Η περιπλοκότητα της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα- Άλλο τα λόγια, άλλο η πράξη

 Η περιπλοκότητα της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα- Άλλο τα λόγια, άλλο η πράξη

epa12922968 Philip Nugent (L), secretary general of Ireland’s Department for Environment, Climate and Communications; Irene Velez (2 L), Colombia’s minister of Environment; Stientje van Veldhoven (2 R), the Netherlands’ minister for Climate Policy and Green Growth; and Maina Talia (R), Tuvalu’s minister of Home Affairs, Climate Change and Environment, pose during the closing of the first Conference on the Transition Beyond Fossil Fuels in Santa Marta, Colombia, 29 April 2026. EPA/Ricardo Maldonado Rozo

💡 AI Summary by Libre

Στην περιοχή της Σάντα Μάρτα στην Κολομβία, η εξαγωγική βιομηχανία ορυκτών καυσίμων είναι εμφανής με δεξαμενόπλοια και άνθρακα στις ακτές.

Η χώρα αντιμετωπίζει προκλήσεις λόγω της κλιματικής κρίσης και των παγκόσμιων ενεργειακών ανακατατάξεων που επηρεάζουν την παραγωγή και εξαγωγή καυσίμων.

Πολιτικές συγκρούσεις και κοινωνικές πιέσεις αυξάνονται καθώς οι κάτοικοι ζητούν αλλαγές στην ενεργειακή πολιτική και προστασία του περιβάλλοντος.

Η Κολομβία προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης μέσω ορυκτών καυσίμων και της ανάγκης για βιώσιμες περιβαλλοντικές πρακτικές.

Ατενίζοντας τη θάλασσα από τις γκρίζες αμμουδιές της Σάντα Μάρτα, στα παράλια της Καραϊβικής της Κολομβίας, είναι εύκολο να διακρίνει κανείς σημάδια της ακμάζουσας εξαγωγικής βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων της χώρας. Δεξαμενόπλοια πετρελαίου αγκυροβολούν στον ορίζοντα, ενώ, όπως λένε οι ντόπιοι, συχνά μικρά κομμάτια άνθρακα ξεβράζονται στην ακτή, παρασυρμένα από τα φορτηγά πλοία που μεταφέρουν το πολύτιμο φορτίο τους από τα κοντινά ορυχεία.

Εδώ, το βράδυ της Τετάρτης, η κυβέρνηση της Κολομβίας έκανε μια τολμηρή κίνηση για να αλλάξει όχι μόνο τη δική της οικονομία, αλλά και του υπόλοιπου κόσμου, ανοίγοντας τον δρόμο προς μια νέα εποχή καθαρής ενέργειας. Με τη διεξαγωγή της πρώτης διεθνούς διάσκεψης για την «απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα», η χώρα φιλοξένησε σχεδόν 60 κυβερνήσεις που δεσμεύτηκαν να περιορίσουν την επιρροή των πετρελαιοπαραγωγών κρατών στο μέλλον του πλανήτη.

Η Ιρένε Βέλεζ Τόρες, υπουργός Περιβάλλοντος της Κολομβίας και πρόεδρος των συνομιλιών, δήλωσε χαρακτηριστικά κατά την ολοκλήρωση των εργασιών: «Αυτό είναι η αρχή μιας νέας παγκόσμιας κλιματικής δημοκρατίας». Τόνισε πως πρόκειται για μια «νέα μεθοδολογία» που φέρνει στο ίδιο τραπέζι κυβερνήσεις με φιλόδοξους στόχους, κοινοβουλευτικούς και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, επιταχύνοντας την απανθρακοποίηση των οικονομιών τους.

Η διάσκεψη αυτή ενδέχεται να σηματοδοτήσει μια νέα παγκόσμια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε «ηλεκτρο-δημοκρατίες» και «πετρο-δικτατορίες». Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για το κλίμα, με τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου να εκτοξεύονται μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν — το δεύτερο τέτοιο σοκ μέσα σε πέντε χρόνια, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Κλιματική κρίση και ενεργειακές ανακατατάξεις

Νοικοκυριά παγκοσμίως βυθίζονται στα χρέη, οι αγρότες δυσκολεύονται να αγοράσουν λιπάσματα και οι κυβερνήσεις συνειδητοποιούν ότι η εξάρτηση από ευμετάβλητα ορυκτά καύσιμα τις καθιστά όμηρους γεωπολιτικών δυνάμεων εκτός ελέγχου. Η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει τριπλή απειλή: άνοδο ενεργειακού κόστους, αύξηση τιμών τροφίμων και τον κίνδυνο ανεξέλεγκτου πληθωρισμού που θα οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια και δαπανηρότερο δανεισμό. Αν και όλες οι χώρες επηρεάζονται, οι φτωχότερες —με μεγαλύτερα χρέη και χαμηλότερα αποθέματα— υποφέρουν περισσότερο.

