Ρουπακιώτης στο libre: Μια διεισδυτική “ανατομία” στις παθογένειες και την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας
✨Ο Αντώνης Ρουπακιώτης, με το νέο του βιβλίο, αναδεικνύει την κρίση αξιοπιστίας της ελληνικής δικαιοσύνης λόγω κυβερνητικών παρεμβάσεων και πολιτικών επιλογών.
✨Κριτικάροντας όλες τις κυβερνήσεις, επισημαίνει την αδράνεια στην αναθεώρηση των συνταγματικών άρθρων που επηρεάζουν τη δικαστική ανεξαρτησία και την αυξημένη κυβερνητική επιρροή.
✨Τονίζει τον υπερβολικό αριθμό αντιπροέδρων στα ανώτατα δικαστήρια ως μέσο κυβερνητικής επιρροής και προτείνει τον νομοθετικό περιορισμό τους για την ενίσχυση της δικαστικής αυτονομίας.
✨Προτείνει ρηξικέλευθες αλλαγές, όπως την άρση απαγόρευσης απεργιών και την πολιτική έκφραση δικαστών, υποστηρίζοντας ότι αυτές θα ενισχύσουν τη δημοκρατία και τον εκδημοκρατισμό.
Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου από τις εκδόσεις «Θεμέλιο», με τίτλο «Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας: Αλήθειες και Μύθοι», ο διακεκριμένος νομικός και πολιτικός Αντώνης Ρουπακιώτης καταθέτει έναν προβληματισμό για την κατάσταση της ελληνικής δικαιοσύνης. Έχοντας υπηρετήσει σε κορυφαίες θέσεις ευθύνης, όπως αυτή του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο κ. Ρουπακιώτης επιχειρεί μια «ανατομία» που αναδεικνύει τις αιτίες της φθίνουσας αξιοπιστίας του δικαστικού συστήματος στην Ελλάδα.
Ο συγγραφέας αναλύει πώς η μακρά παράδοση κυβερνητικών παρεμβάσεων και η συντηρητική πολιτική βούληση έχουν οδηγήσει σε μια ανισορροπία μεταξύ των τριών κρατικών εξουσιών. Ασκώντας κριτική σε όλο το πολιτικό φάσμα για την αδράνεια απέναντι σε ουσιαστικές συνταγματικές τομές, ο κ. Ρουπακιώτης στέκεται ιδιαίτερα:
- Στον τρόπο επιλογής της δικαστικής ηγεσίας από την εκάστοτε κυβέρνηση, που ευνοεί τις εξαρτήσεις.
- Στον ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό αντιπροέδρων στα ανώτατα δικαστήρια, τον οποίο αποδίδει σε «συντεχνιακή νοοτροπία».
- Στην ανάγκη εκδημοκρατισμού του σώματος μέσω ρηξικέλευθων αλλαγών, όπως η άρση της απαγόρευσης της απεργίας και η συμμετοχή μη δικαστικών παραγόντων στα όργανα επιλογής της ηγεσίας.
Με αιχμή τα πρόσφατα γεγονότα, όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών, ο Αντώνης Ρουπακιώτης προειδοποιεί ότι η δημοκρατία και η δικαιοσύνη «νοσούν επικίνδυνα», καλώντας σε μια ειλικρινή απαλλαγή από τον κομφορμισμό και την υποκρισία που, όπως υποστηρίζει, διαπερνούν το δικαστικό σώμα.
Συνέντευξη
–Κύριε Ρουπακιώτη, στο βιβλίο σας ασκείτε κριτική όχι μόνο στη Νέα Δημοκρατία για τις επιλογές του Συντάγματος του 1975, αλλά και στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ που δεν προχώρησαν σε τομές. Γιατί θεωρείτε ότι το πολιτικό σύστημα, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, φαίνεται να εμμένει σε ένα μοντέλο που ευνοεί τις εξαρτήσεις αντί να θωρακίζει τη δικαστική ανεξαρτησία;

Τα άρθρα του Συντάγματος 1975 για τη δικαστική εξουσία εξέφραζαν την ιδεολογία και την συντηρητική πολιτική βούληση του κόμματος της Ν.Δ., η οποία ήταν και η μόνη που το ψήφισε στο σύνολο, μετά την αποχώρηση της αντιπολίτευσης. Αναθεώρηση των άρθρων αυτών θα μπορούσε να γίνει, είτε κατά την περίοδο 1996-2004 (ΠΑΣΟΚ), είτε από 2004-2009 (Νέα Δημοκρατία). Κινητικότητα τέτοια δεν υπήρξε και πιστεύω, ότι η αδράνεια αυτή οφείλεται, τόσο στην διατήρηση, σε μικρότερο βέβαια βαθμό σε σύγκριση με το παρελθόν, των ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων, που είχαν κυριαρχήσει κατά την ψήφισή του, όσο και στη σταθερή επιλογή των κυβερνήσεων αυτών να τοποθετούν στις ανώτατες θέσεις της δικαστικής ηγεσίας πρόσωπα με πολιτικά κριτήρια, ή προσκείμενα σ’ αυτά.
