Γιατί οι πολιτικοί λένε ολοένα και περισσότερα ψέματα…
✨Οι πολιτικοί συχνά χρησιμοποιούν το ψέμα ως στρατηγική για πολιτικά οφέλη, επηρεάζοντας θετικά την κομματική ταυτότητα και την επιβολή εξουσίας.
✨Η ανοχή των πολιτών στο ψέμα αυξάνεται όταν θεωρούν τους πολιτικούς ανέντιμους, ενώ η πολιτική πόλωση και η συναισθηματική ταύτιση ενισχύουν την αποδοχή της παραπληροφόρησης.
✨Τα social media επιταχύνουν τη διάδοση ψευδών ειδήσεων, καθώς το παραπλανητικό περιεχόμενο προσελκύει περισσότερη αλληλεπίδραση από τις αξιόπιστες πληροφορίες.
✨Η πολιτική παραπληροφόρηση δυσκολεύεται να εξαλειφθεί λόγω έλλειψης σοβαρών συνεπειών και της συνεχούς αποδοχής της από τους πολίτες με βάση τις πεποιθήσεις τους.
Αν ρωτήσουμε στο δρόμο 10 τυχαίους ανθρώπους όλων των ηλικιών αν οι πολιτικοί, εν γένει, στην Ελλάδα και τον κόσμο, λένε ψέματα, είναι αμφίβολο αν προκύψει έστω και μία αρνητική απάντηση, ένα όχι. Οι συντριπτικά περισσότεροι θα απαντήσουν θετικά, οι περισσότερο εξ αυτών μετ’ επιτάσεως. Είναι όμως αυτό πραγματικότητα; Λένε οι πολιτικοί ψέματα και μάλιστα συχνά; Και σε ποιο ποσοστό, αν είναι δυνατόν αυτό να καταγραφεί.
Η βιβλιογραφία, έστω και εμμέσως, λέει ναι εξετάζοντας όμως διαφορετικές, κάθε φορά, παραμέτρους.
Ενα γενικό συμπέρασμα από τη σύγχρονη πολιτική ψυχολογία δείχνει ότι το φαινόμενο δεν εξηγείται μόνο από την προσωπική ανηθικότητα. Αντίθετα, αποτελεί αποτέλεσμα ενός συνδυασμού επιβολής εξουσίας, διαμόρφωσης κομματικής ταυτότητας, κοινωνικής ψυχολογίας και επικοινωνιακής στρατηγικής. Είναι, δηλαδή, κάτι πιο σύνθετο από αυτό που φανταζόμαστε. Οι πολιτικοί δεν είναι άνθρωποι που έχουν μία εκ φύσεως τάση προς το ψέμα αλλά χρησιμοποιούν τη μέθοδο για να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη.
Το χειρότερο είναι όμως ότι το πολιτικό ψέματα καθιστά το γενικό πληθυσμό πιο ανεκτικό στην έλλειψη της αλήθειας. Έρευνα των Jérémy Celse και Kirk Chang στο περιοδικό “Psychological Research” κατέληξε σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον συμπέρασμα: όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται τους πολιτικούς ως ανέντιμους, αυξάνεται η ανοχή τους στο ψέμα. Σε τρία πειράματα, οι συμμετέχοντες που εκτέθηκαν σε πολιτικούς συνειρμούς ψέματος εμφάνισαν μεγαλύτερη τάση να ψεύδονται σε σύγκριση με όσους εκτέθηκαν σε πρόσωπα υψηλής ηθικής αξιοπιστίας, όπως θρησκευτικούς ηγέτες.
Την ίδια ώρα προκύπτει και το ζήτημα της “προσαρμογής” στο ψέμα ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση και το είδος του αφηγήματος.
Σύμφωνα με μελέτη στο Current Opinion in Psychology, οι άνθρωποι συχνά αποδέχονται ψευδείς πολιτικές πληροφορίες όχι επειδή τις πιστεύουν πλήρως, αλλά επειδή εξυπηρετούν την πολιτική τους ταυτότητα. Η έρευνα έδειξε ότι τρεις παράγοντες αυξάνουν την ανοχή στην παραπληροφόρηση: η κομματική πόλωση, η επανάληψη των ίδιων αφηγημάτων και η συναισθηματική ταύτιση με έναν πολιτικό χώρο.
