Κλινικές μελέτες: Η Ελλάδα μπροστά σε έναν τομέα με πολλαπλά οφέλη
✨Ο ΣΦΕΕ αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο της κλινικής έρευνας για ασθενείς, σύστημα υγείας και οικονομία, παρά τις δυσκολίες του διεθνούς περιβάλλοντος.
✨Οι επενδύσεις στην Ελλάδα φτάνουν τα 160 εκατ. ευρώ, αλλά χάνονται σημαντικά οφέλη λόγω θεσμικών κενών και περιορισμών στην προσέλκυση μελετών.
✨Τα οφέλη περιλαμβάνουν πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες, ενίσχυση νοσοκομείων, διατήρηση εξειδικευμένου προσωπικού και εξοικονόμηση πόρων για το δημόσιο σύστημα.
✨Ο ΣΦΕΕ ζητά διορθώσεις σε ορισμό δικαιούχων, κονδύλια και χρονικούς περιορισμούς, επισημαίνοντας ότι η ενίσχυση της έρευνας αποτελεί στρατηγική επιλογή δημόσιας υγείας.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Κλινικών Μελετών, ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) επαναφέρει στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου ένα ζήτημα που, σύμφωνα με τον κλάδο, παραμένει υποτιμημένο: τον στρατηγικό ρόλο της κλινικής έρευνας για τους ασθενείς, το σύστημα υγείας και την εθνική οικονομία. Το μήνυμα είναι σαφές — και οι αριθμοί το υποστηρίζουν.
Ένα δύσκολο διεθνές περιβάλλον για την έρευνα
Η κλινική έρευνα δεν διεξάγεται στο κενό. Η τρέχουσα διεθνής συγκυρία — γεωπολιτική αστάθεια, αναδιάταξη εφοδιαστικών αλυσίδων, ενεργειακό κόστος, πληθωριστικές πιέσεις και αυστηρότερα κανονιστικά πλαίσια στην Ευρώπη — δυσκολεύει την προβλεψιμότητα των επενδύσεων στον χώρο της υγείας. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές τιμολόγησης και αποζημίωσης φαρμάκων, σε συνδυασμό με τη χρόνια υποχρηματοδότηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, αποτελούν πρόσθετους ανασταλτικούς παράγοντες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κλινικές μελέτες έχουν μετατραπεί σε ένα από τα πιο ανταγωνιστικά πεδία διεθνώς. Η Ευρώπη χάνει σταδιακά έδαφος έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας, και η τάση αυτή δεν αφήνει αλώβητη την Ελλάδα: ο ΣΦΕΕ εντοπίζει επιβράδυνση στην προσέλκυση νέων κλινικών μελετών τα τελευταία χρόνια, παρά τις αδιαμφισβήτητες δυνατότητες του ελληνικού επιστημονικού και υγειονομικού δυναμικού.
Τα νούμερα: 160 εκατ. ευρώ και ένα «ταβάνι» που δεν χρειάζεται να υπάρχει
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο ΣΦΕΕ, οι επενδύσεις σε κλινικές μελέτες στην Ελλάδα για το 2025 ανήλθαν σε περίπου 160 εκατομμύρια ευρώ — ένα νούμερο που ο κλάδος χαρακτηρίζει ως σημαντικά χαμηλότερο από το πραγματικό δυναμικό της χώρας. Το επιχείρημα είναι ότι, με ένα πιο σταθερό και ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο, το μέγεθος αυτό θα μπορούσε να είναι πολλαπλάσιο.
Το ερώτημα που τίθεται φυσικά είναι: γιατί υπάρχει αυτό το χάσμα μεταξύ δυνατοτήτων και αποτελεσμάτων; Ο ΣΦΕΕ δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις.
Τα οφέλη που χάνονται: ασθενείς, νοσοκομεία, οικονομία
Πριν από τα προβλήματα, ο σύνδεσμος υπενθυμίζει τι διακυβεύεται όταν μια κλινική μελέτη δεν διεξάγεται στην Ελλάδα. Τα οφέλη είναι πολυεπίπεδα:
Οι ασθενείς αποκτούν πρώιμη πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες αρκετά χρόνια πριν από την κυκλοφορία τους στην αγορά. Τα δημόσια νοσοκομεία και οι ερευνητές ενισχύονται οικονομικά και επιστημονικά. Το ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης παραμένει στη χώρα, αντί να μεταναστεύει. Και το σύστημα υγείας επωφελείται από τη δωρεάν παροχή ακριβών θεραπειών και διαγνωστικών εξετάσεων στο πλαίσιο των μελετών — εξοικονόμηση πόρων με απτό, μετρήσιμο αντίκτυπο.
