Μίλτος Ζαμπάρας/Ενεργειακός καιροσκοπισμός χωρίς σχέδιο: Η χώρα ανάμεσα σε αντιφάσεις, εξαρτήσεις και χαμένες ευκαιρίες
✨Η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης χαρακτηρίζεται από έλλειψη συνεκτικού σχεδίου, με συνεχείς αλλαγές προσανατολισμού και χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα.
✨Η απολιγνιτοποίηση και η ανάπτυξη των ΑΠΕ έγιναν χωρίς ολοκληρωμένο σχεδιασμό, αυξάνοντας την εξάρτηση από εισαγόμενο φυσικό αέριο και χάνοντας σημαντικές ποσότητες πράσινης ενέργειας.
✨Η στροφή στο εισαγόμενο LNG και η επανεκκίνηση των ερευνών για υδρογονάνθρακες δεν μειώνουν την ενεργειακή εξάρτηση, ενώ εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για το δημόσιο συμφέρον και το περιβάλλον.
✨Η πολιτική αλλαγή αφήγηματος ανάλογα με τη συγκυρία υπονομεύει μια σταθερή ενεργειακή στρατηγική, δημιουργώντας ενεργειακό καιροσκοπισμό χωρίς στρατηγικό βάθος και βιωσιμότητα.
Τα τελευταία χρόνια η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης δεν συγκροτεί μια συνεκτική εθνική στρατηγική με σαφή προσανατολισμό, στόχους και χρονικό ορίζοντα. Αντίθετα, μοιάζει να μετακινείται διαρκώς από επιλογή σε επιλογή, από αφήγημα σε αφήγημα, χωρίς συνέχεια και χωρίς σχέδιο. Από τη βίαιη και χωρίς επαρκή προετοιμασία απολιγνιτοποίηση των πρώτων χρόνων διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, στην άναρχη και χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό ανάπτυξη των ΑΠΕ, στη συνέχεια στη στροφή προς το εισαγόμενο και πανάκριβο LNG, και σήμερα στην επικοινωνιακή επαναφορά των υδρογονανθράκων, η χώρα φαίνεται να κινείται χωρίς σταθερή ενεργειακή πυξίδα. Το αποτέλεσμα είναι ένα ενεργειακό μίγμα που δεν ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια, δεν μειώνει ουσιαστικά το κόστος για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις και δεν διασφαλίζει ένα βιώσιμο παραγωγικό μέλλον.
Toυ Μίλτου Ζαμπάρα, βουλευτή Αιτωλοακαρνανίας, Τομεάρχη Περιβάλλοντος και Ενέργειας ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Η απολιγνιτοποίηση, η οποία παρουσιάστηκε ως μια τολμηρή περιβαλλοντική επιλογή, υλοποιήθηκε χωρίς να υπάρχει προηγουμένως ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αντικατάστασης της λιγνιτικής παραγωγής με επαρκείς υποδομές και χωρίς ένα συνεκτικό πρόγραμμα στήριξης των τοπικών κοινωνιών που επηρεάστηκαν δραματικά από αυτή τη μετάβαση. Αντί να μειωθεί η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα καύσιμα, αυξήθηκε η εξάρτηση από το φυσικό αέριο, το οποίο έφτασε τα τελευταία χρόνια να καλύπτει πάνω από το 40% της ηλεκτροπαραγωγής. Έτσι, μια επιλογή που παρουσιάστηκε ως πράσινη μεταρρύθμιση κατέληξε να ενισχύσει μια νέα μορφή ενεργειακής εξάρτησης.
Παράλληλα, η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας προχώρησε με γρήγορους ρυθμούς, αλλά χωρίς σοβαρό σχεδιασμό που θα εξασφάλιζε ότι η παραγόμενη ενέργεια μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως από την κοινωνία. Το 2025 απορρίφθηκαν περίπου 1.867 GWh πράσινης ενέργειας, ενώ μόνο στο πρώτο πεντάμηνο της ίδιας χρονιάς χάθηκαν περίπου 975 GWh. Πρόκειται για ένα παράδοξο φαινόμενο: μια χώρα που επενδύει στις ΑΠΕ, αλλά δεν μπορεί να αξιοποιήσει την ενέργεια που παράγει. Και μάλιστα ο πολίτης να την πληρώνει πανάκριβα. Αυτό δεν συνιστά πράσινη μετάβαση με στρατηγικό βάθος, αλλά πολιτική εξυπηρέτησης συμφερόντων εις βάρος του περιβαλλοντος, των τοπικών κοινωνιών και οικονομιών.
Την ίδια στιγμή, η επιλογή της κυβέρνησης να στηρίξει την ενεργειακή επάρκεια της χώρας σε μεγάλο βαθμό στο εισαγόμενο LNG, κυρίως αμερικανικής προέλευσης, ενίσχυσε περαιτέρω την ενεργειακή εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από διεθνείς αγορές με υψηλή μεταβλητότητα τιμών. Αντί να διαμορφωθεί ένα μοντέλο ενεργειακής αυτονομίας με αξιοποίηση των εγχώριων δυνατοτήτων και μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα, η χώρα οδηγήθηκε σε ένα μοντέλο ενεργειακής αστάθειας, στο οποίο το κόστος μετακυλίεται τελικά στους πολίτες και στις επιχειρήσεις.
Σήμερα, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως μεγάλη εθνική επιτυχία την επανεκκίνηση των ερευνών για υδρογονάνθρακες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμφωνία με τη Chevron. Ωστόσο, ακόμη και με βάση τα πιο αισιόδοξα σενάρια, οι πρώτες δοκιμαστικές γεωτρήσεις δεν αναμένονται πριν από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Εδώ και επτά χρόνια οι εξορύξεις παρουσιάζονται ως άμεση προοπτική ανάπτυξης, αλλά στην πράξη παραμένουν στο επίπεδο των εξαγγελιών. Είναι εύλογο, επομένως, να τίθεται το ερώτημα αν πρόκειται για πραγματική ενεργειακή στρατηγική ή για ένα επικοινωνιακό εργαλείο πολιτικής διαχείρισης.
