Λιάνα Γούτα στο libre: Η Ελληνίδα στο “τιμόνι” της ευρωπαϊκής βιομηχανίας καυσίμων
✨Η Λιάνα Γούτα, με πάνω από 30 χρόνια εμπειρίας στον ενεργειακό τομέα, ηγείται των FuelsEurope και Concawe σε μια κρίσιμη περίοδο για τη βιομηχανία καυσίμων.
✨Ο κλάδος αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο μετασχηματισμό στην ιστορία του, με στόχο την κλιματική ουδετερότητα μέσω επενδύσεων 400 δισεκατομμυρίων ευρώ σε ανανεώσιμα υγρά καύσιμα.
✨Τα ανανεώσιμα υγρά καύσιμα θεωρούνται απαραίτητα για την απανθρακοποίηση της αεροπορίας και ναυτιλίας, αντικαθιστώντας σταδιακά το ορυκτό αργό πετρέλαιο με βιώσιμες πρώτες ύλες.
✨Η κα Γούτα τονίζει την ανάγκη για ισότητα φύλων και αξιοκρατία στην ηγεσία, επισημαίνοντας το επίμονο χάσμα των φύλων στην Ελλάδα και στην ενέργεια.
«Η πρόκληση του πράσινου μετασχηματισμού και η μάχη των ίσων ευκαιριών»
Από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις του διυλιστηρίου της Θεσσαλονίκης μέχρι το επίκεντρο των αποφάσεων στις Βρυξέλλες, η διαδρομή της Λιάνας Γούτα αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα εξέλιξης και ηγεσίας σε έναν παραδοσιακά ανδροκρατούμενο κλάδο. Με μια πορεία που μετρά περισσότερα από 30 χρόνια στον τομέα της ενέργειας, η σημερινή Γενική Διευθύντρια των FuelsEurope και Concawe εκπροσωπεί το σύνολο της ευρωπαϊκής βιομηχανίας καυσίμων σε μια ιστορική καμπή.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η κα Γούτα αναλύει τον γιγαντιαίο μετασχηματισμό του κλάδου προς την κλιματική ουδετερότητα —ένα εγχείρημα που απαιτεί επενδύσεις ύψους 400 δισεκατομμυρίων ευρώ— και εξηγεί γιατί τα ανανεώσιμα υγρά καύσιμα είναι αναντικατάστατα για την απανθρακοποίηση της αεροπορίας και της ναυτιλίας. Παράλληλα, ως μια γυναίκα που άνοιξε δρόμους, καταθέτει την πολύτιμη εμπειρία της για τη γυναικεία ενδυνάμωση, σχολιάζει το επίμονο «χάσμα των φύλων» στην Ελλάδα και υπενθυμίζει ότι οι ικανότητες και οι γνώσεις των γυναικών δεν έχουν «ημερομηνία λήξης».
Μια συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και την ανάγκη για ένα μέλλον όπου η ηγεσία δεν θα κρίνεται από το φύλο, αλλά από το όραμα και την αξιοκρατία.
Συνέντευξη
–Κυρία Γούτα από τη Θεσσαλονίκη και τον όμιλο HELLENiQ ENERGY (πρώην ΕΛΠΕ), βρεθήκατε στο επίκεντρο των αποφάσεων στις Βρυξέλλες. Ποια στοιχεία της ελληνικής επαγγελματικής σας εμπειρίας αποδείχθηκαν τα πιο πολύτιμα εφόδια στο διεθνές αυτό περιβάλλον;

Θα έλεγα ότι όλη η προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία μου, για περισσότερα από 30 χρόνια στον κλάδο, στον Όμιλο HelleniQ Energy, καθώς και ένα διάστημα τριών ετών ως Κοινοβουλευτική Σύμβουλος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε θέματα Ενέργειας, Βιομηχανίας και Περιβάλλοντος, υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο, από το οποίο απέκτησα γνώσεις, εμπειρία και δεξιότητες που με έφεραν εδώ που είμαι σήμερα.