Ο Φατίχ Μπιρόλ, κορυφαίος ενεργειακός οικονομολόγος και επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), τόνισε: «Αυτό είναι μεγαλύτερο από όλες τις προηγούμενες κρίσεις μαζί». Σε συνέντευξή του στη Guardian υπογράμμισε: «Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς η παγκόσμια οικονομία μπορεί να κρατείται όμηρος από ένα στενό πλάτους 50 χλμ.».

Η μεγάλη διαφορά σήμερα σε σχέση με τις πετρελαϊκές κρίσεις του παρελθόντος είναι η άμεση διαθεσιμότητα αξιόπιστων εναλλακτικών λύσεων: φθηνή, αξιόπιστη και άφθονη ανανεώσιμη ενέργεια από τον άνεμο και τον ήλιο, καθώς και σύγχρονες μπαταρίες που εξομαλύνουν τυχόν διακυμάνσεις. Τα ηλεκτρικά οχήματα και οι αντλίες θερμότητας μπορούν επίσης να μετατρέψουν τη θέρμανση και τις μεταφορές σε πιο αποδοτική ηλεκτρική ενέργεια.

Για τους παραπάνω λόγους, ο Μπιρόλ προβλέπει ότι το τρέχον σοκ θα σημάνει μόνιμη αλλαγή στη βιομηχανία ενέργειας, με τις καταναλώτριες χώρες να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στα ορυκτά καύσιμα. Όπως δήλωσε: «Η αντίληψη για τον κίνδυνο και την αξιοπιστία θα αλλάξει. Οι κυβερνήσεις θα επανεξετάσουν τις ενεργειακές στρατηγικές τους. Θα υπάρξει σημαντική ώθηση προς τις ανανεώσιμες πηγές και την πυρηνική ενέργεια και περαιτέρω στροφή σε ένα πιο ηλεκτροκίνητο μέλλον. Αυτό θα πλήξει βασικές αγορές του πετρελαίου».

Οι αλλαγές αυτές θα είναι διαρκείς, προσθέτει. «Το βάζο έσπασε — η ζημιά έγινε. Θα είναι πολύ δύσκολο να κολλήσουν ξανά τα κομμάτια. Οι συνέπειες για την παγκόσμια αγορά ενέργειας θα είναι μακροχρόνιες».

Πολιτικές συγκρούσεις και λαϊκή απαίτηση

Ο επικεφαλής του ΟΗΕ για το κλίμα, Σάιμον Στιέλ, σημείωσε το ειρωνικό γεγονός πως η κυριαρχία της πετρελαϊκής βιομηχανίας επί των οικονομιών αφύπνισε τελικά τις κυβερνήσεις στους κινδύνους. Όπως είπε: «Η κρίση κόστους των ορυκτών καυσίμων έχει πλέον το πόδι στον λαιμό της παγκόσμιας οικονομίας». Τόνισε ότι όσοι προσπαθούν να κρατήσουν τον κόσμο εξαρτημένο από τα ορυκτά καύσιμα ουσιαστικά επιταχύνουν την άνθηση των ανανεώσιμων πηγών.

Σύμφωνα με το think tank Ember, πέρυσι οι ανανεώσιμες πηγές ξεπέρασαν τον άνθρακα στην παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για πρώτη φορά — παράγοντας το 33,8% έναντι 33% του άνθρακα. Το ενδιαφέρον για φωτοβολταϊκά συστήματα και μπαταρίες εκτινάχθηκε περαιτέρω μετά τον πόλεμο στο Ιράν.

«Η οικονομική λογική των ανανεώσιμων είναι αδύνατο να αγνοηθεί», σημείωσε ο Στιέλ. Ακόμη και στρατιωτικοί σύμβουλοι επισημαίνουν πως οι ΑΠΕ προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα. Οι κυβερνήσεις εντείνουν πλέον τα σχέδιά τους για ΑΠΕ με στόχο την εθνική ασφάλεια, τη σταθερότητα, την ανταγωνιστικότητα, την αυτονομία πολιτικής και την εθνική κυριαρχία.

Ωστόσο δεν πρέπει κανείς να υποτιμά ακόμα τα πετρο-κράτη. Οι ΗΠΑ —ο μεγαλύτερος παραγωγός φυσικού αερίου— αυξάνουν συνεχώς τη στρατιωτική τους παρουσία προωθώντας τη στρατηγική ενεργειακής κυριαρχίας της κυβέρνησης Τραμπ. Η Ρωσία διεξάγει πόλεμο κατά της γειτονικής δημοκρατικής Ουκρανίας. Τα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων διοχετεύουν τεράστια ποσά στις προεκλογικές εκστρατείες ακροδεξιών υποψηφίων στην Αμερική και την Ευρώπη.

Το όραμα της Σάντα Μάρτα για μια «νέα παγκόσμια κλιματική δημοκρατία» αντιπαραθέτει τη δύναμη των πολιτών απέναντι σε αυτή την κατάσταση. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά ότι η συντριπτική πλειονότητα ζητεί ισχυρότερη δράση κατά της κλιματικής κρίσης — όμως σε πολλά διεθνή φόρα οι φωνές αυτές πνίγονται από εταιρικά λόμπι ή φιμώνονται από βέτο πετρο-κρατών.

Στη Σάντα Μάρτα όμως η επιστήμη είχε τον πρώτο λόγο κατά την εναρκτήρια ημέρα, ακολούθησε η «λαϊκή σύνοδος» και συναντήσεις κοινοβουλευτικών εκπροσώπων. Όλες αυτές οι ομάδες συμμετείχαν στις υψηλού επιπέδου συνεδριάσεις των δύο τελευταίων ημερών χωρίς βέτο ή διενέξεις επί λεπτομερειών — μόνο εντατικός διάλογος για τα επόμενα βήματα. Πολλοί χαρακτήρισαν τη συνάντηση ιστορική, αλλά λίγοι είχαν αυταπάτες πως ήταν κάτι παραπάνω από ένα ισχυρό ξεκίνημα.

Τι ισχύει

Παρόλα αυτά, οι ίδιες οι χώρες που ηγούνται της παγκόσμιας προσπάθειας για οικολογική μετάβαση, είναι αυτές που χαμηλώνουν τον πήχη των πράσινων φιλοδοξιών τους: η αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια — και πάνω απ’ όλα ο συνεχιζόμενος πόλεμος στο Ιράν — ωθεί τις κυβερνήσεις να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις στις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, με την ελπίδα να προστατεύσουν τις οικονομίες τους από εξωτερικές κρίσεις.

Για τους περισσότερους, αυτό σημαίνει διπλασιασμό της μετάβασης σε καθαρές πηγές ενέργειας όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια. Αλλά σε χώρες που διαθέτουν πόρους ορυκτών καυσίμων, ορισμένοι ηγέτες και νομοθέτες υποστηρίζουν επίσης την αύξηση των γεωτρήσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα μηνύματα στη Σάντα Μάρτα στην Κολομβία απηχούν τον ενεργειακό ρεαλισμό που έχει προβάλλει η ελληνική κυβέρνηση, όπως αυτός είχε αποτυπωθεί στο άρθρο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στους Financial Times και υλοποιείται εν τοις πράγμασι από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ο κ. Σταύρος Παπασταύρου έχει επανειλημμένως τονίσει ότι ο στόχος της απανθρακοποίησης παραμένει, ωστόσο αυτό που αλλάζει είναι η ταχύτητα, ώστε η μετάβαση να μην είναι βίαιη.

Χαρακτηριστική είναι η επισήμανση που γίνεται σε εκτενές ρεπορτάζ του Politico για τη Διάσκεψη, ότι η Ελλάδα είναι μεταξύ των χωρών που σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τον ορυκτό τους πλούτο, καθώς «αυτόν τον μήνα προχώρησε στην έγκριση της πρώτης υπεράκτιας εξερεύνησης μετά από σχεδόν 40 χρόνια».

Στο ίδιο μήκος κύματος η Δανία, εξετάζει το ενδεχόμενο επέκτασης των αδειών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Γερμανία θέλει να αυξήσει την παραγωγή φυσικού αερίου. Το ίδιο κάνει και η Ολλανδία.

Η νέα κεντρώα κυβέρνηση συνασπισμού, η οποία ηγείται της διάσκεψης με την Κολομβία, απέκλεισε το ενδεχόμενο επαναλειτουργίας του κοιτάσματος του Χρόνινγκεν, του μεγαλύτερου αποθέματος φυσικού αερίου στην Ευρώπη, και δεν θα χορηγήσει περαιτέρω άδειες στο hotspot βιοποικιλότητας της θάλασσας Βάντεν — αλλά, μαζί με τη γειτονική της Γερμανία , προχωρά με άλλα έργα στη Βόρεια Θάλασσα.

Το ολλανδικό υπουργείο κλίματος δεν βλέπει καμία αντίφαση. «Η Ολλανδία έχει δεσμευτεί πλήρως να εγκαταλείψει τα ορυκτά καύσιμα», δήλωσε εκπρόσωπος, επικαλούμενος το υψηλό μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της χώρας.

«Ωστόσο, αναγνωρίζουμε ότι η μετάβαση είναι περίπλοκη και μακρά», πρόσθεσε. «Η πραγματικότητα είναι ότι εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε ορυκτά καύσιμα επειδή δεν υπάρχουν ακόμη αρκετές βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις. Αλλά πρέπει να κάνουμε περισσότερα συλλογικά για να τα καταργήσουμε σταδιακά. Και πρέπει να οργανωθούμε καλύτερα σε μεγάλη κλίμακα — σύμφωνα με την κλίμακα της πρόκλησης. Αυτό ακριβώς είναι το θέμα της διάσκεψης στην Κολομβία».

Στη Γερμανία, το πακέτο αυτού του μήνα για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου κόστους ενέργειας που οφείλεται στον πόλεμο στο Ιράν περιελάμβανε μια συμφωνία συνασπισμού για την «ανάπτυξη επιλεγμένων εγχώριων αποθεμάτων φυσικού αερίου», παράλληλα με την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η γαλλική Γερουσία νωρίτερα φέτος ενέκρινε πρόταση που επιτρέπει τις γεωτρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου σε υπερπόντια εδάφη για τη βελτίωση της ασφάλειας εφοδιασμού — αντίθετα με τις επιθυμίες της κυβέρνησης και έναν δεκαετή νόμο που τερματίζει τις εξερευνήσεις. Ορισμένοι νομοθέτες πιέζουν τώρα για την επέκταση της παραγωγής πετρελαίου στην ηπειρωτική Γαλλία.

Ακόμη και η Δανία, η οποία έχει μερικούς από τους πιο φιλόδοξους κλιματικούς στόχους στον κόσμο, εξετάζει το ενδεχόμενο επέκτασης των αδειών παραγωγής στα πεδία της Βόρειας Θάλασσας.

«Η Ευρώπη πρέπει να σταθεί στα δικά της πόδια», δήλωσε ο Morten Bοdskov, υπουργός Βιομηχανίας της Δανίας, όταν ανακοίνωσε την πιθανότητα περισσότερων αδειών. «Αυτό απαιτεί να επενδύσουμε μαζικά στη δική μας ενεργειακή δυναμικότητα. Πρώτα και κύρια σε πράσινες λύσεις. Αλλά και στην προμήθεια που διατηρεί την παραγωγή σε λειτουργία, ενώ παράλληλα ενισχύουμε την επέκταση της πράσινης, σταθερής ενέργειας».

Τέτοιες συζητήσεις δείχνουν ότι η ενεργειακή μετάβαση «είναι κάτι δύσκολο ακόμη και για τις χώρες που πρωτοστατούν», υπογραμμίζει στο Politico η Μπεθ Γουόκερ, ανώτερη σύμβουλος πολιτικής στο think tank E3G. Και αυτό είναι ένα δίλημμα που δεν αφορά μόνο τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Η πρόεδρος του Μεξικού, Κλαούντια Σάινμπαουμ, πρώην κλιματολόγος, άρει την αντίθεσή της στην υδραυλική ρωγμάτωση, μια αμφιλεγόμενη τεχνολογία εξόρυξης φυσικού αερίου γνωστή ως fracking, για να μειώσει την εξάρτηση της χώρας της από τις εισαγωγές των ΗΠΑ.

«Για πολλά χρόνια, εγώ η ίδια έλεγα όχι στην υδραυλική ρωγμάτωση. Αλλά όταν εξετάζω τις νέες τεχνολογίες και την κατάσταση της χώρας όσον αφορά την ενεργειακή εξάρτηση, το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι απλώς να πούμε όχι», δήλωσε η Sheinbaum την περασμένη εβδομάδα .

Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από πέντε χρόνια ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, προειδοποιούσε ότι δεν θα πρέπει να εγκριθούν νέα πεδία πετρελαίου και φυσικού αερίου εάν ο κόσμος θέλει να επιτύχει τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για περιορισμό της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας σε 1,5 βαθμό Κελσίου.

Οι χώρες δεν έλαβαν υπόψη την προειδοποίηση. Τουλάχιστον 180 νέα πεδία φυσικού αερίου και πετρελαίου εγκρίθηκαν μεταξύ 2021 και 2025, χωρίς να υπολογίζονται οι επεκτάσεις ή οι μέθοδοι όπως η υδραυλική ρωγμάτωση, δήλωσε ο Σκοτ ​​Ζίμερμαν, ο οποίος παρακολουθεί έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου για το Global Energy Monitor.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ, Guardian, Politico

Σχετικά Άρθρα