Οι επόμενες κυβερνήσεις (Γ. Παπανδρέου, Α. Σαμαρά και Α. Τσίπρα) ούτε την πολιτική δύναμη είχαν, ούτε υπήρχαν κατάλληλες συνθήκες άσκησης εξουσίας, ώστε να προωθήσουν συνταγματική αναθεώρηση στο πεδίο της δικαστικής εξουσίας. Απόδειξη αποτελεί η αυστηρά περιορισμένη αναθεώρηση του 2018.
Έτσι με βάση τις ρυθμίσεις που ισχύουν οι κυβερνήσεις εισδύουν στο δικαστικό σώμα και πέραν των άλλων διευθετούν κατά την επιλογή τους μεγάλου κοινωνικού, οικονομικού, ή δικαιοπολιτικού ενδιαφέροντος (ή και συγκρούσεων) υποθέσεις, όπως καταγράφεται στο βιβλίο σε σχετικές μαρτυρίες – με βαρείς χαρακτηρισμούς –ανωτάτων και ανωτέρων δικαστών.
Στο βιβλίο απομακρύνομαι από την επίκληση της εκτελεστικής εξουσίας ως παρεμβατικής στο εσωτερικό του δικαστικού συστήματος και αναφέρομαι στην κυβερνητική εξουσία, τονίζοντας εμφατικά «ανάλογα με το ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα της». Τα γεγονότα ως προς αυτό κατά το πρόσφατο παρελθόν αλλά και το παρόν είναι «ιδιαιτέρως ομιλητικά».
–Επισημαίνετε ότι η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους αριθμούς Αντιπροέδρων στα ανώτατα δικαστήρια παγκοσμίως, κάνοντας λόγο για «πρακτικές ευθείας συναλλαγής». Με ποιον τρόπο ο νομοθετικός περιορισμός αυτών των θέσεων θα μπορούσε να περιορίσει την επιδίωξη ανωτάτων δικαστών για θέσεις εξουσίας και την κυβερνητική παρέμβαση;
Οι αντιπρόεδροι, όπως και οι Πρόεδροι, ο Εισαγγελέας Α.Π. και οι Επίτροποι των Διοικητικών Δικαστηρίων, τοποθετούνται – ας αφήσουμε τα περί δήθεν προαγωγής – από την κυβέρνηση. Έτσι και μέσω αυτών επιδιώκεται και επιτυγχάνεται κατά κανόνα η αποδοχή της βούλησης της κυβέρνησης. Ταυτόχρονα, ο ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός αντιπροέδρων αναδεικνύει και τη συντεχνιακή νοοτροπία που επικρατεί στο δικαστικό σώμα, να ικανοποιείται, δηλαδή, με τοποθετήσεις σε υψηλές θέσεις της δικαστικής ιεραρχίας.
Ο αριθμός των αντιπροέδρων ορίζεται με νόμο, κατά συνέπεια με νόμο είναι εφικτός – και επιβεβλημένος βέβαια – ο περιορισμός τους για το μέλλον.
–Προτείνετε ρηξικέλευθες αλλαγές, όπως η άρση της απαγόρευσης της απεργίας και η δυνατότητα των δικαστών να εκφράζουν πολιτικές απόψεις εκτός υπηρεσίας. Πώς απαντάτε στον φόβο ή στις επιφυλάξεις, ότι τέτοιες ρυθμίσεις μπορεί να οδηγήσουν σε «κομματικοποίηση» του δικαστικού σώματος αντί για τον επιδιωκόμενο εκδημοκρατισμό;
Για το ότι υπάρχει σταθερή αναφορά των δικαστών – εννοούμε και εισαγγελέων – σε πολιτικές ιδεολογίες, είναι κοινώς γνωστό, το καταγράφουν οι ίδιοι οι δικαστές στο βιβλίο μου, είναι δε χαρακτηριστική και η σχετική δήλωση της πρώην Π.τ.Δ. και του Σ.τ.Ε. Κατ. Σακελλαροπούλου, ότι και μόνο με την διατύπωση της γνώμης του δικαστή κατά τη διάσκεψη έκδοσης αποφάσεων γίνεται αντιληπτή και η θεσμοϊδεολογική αναφορά του.
Κατά το άλλα μπορεί κάθε αρχή στις θεσμικές αλλαγές να είναι δύσκολη, η αναγκαιότητα όμως επιβάλλει να απαλλαγούμε από τον κομφορμισμό και την κεκαλυμμένη υποκριτική κατάσταση, που επικρατεί στο δικαστικό σώμα.