Ξεκίνησα ως νέα χημικός μηχανικός στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις του διυλιστηρίου της Θεσσαλονίκης, αποκτώντας εμπειρία στο σχεδιασμό και ανάπτυξη διεργασιών, στη λειτουργία εγκαταστάσεων, τη βιομηχανική ασφάλεια και περιβάλλον. Συνέχισα σε θέσεις ευθύνης στις εγκαταστάσεις της Θεσσαλονίκης, ενώ αργότερα μεταπήδησα στα κεντρικά του Ομίλου στην Αθήνα, ως Διευθύντρια Αλλαγών στα μεγάλα έργα μετασχηματισμού του Ομίλου και αργότερα ως Διευθύντρια Ενεργειακής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων. Η πολύπλευρη αυτή πορεία μου έδωσε γνώση και εμπειρία για ένα πολύ ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων του Ομίλου, ενώ είχα την ευκαιρία να αναπτύξω δεξιότητες πολύτιμες για τη θέση που ανέλαβα στις Βρυξέλλες. Με την τελευταία μου ιδιότητα άλλωστε της Διευθύντριας Ενεργειακής Πολιτικής, εκπροσωπούσα την HelleniQ Energy στον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο Βιομηχανιών Καυσίμων για αρκετά χρόνια.
Έτσι, είχα το πλεονέκτημα, να γνωρίζω πολύ καλά τεχνικά και διοικητικά κομμάτια της βιομηχανίας του κλάδου, να έχω ηγηθεί πολύπλοκων έργων μετασχηματισμού, και τέλος να γνωρίζω το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και τη διαμόρφωση πολιτικών στο κέντρο των Βρυξελλών. Αυτά ήταν τα εφόδιά μου για να επιλεγώ από όλες τις εταιρείες του κλάδου στην Ευρώπη, και να μου εμπιστευθούν το τιμόνι του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Βιομηχανιών Καυσίμων, εκπροσωπώντας όλες τις μεγάλες, μεσαίες και μικρότερες εταιρείες, οι οποίες λειτουργούν σήμερα διυλιστήρια και μονάδες παραγωγής ανανεώσιμων καυσίμων στην Ευρώπη. Τα μέλη μας τροφοδοτούν το 97% της ενέργειας που χρειάζονται όλες οι μεταφορές στην Ευρώπη, το 50% της τροφοδοσίας της Ευρωπαϊκής Χημικής Βιομηχανίας, και καλύπτουν το 100% των αμυντικών και άλλων επιμέρους αναγκών σε υγρά καύσιμα και βιομηχανικά προϊόντα.
–Ως Γενική Διευθύντρια των FuelsEurope και Concawe στις Βρυξέλλες, ποιες θεωρείτε ότι είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή βιομηχανία καυσίμων στην πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα τα επόμενα χρόνια;
Η βιομηχανία υγρών καυσίμων και άλλων βιομηχανικών προϊόντων βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, μοναδική στην ιστορία της. Πρόκειται για έναν κλάδο με ιστορία μεγαλύτερη από 150 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων τα προϊόντα του συνέβαλαν καθοριστικά στη μετακίνηση ανθρώπων και αγαθών σε όλη τη γη, την ανάπτυξη σύγχρονων βιομηχανικών προϊόντων και υλικών, την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία και τον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Σήμερα λοιπόν αυτή η βιομηχανία που για όλα αυτά τα χρόνια παρήγαγε τα προϊόντα της από το ορυκτό αργό πετρέλαιο, καλείται να μετασχηματισθεί και να συνεχίσει να παράγει προϊόντα για τις ίδιες χρήσεις, αντικαθιστώντας σταδιακά το αργό με άλλες ανανεώσιμες πρώτες ύλες, όπως η βιομάζα, κυρίως από βιώσιμες υπολειμματικές πρώτες ύλες από τη γεωργία, τη δασοκομία, τα αστικά απόβλητα, αλλά και από ανανεώσιμο ηλεκτρισμό, πράσινο υδρογόνο και δεσμευμένο ή ανακυκλούμενο διοξείδιο του άνθρακα.
Να σημειώσουμε εδώ, ότι ο φιλόδοξος στόχος της κλιματικής ουδετερότητας που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τα ανανεώσιμα υγρά καύσιμα, τα οποία πρέπει να παράξει ο κλάδος μας.
Πρόκειται λοιπόν, για το μεγαλύτερο μετασχηματισμό στην ιστορία του κλάδου, όπου τα διυλιστήρια θα πρέπει να αλλάξουν τα πάντα: το επιχειρηματικό τους μοντέλο, τις τεχνολογίες και τις διαδικασίες παραγωγής, τα προϊόντα και κυρίως τις πρώτες ύλες. Αυτό θα απαιτήσει δισεκατομμύρια επενδύσεων στα υπάρχοντα διυλιστήρια και σε νέες μονάδες, που μέχρι το 2050 εκτιμώνται σε 400 δισεκατομμύρια, στο πιο οικονομικό σενάριο, αυτό της αξιοποίησης και μετατροπής των σημερινών διυλιστηρίων σε μονάδες παραγωγής ανανεώσιμων καυσίμων και προϊόντων.
Τα καλά νέα είναι ότι αυτός ο μετασχηματισμός έχει ήδη ξεκινήσει, με τα μέλη μας να επενδύουν και να παράγουν ήδη τις πρώτες ποσότητες νέων καυσίμων, όπως ανανεώσιμο ντίζελ και βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα. Στα βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα η παραγωγή των μελών μας υπερκαλύπτει τις ποσότητες που απαιτεί η Ευρωπαϊκή νομοθεσία για την περίοδο 2025-2029, ενώ και οι ποσότητες που θα απαιτηθούν για το 2030 φαίνονται επίσης εφικτές. Αντίστοιχα, πάνω από 6000 πρατήρια υγρών καυσίμων σε περιοχές της Ευρώπης διαθέτουν 100% ανανεώσιμο ντίζελ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα στα υπάρχοντα οχήματα, χωρίς καμία αλλαγή ή επιπρόσθετο κόστος για δίκτυα και για νέο στόλο οχημάτων, πετυχαίνοντας άμεσα σημαντική μείωση εκπομπών άνθρακα στις οδικές μεταφορές.
Ωστόσο, αυτή η μετάβαση αποτελεί μια πρωτοφανή πρόκληση για τον ευρωπαϊκό κλάδο καυσίμων, καθώς πρέπει να υλοποιηθεί αξιόπιστα και ομαλά, διασφαλίζοντας παράλληλα την ενεργειακή ασφάλεια και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα σε όλη τη μεταβατική περίοδο.
- Το εξαιρετικά σύνθετο και διαρκώς μεταβαλλόμενο πολιτικό και ρυθμιστικό περιβάλλον είναι μία από τις βασικές προκλήσεις. Για έναν κλάδο που απαιτεί μακροπρόθεσμες επενδύσεις κεφαλαιακής έντασης, το σταθερό, ξεκάθαρο και προβλέψιμο ρυθμιστικό και επενδυτικό πλαίσιο είναι καθοριστικό για να επιτευχθεί το εύρος της χρηματοδότησης που απαιτείται για νέα καύσιμα και προϊόντα χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
- Οι νέες τεχνολογίες παραγωγής ανανεώσιμων καυσίμων, αν και διαθέσιμες, δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμα όλες στην απαιτούμενη βιομηχανική κλίμακα (πχ πράσινο υδρογόνο, δέσμευση άνθρακα).
- Η πρόσβαση στις βιώσιμες πρώτες ύλες αποτελεί ένα ακόμα μείζον θέμα, καθώς θα πρέπει να κινητοποιηθούν νέες πρώτες ύλες και να δημιουργηθούν νέες εφοδιαστικές αλυσίδες. Η Ευρώπη διαθέτει ένα τεράστιο δυναμικό τέτοιων πρώτων υλών, σύμφωνα και με πρόσφατες μελέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG RTD), αλλά αυτό το δυναμικό θα πρέπει να στηριχθεί, να αναπτυχθεί και να γίνει προσβάσιμο στη βιομηχανία καυσίμων.
