθετόπουλου, αλλά πλαισιώνοντάς την με τα αμείλικτα γεγονότα. Επιτρέπω στον ήρωα να αναπτύξει τη θέση του, αλλά την ίδια στιγμή παραθέτω τον συλλογικό αντίκτυπο των επιλογών του. Η θεωρία του «μικρότερου κακού» καταρρέει από την ίδια την Ιστορία: επί πρωθυπουργίας του υπογράφηκε η διάταξη για την πολιτική επιστράτευση που θα έστελνε Έλληνες στα γερμανικά εργοστάσια και εντάθηκε η τρομοκρατία των ταγμάτων ασφαλείας. Το «μικρότερο κακό» αποδείχθηκε απλώς ο προθάλαμος του μεγαλύτερου κακού.
Η κατανόηση της γκρίζας ζώνης δείχνει ότι ο Λογοθετόπουλος δεν ήταν απαραίτητα ένας σαδιστής προδότης, αλλά ένας βαθιά ματαιόδοξος και πολιτικά ανώριμος άνθρωπος, που εργαλειοποιήθηκε από τους Ναζί, όσο τουλάχιστον το επέτρεψε. Οι κατακτητές τού άφησαν την ψευδαίσθηση της εξουσίας. Η παρουσίαση της οπτικής του δωσίλογου δεν τον δικαιώνει, αντίθετα, τον εκθέτει βαθύτερα. Δείχνει ότι ο συμβιβασμός με τον ολοκληρωτισμό, ακόμη και όταν ξεκινά με τεχνοκρατικά προσχήματα, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην συνειδησιακή εξαχρείωση. Συνεπώς, η αποτύπωση της «γκρίζας ζώνης» δεν είναι εκ των υστέρων άφεση. Είναι η προειδοποίηση για το πώς η καθημερινή έκπτωση μπορεί να μετατρέψει έναν συγκροτημένο επιστήμονα σε όργανο σκοπιμοτήτων.
–Το άνοιγμα των ξένων και εγχώριων αρχείων μας βοηθούν και μπορούμε να ερευνήσουμε βαθύτερα τις αφηγήσεις του παρελθόντος. Ωστόσο, στην εποχή της ψηφιακής υπερπληροφόρησης, τα ιστορικά τεκμήρια συχνά εργαλειοποιούνται αποσπασματικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να συντηρήσουν παλιούς φανατισμούς. Πώς μπορεί μια «μυθιστορηματική» αλλά τεκμηριωμένη αφήγηση, όπως η δική σας, να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε αυτή τη νέα μορφή παραποίησης της Ιστορίας;
Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο ζητούμενο της εποχής μας, όπου η Ιστορία δεν κινδυνεύει πλέον από τη λογοκρισία ή την έλλειψη πηγών, αλλά από την ψηφιακή εργαλειοποίηση. Σήμερα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ένα αρχείο, μια φωτογραφία ή ένα απόσπασμα μαρτυρίας μπορούν να μετατραπούν σε «ψηφιακό όπλο». Η υπερπληροφόρηση δεν παράγει απαραίτητα γνώση, συχνά παράγει ιστορικό αναλφαβητισμό με επιστημονικοφανέςπεριτύλιγμα, συντηρώντας παλιούς φανατισμούς σε νέα ψηφιακά καλούπια.
Για το λόγο αυτό, μια μυθιστορηματική, αλλά αυστηρά τεκμηριωμένη αφήγηση μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε αυτή την παραποίηση, μέσα από διανοητικούς μηχανισμούς. Το βιβλίο οδηγεί τον αναγνώστη να παρακολουθήσει την εξέλιξη. Δεν απομονώνει τη στιγμή που ο Λογοθετόπουλος ορκίζεται πρωθυπουργός, ούτε τη στιγμή που ο Κόκκαλης φεύγει για το βουνό. Παρακολουθεί τη σταδιακή διολίσθηση, τις πιέσεις, την πείνα, τον φόβο, το θεσμικό κενό και αντίστοιχα την ευαισθητοποίηση, τη συνειδητοποίηση και εν τέλει τη ριζοσπαστικοποίηση για έναν πατριωτικό και υπαρξιακό σκοπό. Η αφηγηματική ροή κρατά τον αναγνώστη προσηλωμένο, ώστε να κατανοήσει ότι τα ιστορικά γεγονότα δεν συμβαίνουν εν κενώ, αλλά είναι κρίκοι μιας εξελικτικής αλυσίδας.