Ας προβληματιστούμε: Γιατί σε όλες τις αποκαλούμενες ευρωπαϊκές χώρες της Δύσης – προσθέτω και χώρες του ανατολικού μπλοκ – από δεκαετιών -κυρίως στις πρώτες- ορίζεται στο Σύνταγμά τους το δικαίωμα των δικαστών να έχουν το δικαίωμα της απεργίας, της συμμετοχής σε κοινωνικές οργανώσεις, ακόμη δε να υπερασπίζονται τις πολιτικές απόψεις τους – σε πολλές χώρες μάλιστα να συμμετέχουν σε εκλογικές διαδικασίες – και μόνο στην Ελλάδα, το λεγόμενο «λίκνο» και άλλα παρόμοια, να μένουν εγκλεισμένοι οι δικαστές στη συντήρηση και την υποκρισία;
–Αναφέρεστε στα ευρωπαϊκά πρότυπα που προβλέπουν τη συμμετοχή θεσμικών, μη δικαστικών παραγόντων στα όργανα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Πώς θα μπορούσε αυτή η διεύρυνση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου να σπάσει τον κλειστό κύκλο των ενδοδικαστικών πιέσεων και να ενισχύσει την αξιοπιστία των αποφάσεων;

Στο Συμβούλιο κάθε ανώτατου δικαστηρίου (Α.Δ.Σ.) προεδρεύει ο Πρόεδρος του, που ορίζει η κυβέρνηση, ο Εισαγγελέας του Α.Π., ή ο Επίτροπος στα Διοικητικά Δικαστήρια, τους οποίους ορίζει η κυβέρνηση, άλλα μέλη με κλήρωση μεταξύ ανωτάτων δικαστών, που ανήλθαν την ιεραρχία – σε μεγάλο βαθμό – με κριτήρια κάθε άλλο παρά αξιακά.
Έτσι με δεδομένο, ότι το Α.Δ.Σ. αποφασίζει για τα πάντα ως προς τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, την πορεία και την εξέλιξη των δικαστών, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες παραβίασης της εσωτερικής ανεξαρτησίας στο σύστημα, αλλά και της εξωτερικής, εφόσον η κυβέρνηση, όταν βασική πολιτική της είναι να επεμβαίνει, μπορεί να έχει το πάνω χέρι, όπου και όταν θέλει μέσω των δικαστών που τοποθετεί.
–Υποστηρίζετε ότι η τρέχουσα περίοδος διακυβέρνησης αποτελεί τη «χειρότερη περίοδο επέμβασης και διείσδυσης στο δικαστικό σύστημα». Ποια είναι εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ή τα συγκεκριμένα παραδείγματα που καθιστούν τη σημερινή κατάσταση πιο απειλητική για το κράτος δικαίου σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες;
Υπάρχει σωρεία στοιχείων. Αρκεί μόνη η αναφορά του «μεγαλύτερου δικαιοπολιτικού σκανδάλου των υποκλοπών» μετά το 1974 (Π. Μανδραβέλης, Καθημερινή), κατά την εξέλιξη του οποίου εφθάρηκαν επικίνδυνα και οι τρεις εξουσίες: Η Κοινοβουλευτική με τις αναξιόπιστες κοινοβουλευτικές επιτροπές αναζήτησης, υποτίθεται, υπαιτίων πολιτικών προσώπων. Η αρμόδια επιτροπή τοποθέτησης μελών στην ΑΔΑΕ, η οποία, αντί του απαιτούμενου ποσοστού 3/5, αρκέστηκε στο 2,75. Η Διοικητική –κυβερνητική με την εντολή στην ΕΥΠ να ελέγχει «τους πάντες» – με την χωρίς ενδοιασμό προσφορά της αρμόδιας εισαγγελέως να θεωρεί νόμιμο τεράστιο αριθμό παρακολουθήσεων. Η άρνηση της ΕΥΠ – που κανοναρχείται από τον Πρωθυπουργό – να εφαρμόσει ακόμη και απόφαση του Σ.τ.Ε. στην περίπτωση του Ν. Ανδρουλάκη. Τέλος, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου έπραξε ό,τι μπορούσε – και με τους τρεις στη σειρά εισαγγελείς – για να εξαερώσει το σκάνδαλο των υποκλοπών προς αποφυγήν αναζήτησης ευθυνών σε οικεία προς την κυβέρνηση πρόσωπα. Η τελευταία ενέργεια του σημερινού εισαγγελέα να «ποντίσει» εκ νέου την υπόθεση δηλοί πολλά.
Ας αφήσουμε τα προσχήματα. Η δημοκρατία και η «δικαιοσύνη» νοσούν επικίνδυνα.