- Τέλος, η ανταγωνιστικότητα του κλάδου αποτελεί επίσης κρίσιμο ζήτημα. Τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια λειτουργούν υπό μερικές από τις αυστηρότερες πολιτικές για το κλίμα σε παγκόσμιο επίπεδο, γεγονός που αυξάνει το κόστος παραγωγής. Ο κίνδυνος μεταφοράς της παραγωγής εκτός Ευρώπης, ή αλλιώς ο «κίνδυνος διαρροής άνθρακα», πρέπει να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά για να μην υπονομεύσει ούτε την οικονομική ανθεκτικότητα της Ευρώπης, ούτε τους κλιματικούς στόχους μείωσης εκπομπών άνθρακα.
Η πορεία προς τη βιωσιμότητα και τους κλιματικούς στόχους, η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και των κοινωνιών μας, η οικονομικά προσιτή ενέργεια, η δίκαιη πρόσβαση στην μετακίνηση, η ασφάλεια εφοδιασμού και η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, πρέπει όλα μαζί να εξασφαλισθούν και να συνυπάρξουν καθ’ όλη τη διάρκεια της μετάβασης, για μια δυνατή και ανθεκτική Ευρώπη.
–Ποιο ρόλο αναμένετε να παίξουν τα υγρά καύσιμα χαμηλών εκπομπών άνθρακα (low-carbon liquid fuels) στις μεταφορές που είναι δύσκολο να ηλεκτροδοτηθούν, όπως η ναυτιλία και η αεροπορία;
Τα υγρά καύσιμα χαμηλού άνθρακα και τα ανανεώσιμα υγρά καύσιμα θα διαδραματίσουν κρίσιμο και μακροπρόθεσμο ρόλο στην μείωση εκπομπών άνθρακα σε τομείς μεταφορών που είναι εκ φύσεως δύσκολο να βασισθούν στην ηλεκτροκίνηση, όπως η αεροπορία και η ναυτιλία. Ή με άλλα λόγια, η απανθρακοποίηση αυτών των τομέων δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς υγρά ανανεώσιμα καύσιμα.
Στους τομείς αυτούς, η ενεργειακή πυκνότητα των υγρών καυσίμων, οι μεγάλες αποστάσεις και οι περιορισμοί των υφιστάμενων υποδομών καθιστούν την άμεση ηλεκτροκίνηση μη βιώσιμη λύση στο προβλέψιμο μέλλον. Επομένως, τα βιώσιμα καύσιμα αεροπορίας (SAF) και τα συνθετικά, ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης (RFNBO) θα είναι αναντικατάστατα για την επίτευξη ουσιαστικής μείωσης εκπομπών στους κλάδους αυτούς, διασφαλίζοντας παράλληλα αποδοτικές και ανταγωνιστικές λειτουργίες.