Τα εμπόδια: τρία θεσμικά κενά που ζητεί να καλυφθούν ο ΣΦΕΕ
Παρά τις βελτιώσεις που έχουν επιτευχθεί — μείωση γραφειοκρατίας, τυποποίηση διαδικασιών, συντόμευση χρόνων έγκρισης — ο ΣΦΕΕ εντοπίζει τρία συγκεκριμένα κενά στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο κινήτρων:
Το πρώτο αφορά τον ορισμό των δικαιούχων. Αλλοδαπές μητρικές εταιρείες που υλοποιούν κλινικές μελέτες στην Ελλάδα απευθείας — χωρίς τη διαμεσολάβηση θυγατρικής — αποκλείονται από τα κίνητρα, παρότι πρόκειται για βασικούς φορείς ανάπτυξης κλινικών προγραμμάτων σε διεθνές επίπεδο. Πρακτικά, αυτό αποθαρρύνει άμεσες επενδύσεις από μεγάλους διεθνείς παίκτες.
Το δεύτερο αφορά τους προϋπολογισμούς. Δεν υπάρχει διακριτό κονδύλι για έργα Έρευνας & Ανάπτυξης και παραγωγικές επενδύσεις, με αποτέλεσμα η κλινική έρευνα να μην ενισχύεται στοχευμένα.
Το τρίτο — και ίσως το πιο πρακτικό — είναι οι χρονικοί περιορισμοί υλοποίησης. Η απαίτηση ολοκλήρωσης τουλάχιστον του 70% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου έως το τέλος του 2028 δεν λαμβάνει υπόψη τη φύση των κλινικών μελετών: συχνά διαρκούν 3 έως 5 χρόνια και κορυφώνονται επιχειρησιακά προς το τέλος της υλοποίησής τους. Ένα πλαίσιο σχεδιασμένο για παραδοσιακές επενδύσεις δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτούσιο στην κλινική έρευνα.
«Ο χαμένος είναι ο Έλληνας ασθενής»
Ο Γενικός Διευθυντής του ΣΦΕΕ, Μιχάλης Χειμώνας, συνόψισε το ζήτημα με τρόπο που αποφεύγει τις στρογγυλεμένες διπλωματικές διατυπώσεις: «Μία πολυεθνική εταιρεία μπορεί να επιλέξει οποιαδήποτε χώρα για τη διεξαγωγή κλινικών μελετών. Εάν οι μελέτες δεν πραγματοποιηθούν στην Ελλάδα, θα πραγματοποιηθούν σε άλλη χώρα. Ο πραγματικά χαμένος, όμως, είναι ο Έλληνας ασθενής, ο οποίος στερείται έγκαιρης πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες που ενδέχεται να διατεθούν ευρέως στην αγορά μετά από έως και 10 χρόνια».
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το κόστος της αδράνειας είναι τριπλό: χάνει ο ασθενής, χάνει το σύστημα υγείας που δεν αξιοποιεί τη δυνατότητα παροχής σύγχρονων θεραπειών χωρίς δημόσια δαπάνη, και χάνει η εθνική οικονομία από επενδύσεις, θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και επιστημονική δραστηριότητα. «Η ενίσχυση των κλινικών μελετών δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακή προτεραιότητα. Είναι στρατηγική επιλογή δημόσιας υγείας», κατέληξε ο κ. Χειμώνας.
Μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί
Οι θέσεις του ΣΦΕΕ εκφράζουν τα συμφέροντα του φαρμακευτικού κλάδου — αυτό είναι δεδομένο και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην ανάγνωσή τους. Ωστόσο, τα επιχειρήματα που προβάλλονται για τον αντίκτυπο στους ασθενείς και το δημόσιο σύστημα υγείας δεν είναι εύκολο να αγνοηθούν. Σε μια χώρα που εξακολουθεί να υστερεί στην πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες και αντιμετωπίζει χρόνια υποχρηματοδότηση της υγείας, η κλινική έρευνα μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως μοχλός — αρκεί το θεσμικό πλαίσιο να το επιτρέψει.
Η 20ή Μαΐου δεν είναι απλώς μια ακόμη «παγκόσμια ημέρα». Είναι μια υπενθύμιση ότι η έρευνα δεν είναι πολυτέλεια — είναι προϋπόθεση για ένα σύστημα υγείας που σέβεται τους ασθενείς του.