Είναι γεγονός ότι στον ψηφιακό «πόλεμο των χαρακτήρων», τα ιστορικά αρχεία χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν ότι «ο δικός μας είχε δίκιο και ο δικός σας άδικο». Αντιθέτως, η αφήγηση μετατρέπει τα τεκμήρια σε βιώματα. Μια μαρτυρία, ένα πολεμικό γεγονός παύει να είναι ένα ψυχρό αποδεικτικό στοιχείο και γίνεται το υλικό που καθορίζει τη ζωή, τον θάνατο και τη συνειδησιακή πάλη των χαρακτήρων.
Ας μη γελιόμαστε. Οι αλγόριθμοι είναι σχεδιασμένοι να επιβραβεύουν το εύπεπτο ασπρόμαυρο, γιατί αυτό προκαλεί τη μεγαλύτερη αλληλεπίδραση. Το «γκρίζο» δεν πουλάει στα social media. Αντιθέτως, η μυθιστορηματική δομή, όταν σέβεται την ιστορική αλήθεια, είναι από τη φύση της πολυφωνική. Επιτρέπει στις αντιφάσεις να συνυπάρχουν στην αφήγηση. Δείχνει ότι ο ίδιος άνθρωπος, που υπήρξε σπουδαίος επιστήμονας και ευεργέτης, έγινε ταυτόχρονα όργανο του κατακτητή. Έτσι εξοικειώνει τον αναγνώστη με την πολυπλοκότητα. Τον μαθαίνει να είναι καχύποπτος απέναντι στις εύκολες ταμπέλες και τις εύπεπτες «αλήθειες». Το αντίδοτο στην ψηφιακή παραποίηση δεν είναι η παράθεση περισσότερων δεδομένων, αλλά η επιστροφή στη μεγάλη ανθεκτική αφήγηση. Όταν η επιστημονική τεκμηρίωση παντρεύεται με τη δύναμη της λογοτεχνικής γραφής, η Ιστορία παύει να είναι πεδίο για φτηνά ιδεολογικά ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και γίνεται αυτό που πραγματικά οφείλει να είναι: ένας καθρέφτης της ανθρώπινης κατάστασης σε συνθήκες ακραίας δοκιμασίας.
–Θα ήθελα να σας θέσω και κάποια ερωτήματα με αφορμή τις προτάσεις της ΝΔ για τη Συνταγματική αναθεώρηση. Ποια είναι η άποψή σας για τις αλλαγές που προτείνει το κυβερνών κόμμα;

Η αναθεώρηση του Συντάγματός μας είναι αναγκαία. Ελάχιστοι πλέον αμφισβητούν, ενδεικτικά, ότι το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των Υπουργών πρέπει να αλλάξει ώστε να σταματήσει η πρακτική της συγκάλυψης, ότι η επιλογή της ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας από την κυβέρνηση πρέπει να τροποποιηθεί επειδή συμβάλει στην κρίση εμπιστοσύνης προς το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή ότι η Διάσκεψη των Προέδρων αποδείχτηκε ακατάλληλη για την επιλογή των μελών των ανεξάρτητων αρχών και πρέπει να αντικατασταθεί από άλλο κρατικό όργανο.
Όμως προϋπόθεση κάθε αναθεωρητικού εγχειρήματος είναι να προηγηθεί σοβαρή διαβούλευση, με νηφαλιότητα και σαφή συνταγματική στρατηγική, ιδίως όμως με αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κοινοβουλευτικών δυνάμεων και, ευρύτερα, με την κοινωνία ώστε να επιτευχθούν οι συναινέσεις που απαιτούνται ως προς το περιεχόμενο των θεμελιωδών κανόνων που ρυθμίζουν τη διεξαγωγή του πολιτικού παιχνιδιού.
Αυτές οι προϋποθέσεις σήμερα απουσιάζουν. Κατ’ αρχάς ο πρωθυπουργός επέλεξε ακατάλληλο χρόνο για να ξεκινήσει αυτή η συζήτηση, δηλαδή σε μία περίοδο όξυνσης των πολιτικών συγκρούσεων, εν μέσω αιτημάτων για τη σύσταση εξεταστικών και προανακριτικών επιτροπών με αντικείμενο τα σκάνδαλα των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, ιδίως όμως σε μία περίοδο που χαρακτηρίζεται πρακτικά ως προεκλογική, παρόλο που θα μπορούσε να έχει ξεκινήσει τη σχετική συζήτηση ήδη από το φθινόπωρο του 2024. Πέρα από αυτό, η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που δημοσιοποιήθηκε στις 7 Μαΐου δεν αποτελεί σοβαρή βάση διαλόγου, αλλά ένα κείμενο πρόχειρο, χωρίς συνοχή, με σοβαρές αστοχίες.
Υπό αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι η αναθεωρητική πρωτοβουλία εξυπηρετεί σήμερα αμιγώς την επικοινωνιακή τακτική της Κυβέρνησης ενόψει των επερχόμενων εκλογών, στο πλαίσιο ενός αδέξιου συνταγματικού λαϊκισμού, αντί να επιτρέπει τη διαμόρφωση εποικοδομητικών προτάσεων για τη βελτίωση του συνταγματικού μας κειμένου. Δυστυχώς όχι μόνο χάνεται άλλη μία ευκαιρία να διορθωθεί η ελαττωματική μηχανική επιμέρους ρυθμίσεων του Συντάγματός μας, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος να προστεθούν νέα πεδία έντασης και θεσμικής αβελτηρίας.
–Τα κόμματα της αντιπολίτευσης μπορούν να έχουν κάποιου είδους αντιπρόταση;
Η διαδικασία αναθεώρησης λειτουργεί με ένα σύστημα αντίστροφων πλειοψηφιών ανάμεσα σε δύο διαδοχικές Βουλές, την Προτείνουσα και την Αναθεωρητική. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται συναινέσεις με την αντιπολίτευση σε τουλάχιστον μία από τις δύο φάσεις. Επομένως, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όχι μόνο μπορούν να έχουν αντιπρόταση, αλλά ο ίδιος ο σχεδιασμός του ελληνικού Συντάγματος είναι τέτοιος, ώστε να καθιστά την κατάθεση προτάσεων και τη συναίνεση της αντιπολίτευσης απαραίτητη. Ωστόσο, στην παρούσα συγκυρία ενός κατακερματισμένου πολιτικού σκηνικού, της κρίσης του πολιτικού συστήματος, της αναξιοπιστίας της κυβέρνησης λόγω σκανδάλων, σοβαρών ζητημάτων κράτους δικαίου και των επερχόμενων εθνικών εκλογών, δεν προβλέπεται τα κόμματα της αντιπολίτευσης να δώσουν «λευκή επιταγή» αυξημένων πλειοψηφιών επί των αναθεωρητέων διατάξεων στην κυβέρνηση κατά τη συζήτηση στην προτείνουσα Βουλή, γεγονός που καθιστά δυσχερείς συνταγματικές τομές, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της εποχής της Τεχνητής Νοημοσύνης και των αλλεπάλληλων θεσμικών κρίσεων.
–Το Σύνταγμα έχει ιδεολογικές ταυτίσεις κατά τη γνώμη σας ή τις ξεπερνάει;

Θέτετε ένα βαθύτατα συνταγματικό και φιλοσοφικό ερώτημα. Για να το απαντήσουμε, οφείλουμε να προσεγγίσουμε το συνταγματικό κείμενο εστιάζοντας στην βούληση του συνταγματικού νομοθέτη και την ερμηνεία των διατάξεων.