Ωστόσο, η παραγωγή αυτών των βιώσιμων καυσίμων σε μεγάλη κλίμακα συνιστά σημαντική πρόκληση. Οι σημερινοί όγκοι παραγωγής είναι περιορισμένοι και το κόστος παραμένει ακόμα σημαντικά υψηλότερο σε σύγκριση με τα συμβατικά καύσιμα. Η αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης απαιτεί όχι μόνο επενδύσεις και υποστηρικτικό ρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά και τη δημιουργία μιας ισχυρής αρχικής αγοράς (lead market) για τα εν λόγω καύσιμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι οδικές μεταφορές διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο. Παρότι η ηλεκτροκίνηση προχωρά, η διατήρηση ενός μεριδίου της αγοράς για υγρά καύσιμα είναι σημαντική για τη στήριξη της οικονομικής βιωσιμότητας της διύλισης. Η βιομηχανική διαδικασία ενός διυλιστηρίου παράγει μια ολόκληρη γκάμα προϊόντων, ενώ είναι τεχνικά και οικονομικά αδύνατη η παραγωγή αποκλειστικά ενός και μόνο είδος καυσίμου, όπως SAF ή ναυτιλιακά καύσιμα. Η διατήρηση κάποιας ζήτησης για οδικά καύσιμα δε θα συμβάλλει μόνο στην επιτάχυνση και διευκόλυνση της μείωσης εκπομπών στις οδικές μεταφορές, αλλά θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της παραγωγής ανανεώσιμων καυσίμων σε κλίμακα και στη μείωση του κόστους τους, δίνοντας ώθηση όχι μόνο στα οδικά, αλλά και στα αεροπορικά και ναυτιλιακά καύσιμα, τα οποία όπως ανέφερα παράγονται όλα μαζί από την ίδια βιομηχανική μονάδα.
–Έχετε ασχοληθεί πολλά χρόνια με τη γυναικεία ενδυνάμωση, ως Πρόεδρος του ΤΟΓΜΕ της ΕΕΔΕ Μακεδονίας για εφτά χρόνια και άλλες πρωτοβουλίες. Ποια είναι η σημαντικότερη συμβουλή που δίνετε σε νέες γυναίκες που ξεκινούν τώρα την καριέρα τους σε έναν παραδοσιακά ανδροκρατούμενο κλάδο, όπως αυτός της ενέργειας;
Είναι πολλές οι νέες γυναίκες σήμερα που έχουν να επιδείξουν πολύ καλές σπουδές, άριστες επιδόσεις, δέσμευση, επιμονή, σκληρή δουλειά. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλο το δυτικό κόσμο το 60% των αποφοίτων των πανεπιστημίων είναι γυναίκες, ενώ διατηρούν σταθερό προβάδισμα στην αριστεία.
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει σημαντική πρόοδος σε ό,τι αφορά την είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας, σε όλους τους κλάδους, ακόμα και στους πιο ανδροκρατούμενους, όπως ο κλάδος της ενέργειας και της βιομηχανίας. Όπως επίσης είναι αλήθεια ότι έχουν αλλάξει σε κάποιο βαθμό και οι κοινωνικές συνθήκες και αντιλήψεις σχετικά με το ρόλο της γυναίκας στην εργασία και την οικογένεια.
Ωστόσο αυτό δεν είναι αρκετό. Γιατί δυστυχώς, όσο προχωρά κανείς στις υψηλότερες βαθμίδες ιεραρχίας εταιρειών, οργανισμών, ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και στις θέσεις ηγεσίας, τα ποσοστά των γυναικών μειώνονται δραματικά. Εξ ου και το γεγονός ότι ακόμα αποτελεί είδηση όταν μια γυναίκα αναλαμβάνει ηγετική θέση στην πολιτική, τις επιχειρήσεις, τη βιομηχανία.
Είναι θα έλεγα μια καμπύλη εκμάθησης από την οποία πρέπει να περάσει και η κοινωνία και οι ίδιες οι γυναίκες, ώστε να αντιληφθούν όλοι ότι η γνώση και η εμπειρία, οι ικανότητες και δεξιότητες, οι διακρίσεις που πετυχαίνουν οι νέες απόφοιτες των πανεπιστημίων και οι νέες εργαζόμενες δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Κι ότι όλα αυτά τα προσόντα δεν εξαφανίζονται όσο περνούν τα χρόνια, αντιθέτως εμπλουτίζονται και ενισχύονται.
Για τις ίδιες τις νέες, ταλαντούχες και μορφωμένες γυναίκες, θα έλεγα ότι το σημαντικότερο είναι να πιστέψουν ότι αυτό που καταφέρνουν στις ακαδημαϊκές τους σπουδές ή στα πρώτα χρόνια της καριέρας τους, είναι η απόδειξη ότι σε ένα αντικειμενικό και αξιοκρατικό περιβάλλον μπορούν να καταφέρουν τα πάντα.
Και αν στο εργασιακό τους περιβάλλον δεν υπάρχουν ακόμα γυναίκες πρότυπα- role models σε ηγετικές θέσεις, που να έχουν ανοίξει το δρόμο, μπορεί να είναι οι ίδιες αυτές που θα το κάνουν. Αυτό μπορεί να σημαίνει έναν αγώνα αντοχής ενάντια σε στερεότυπα και προκαταλήψεις, αλλά όταν πετυχαίνει δίνει μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, όχι μόνο για τις ίδιες, αλλά και για τις επόμενες που ακολουθούν.
Θα έλεγα ακόμα, ότι κάθε γυναίκα πρέπει να θέτει τους δικούς της στόχους, με βάση τις προσωπικές της επιλογές, κλίσεις και επιθυμίες, και να τους κυνηγάει με προσήλωση, επιμονή, δέσμευση και ενθουσιασμό. Όπως ανέφερα, η διαδρομή δεν είναι πάντα εύκολη, αλλά μπορεί να είναι πολύ ενδιαφέρουσα και τελικά να γίνει συναρπαστική και με μεγάλη ηθική επιβράβευση.
–Μεταξύ των άλλων έχετε υπάρξει και ιδρυτικό μέλος ενός δικτύου mentoring (iforU). Πόσο καθοριστική θεωρείτε την ύπαρξη ενός μέντορα για την επιβίωση και την ανάπτυξη μιας νέας γυναικείας επιχείρησης στην Ελλάδα της κρίσης και της μετά-κρίσης εποχής;

Η ύπαρξη ενός μέντορα δεν μπορεί βεβαίως να αποτελέσει από μόνη της εχέγγυο επιτυχίας μιας επιχείρησης είτε αυτή είναι ανδρική είτε γυναικεία. Ωστόσο, στατιστικά φαίνεται ότι οι γυναίκες διστάζουν να ξεκινήσουν τη δική τους επιχείρηση. Η επιχειρηματικότητα αποτελεί και αυτή έναν παραδοσιακά ανδροκρατούμενο τομέα.
Η αξία ενός ή μίας μέντορα ωστόσο, μπορεί να είναι σημαντική για μια γυναίκα που βρίσκεται στο ξεκίνημά της, προκειμένου να κατανοήσει ότι δυσκολίες που αντιμετωπίζει είναι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλοί άλλοι. Αυτό ισχύει τόσο για τις πρακτικές δυσκολίες μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας, όσο και για δυσκολίες προκαταλήψεων, συμπεριφοράς και έλλειψης προτύπων.
Ειδικά στη δεύτερο κομμάτι συμβαίνει συχνά να πιστεύει μια επαγγελματίας ή επιστήμονας ότι είναι μόνο η ίδια που βιώνει τέτοιου είδους δυσκολίες, και άρα ίσως η ίδια δεν είναι επαρκής ή κάνει κάτι λάθος. Όταν συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι μόνη, και ότι υπάρχουν σταθερά και επαναλαμβανόμενα μοτίβα που αντιμετωπίζουν όλες οι γυναίκες, τότε το ‘βάρος’ μειώνεται και η αντιμετώπισή τους γίνεται πιο εύκολη.
Η υποστήριξη από έναν ή μία μέντορα μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αντιμετώπιση κάποιων από τις δυσκολίες, στην αλλαγή ψυχολογίας, στην ενθάρρυνση και την καθοδήγηση με πρακτικές συμβουλές. Επίσης μια μέντορας μπορεί να αποτελέσει πρότυπο, δίνοντας έμπνευση, αυτοπεποίθηση και ενθουσιασμό.
–Βλέπετε διαφορές στην κουλτούρα υποστήριξης των γυναικών μεταξύ Βόρειας και Νότιας Ευρώπης; Υπάρχουν πρακτικές από το εξωτερικό που θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε άμεσα στην ελληνική κοινωνία;
Η διαφορά στην κουλτούρα μεταξύ διαφόρων περιοχών της Ευρώπης είναι καταφανής, αν δει κανείς νούμερα και στατιστικές. Και τα νούμερα λένε πάντα την αλήθεια…
Μια έκθεση που αποτελεί σημείο αναφοράς είναι η ετήσια Έκθεση του World Economic Forum για το χάσμα μεταξύ των φύλων (Gender Gap Report). Παρακολουθώ αυτή την Έκθεση για περισσότερα από 15 χρόνια, και λυπάμαι να βλέπω την Ελλάδα να μη μπορεί να ξεφύγει από τις τελευταίες ευρωπαϊκές θέσεις, παρά τα όποια θετικά βήματα.
Για το 2025 βρίσκουμε την Ελλάδα στη θέση 77 από τις 148 χώρες, όταν χώρες όπως οι Σκανδιναβικές, με την Ισλανδία, Φιλανδία, Νορβηγία κατέχουν σταθερά τις πρώτες θέσεις. Παράλληλα, από τις πρώτες αυτές θέσεις έως την 77η της Ελλάδας, μεσολαβούν χώρες που φαίνεται απίστευτο ότι πετυχαίνουν καλύτερη κατάταξη από αυτήν της Ελλάδας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γίνονται θετικά βήματα και στη χώρα μας, αλλά προφανώς οι άλλες χώρες προχωρούν ταχύτερα και πιο αποφασιστικά.
Σε ό,τι αφορά τις Βρυξέλλες, το κέντρο των ευρωπαϊκών αποφάσεων, τα Ευρωπαϊκά όργανα και κυρίως η Επιτροπή, αποτελούν μια νησίδα για τη γυναικεία συμμετοχή. Θα αναφέρω μόνο ως απλό παράδειγμα, ότι στη συντριπτική πλειοψηφία των Συνεδρίων και εκδηλώσεων που διοργανώνονται από τους θεσμούς, η συμμετοχή στα πάνελ και τους ομιλητές, με έναν άγραφο κανόνα, οφείλει να είναι ισόρροπη για τα φύλα. Στις Βρυξέλλες δε θα δει εύκολα κανείς, ένα πάνελ μόνο με άνδρες, όσο ανδροκρατούμενος να είναι ο κλάδος.
Εδώ, η προώθηση των ίσων ευκαιριών στη συμμετοχή δεν αφήνεται στην τύχη, αλλά αποτελεί συνειδητή επιλογή. Έτσι δεν εκπλήσσει και δεν αποτελεί είδηση ή εξαίρεση να συναντά κανείς γυναίκες σε υψηλόβαθμες θέσεις στην Επιτροπή, -μη ξεχνάμε άλλωστε ότι η Πρόεδρος της Επιτροπής, αλλά και του Κοινοβουλίου είναι γυναίκες-, ενώ όταν οι χώρες πρότειναν τους Επιτρόπους, ο στόχος της Προέδρου ήταν μια ισόρροπη κατανομή των χαρτοφυλακίων μεταξύ των φύλων.
Ο δρόμος για τις ίσες ευκαιρίες δεν είναι ακόμα βατός και προφανής. Χρειάζεται ακόμα προσπάθεια και συνειδητή επιλογή. Δεν είναι κάτι που πρέπει να αφήνεται στην τύχη, τη συνήθεια, τα στερεότυπα, αλλά πρέπει να αποτελεί συνειδητή επιλογή επιτυχίας.
Η ισότιμη αξιοποίηση του μισού πληθυσμού της κάθε χώρας, που μάλιστα διακρίνεται στις σπουδές και τις ακαδημαϊκές επιδόσεις, δεν αποτελεί απλά χρέος δημοκρατίας και πολιτισμού, αλλά μπορεί να συμβάλει καθοριστικά σε καλύτερα αποτελέσματα σε όλα τα επίπεδα στις επιχειρήσεις, την οικονομία, την πολιτική.