Όσο μεγαλύτερη η πόλωση, τόσο μεγαλύτερη η ανοχή στο ψέμα, ιδιαίτερα αν αυτή βολεύει στο πολιτικό αφήγημα που πιστεύουμε εξ’ αρχής. Αυτό εξηγεί ίσως την τάση πολιτικών που συνεχίζουν να ψεύδονται αν και έχουν διαψευστεί πολλάκις από αντικειμενικές καταγραφές.
Ολα τα παραπάνω, όπως γίνεται κατανοητό, μεγεθύνονται μέσα από τα social media. Μελέτη του 2025 που ανέλυσε περισσότερα από 400.000 tweets πολιτικών σε ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία και Ιταλία βρήκε ότι η παραπληροφόρηση παράγει πολύ μεγαλύτερη αλληλεπίδραση από την αξιόπιστη ενημέρωση. To ψέμα στα social κατά το κοινώς λεγόμενο πουλάει γιατί χαρίζει διάδραση, “μεταφέρει” σε ποιο μεγάλα κοινό το περιεχόμενο.
Στις ΗΠΑ, μάλιστα, χώρα στην οποία το φαινόμενο της μεταλήθειας αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις, οι αναρτήσεις με ψευδές ή παραπλανητικό περιεχόμενο συγκεντρώνουν πάνω από 2,5 φορές περισσότερη απήχηση από τις τεκμηριωμένες πληροφορίες. Οι ερευνητές κατέληξαν ότι αρκετοί πολιτικοί χρησιμοποιούν την παραπληροφόρηση ως στρατηγικό εργαλείο για να αυξήσουν την ορατότητα και τη συσπείρωση των οπαδών τους. Αυτό φαντάζει ως μετεξέλιξη του παλιού του “πες, πες, κάτι θα μείνει” δωσμένο με όρους μετανεωτερικότητας.
Ο Petter Tornberg, Καθηγητής Κοινωνικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Αμστερνταμ εξέτασε, από την πλευρά του 32 εκ. αναρτήσεις πολιτικών από 26 χώρες. Η μελέτη του διαπίστωσε ότι τα λαϊκιστικά και κυρίως ακροδεξιά κόμματα είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις σε σχέση με τα παραδοσιακά κόμματα. Όπως και ο ίδιος ο τραμπισμός έχει δείξει η η παραπληροφόρηση χρησιμοποιείται συχνά ως εργαλείο κλιμάκωσης της πολιτικής πόλωσης και αποσταθεροποίησης των δημοκρατικών θεσμών.
Για όλα τα παραπάνω, το κόστος που φαίνεται ότι πληρώνουν οι πολιτικοί και τα κόμματα είναι μάλλον μικρό. Κρυπτόμενοι πίσω από το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου αυτοί που έχουν μεγάλη ροπή προς το ψέμα, απλώς συνεχίζουν να ψεύδονται μέχρι τελικής πτώσεως αφού χειροπιαστές συνέπειες, νομικής μορφής, δεν προκύπτουν.
Είναι, άρα, σαφές ότι σ’ ένα περιβάλλον έντονης πόλωσης, συναισθηματικής φόρτισης και ψηφιακής υπερπληροφόρησης, η πολιτική αλήθεια γίνεται λιγότερο σημαντική από την πολιτική αποτελεσματικότητα. Το ψέμα λειτουργεί ως εργαλείο συσπείρωσης, δημιουργίας φόβου ή ενίσχυσης της κομματικής ταυτότητας. Και όσο οι πολίτες συνεχίζουν να αποδέχονται ή να δικαιολογούν την παραπληροφόρηση όταν εξυπηρετεί τις πεποιθήσεις τους, το πολιτικό ψέμα δύσκολα θα εξαφανιστεί.
Ας τα έχουμε στο νου μας όλα αυτά τώρα που πλησιάζουν οι επόμενες βουλευτικές eklog;ew στην πατρίδα μας και ας είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί σ’ αυτά που ακούμε και διαβάζουμε. Στο χέρι μας είναι να ζητάμε περισσότερη τεκμηρίωση, περισσότερη αλήθεια και εν τέλει την αξιοπιστία των λεγομένων που σαν πολίτες αξίζουμε. Το ψέμα πάντως δεν εντοπίζεται τόσο δύσκολο όσο πιστεύουμε. Με λίγη παραπάνω προσοχή γίνεται εύκολα αντιληπτό.