Η αλήθεια είναι πως κάθε Σύνταγμα αποτελεί το ιδεολογικό αποτύπωμα της εποχής του, αντανακλώντας τις συσχετίσεις δυνάμεων και τα κυρίαρχα διακυβεύματα της ιστορικής στιγμής. Το Σύνταγμα του 1975 το αποδεικνύει αυτό ξεκάθαρα, καθώς φέρει έντονες τις επιρροές της Μεταπολίτευσης. Έχοντας συνταχθεί αμέσως μετά την πτώση της χούντας, είναι διάχυτη στο κείμενο η φιλελεύθερη και δημοκρατική μέριμνα για την αυστηρή προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και την αποφυγή της υπερσυγκέντρωσης εξουσιών. Παράλληλα, το συνταγματικό κείμενο ενσωμάτωσε τις τρέχουσες σοσιαλδημοκρατικές και κεϊνσιανές διεθνείς τάσεις της εποχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άρθρο 16 για τον δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης παιδείας, καθώς και το άρθρο 106 για το οικονομικό Σύνταγμα, που θέτει την ιδιωτική πρωτοβουλία υπό το πρίσμα του δημοσίου συμφέροντος. Αυτές τις προβλέψεις για ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος επίλεξε να ενσωματώσει η τότε συντηρητική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στο πλαίσιο του λεγόμενου ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, προκειμένου να αποσπάσει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση σε μια κρίσιμη μεταβατική περίοδο.
Φυσικά, στο συνταγματικό κείμενο συνυπάρχουν διατάξεις με διαφορετικές ιδεολογικές αποχρώσεις. Οι προβλέψεις για τη θρησκεία και τη θέση της Εκκλησίας διατηρούν έναν σαφή συντηρητικό χαρακτήρα. Αντίθετα, τα άρθρα για την προστασία της οικογένειας, της μητρότητας, της στέγασης και του περιβάλλοντος αποπνέουν έναν σύγχρονο κοινωνικό-φιλελεύθερο χαρακτήρα. Υπάρχουν, ωστόσο, και διατάξεις που λειτουργούν ως κατακτήσεις πέραν των ιδεολογιών, οι οποίες αναγνωρίζονται διαχρονικά και συγκροτούν τον πυρήνα του νομικού μας πολιτισμού. Πρόκειται για τις αρχές, που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει ως μη αναθεωρητέες, προστατεύοντας τη θεμελιακή βάση του Πολιτεύματος. Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, ενώ η αρχή της ισότητας και τα δικαιώματα ψήφου και έκφρασης, υπερβαίνουν τις κομματικές γραμμές και αποτελούν προαπαιτούμενα ενός φιλελεύθερου Κράτος Δικαίου.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο, όμως, εντοπίζεται στην ερμηνευτική πλαστικότητα του Συντάγματος, όπου η ίδια διάταξη διαβάζεται διαφορετικά ανάλογα με την ιδεολογική αφετηρία του αναγνώστη. Αυτό συμβαίνει γιατί το Σύνταγμα χρησιμοποιεί συχνά αφαιρετικές νομικές έννοιες, όπως «δημόσιο συμφέρον» ή «χρηστά ήθη», επιτρέποντας στο κείμενο να λειτουργεί ως ένας «ζωντανός οργανισμός», που προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε εποχής. Έτσι, η μονιμότητα στο Δημόσιο μπορεί να εκληφθεί πολιτικά είτε ως «εργατική κατάκτηση», είτε ως «τροχοπέδη στην αποτελεσματικότητα». Αντίστοιχα, η συζήτηση για τα μη κρατικά ΑΕΙ μεταφράζεται είτε ως αναγκαίος «εκσυγχρονισμός», είτε ως «εμπορευματοποίηση» της γνώσης. Αυτή η ερμηνευτική μάχη αποδεικνύει, ότι ακόμη και η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια βαθύτατα πολιτική πράξη.Το τί επιλέγει μια κοινωνία να αλλάξει και να περιφρουρήσει αποκαλύπτει τα πολιτικά της προτάγματα.
Συμπερασματικά, κανένα Σύνταγμα δεν είναι -ούτε μπορεί να είναι- ιδεολογικά ουδέτερο, αφού η οργάνωση μιας Πολιτείας βασίζεται αναπόφευκτα σε αξιακές επιλογές. Ωστόσο, τα ανθεκτικά Συντάγματα, μέσα από τον συνταγματικό μινιμαλισμό και τις ευρύτερες συναινέσεις, καταφέρνουν να εξασφαλίζουν ένα συνεκτικό πεδίο δράσης, όπου κάθε κυβέρνηση να μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα της μειοψηφίας και εκφράζοντας το σύνολο της κοινωνίας. Αυτή ακριβώς η δυναμική εξισορρόπηση, που παράγει δημοκρατικές εγγυήσεις και εμπιστοσύνη στους θεσμούς, παραμένει το μεγάλο ζητούμενο κάθε αναθεωρητικής διαδικασίας.