Ακόμη όμως και αν θεωρήσουμε ότι οι έρευνες αυτές θα προχωρήσουν, η ίδια η σύμβαση με τη Chevron δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς το κατά πόσο διασφαλίζει επαρκώς το δημόσιο και εθνικό συμφέρον. Η αλλαγή στο υποχρεωτικό βάθος γεώτρησης, το οποίο μειώθηκε στα 800 μέτρα, προκάλεσε εύλογες επιφυλάξεις ακόμη και από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Τα οικονομικά οφέλη για το ελληνικό Δημόσιο εμφανίζονται σημαντικά μικρότερα από αυτά που παρουσιάζονται στη δημόσια συζήτηση, καθώς για μεγάλο χρονικό διάστημα το Δημόσιο ενδέχεται να περιοριστεί σε ποσοστά της τάξης του 4% έως 6% επί της παραγωγής, ενώ παράλληλα προβλέπεται ειδικό φορολογικό καθεστώς για τον επενδυτή. Επιπλέον, η μείωση της συμμετοχής του Δημοσίου στα Ελληνικά Πετρέλαια τα προηγούμενα χρόνια περιορίζει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής της χώρας στην αξιοποίηση πιθανών κοιτασμάτων. Επίσης, το επίμαχο άρθρο 30 σχετίζεται με δυνητικές εκχωρήσεις των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Τέλος, πολύ κρίσιμα είναι μείζονα είναι τα ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας και πρόληψης ατυχημάτων που παραμένουν παραμένουν χωρίς σαφείς εγγυήσεις, ειδικά όταν μιλάμε για περιοχές υψηλής περιβαλλοντικής και οικονομικής σημασίας, όπως είναι οι θαλάσσιες ζώνες της χώρας.
Αυτό που αναδεικνύεται μέσα από αυτή τη διαδρομή των τελευταίων ετών δεν είναι μια σταθερή εθνική ενεργειακή στρατηγική, αλλά μια πολιτική που αλλάζει αφήγημα ανάλογα με τη συγκυρία. Όταν επιδιώκει να εμφανιστεί ως σύγχρονη και περιβαλλοντικά ευαίσθητη, η κυβέρνηση μιλά για πράσινη μετάβαση και απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Όταν επιδιώκει να εμφανιστεί ως παράγοντας γεωπολιτικής ισχύος, επαναφέρει στο προσκήνιο τους υδρογονάνθρακες. Και όταν τα προηγούμενα αφηγήματα δεν επαρκούν, ανοίγει ακόμη και τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια. Πρόκειται για μια πολιτική που δεν υπηρετεί ένα συνεκτικό ενεργειακό σχέδιο με βάθος και συνέχεια, αλλά επιβεβαιώνει έναν επικίνδυνο ενεργειακό καιροσκοπισμό.
Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί αναγκαιότητα για όλες τις σύγχρονες κοινωνίες. Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι αν θα γίνει, αλλά με ποιους όρους και προς όφελος ποιων. Η ενέργεια αποτελεί κρίσιμο αγαθό για την ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την οικονομική πρόοδο και η μετάβαση σε ένα νέο ενεργειακό μοντέλο οφείλει να υπηρετεί ταυτόχρονα τρεις βασικούς στόχους: την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας και την ενεργειακή προσιτότητα για όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
Για να επιτευχθεί μια ενεργειακή μετάβαση προς όφελος της κοινωνίας απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα συνδέει την ενεργειακή πολιτική με την κλιματική στρατηγική της χώρας και θα δίνει έμφαση στην ανάπτυξη τεχνολογιών με όρους χωροταξικής ισορροπίας και κοινωνικής αποδοχής. Απαιτείται επίσης ουσιαστική στήριξη της αυτοπαραγωγής καθώς και αποφασιστικές επενδύσεις στην ενεργειακή εξοικονόμηση. Παράλληλα, είναι αναγκαία μια ρεαλιστική μεταβατική στρατηγική που θα αντιμετωπίζει τις κοινωνικές επιπτώσεις της μετάβασης, θα στηρίζει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και θα αξιοποιεί αποτελεσματικά τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης για έργα υποδομών και ενεργειακής ανθεκτικότητας. Η ανάπτυξη εγχώριας τεχνογνωσίας μέσα από τη συνεργασία πανεπιστημίων, δημόσιων φορέων και επιχειρήσεων αποτελεί επίσης κρίσιμο στοιχείο για να αποφευχθεί μια νέα μορφή ενεργειακής εξάρτησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του Δημοσίου δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν παθητικό ρυθμιστή της αγοράς. Η ενέργεια αποτελεί στρατηγικό τομέα εθνικής σημασίας και απαιτεί έναν ισχυρό δημόσιο πυλώνα σχεδιασμού και υλοποίησης πολιτικών. Η επαναφορά της ΔΕΗ σε ουσιαστικό δημόσιο ρόλο μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο εργαλείο για την ενεργειακή ασφάλεια και τη στήριξη της κοινωνίας.
Η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα απάντηση στην κλιματική κρίση και εργαλείο αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας. Αυτό όμως προϋποθέτει στρατηγική συνέπεια, κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτική βούληση ώστε η ενέργεια να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης προς όφελος των πολλών και όχι πεδίο συγκέντρωσης ισχύος και κερδών για τους λίγους. Η ενέργεια δεν μπορεί να προβάλεται ως ουδέτερη τεχνική επιλογή. Είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή με σαφές κοινωνικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα.