Γαρυφαλλιά Σελίμη/Τα μεγάλα ενεργειακά έργα και το κλιματικό τους αποτύπωμα: Η Ελλάδα στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης

 Γαρυφαλλιά Σελίμη/Τα μεγάλα ενεργειακά έργα και το κλιματικό τους αποτύπωμα: Η Ελλάδα στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης
💡 AI Summary by Libre

Η ενέργεια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανάπτυξης και γεωπολιτικής ισχύος, με έμφαση πλέον στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα και κλιματική ανθεκτικότητα των έργων.

Η Ελλάδα αναδεικνύεται σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο με υποδομές φυσικού αερίου και διασυνδέσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η χρήση φυσικού αερίου ως μεταβατικού καυσίμου πρέπει να εναρμονίζεται με την απανθρακοποίηση, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία.

Η ανάπτυξη ΑΠΕ, η αξιοποίηση βιομάζας και η τεχνολογία δέσμευσης άνθρακα ενισχύουν την ενεργειακή αυτονομία της Ελλάδας και την καθιστούν παραγωγό πράσινης ενέργειας.

Η ενέργεια υπήρξε διαχρονικά βασικός παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης και γεωπολιτικής ισχύος. Σήμερα, όμως, η σημασία των ενεργειακών έργων δεν καθορίζεται μόνο από την ικανότητά τους να εξασφαλίζουν επάρκεια και ανταγωνιστικές τιμές, αλλά και από το κλιματικό τους αποτύπωμα σε συνδυασμό με την κλιματική τους ανθεκτικότητα. Σε μια εποχή όπου η κλιματική αλλαγή βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των ενεργειακών επενδύσεων αποτελεί πλέον κρίσιμο στοιχείο στρατηγικής σημασίας και κριτήριο επιλεξιμότητάς τους για πράσινες χρηματοδοτήσεις. 

Της Γαρυφαλλιάς (Φαίης) Σελίμη*

image002
Γαρυφαλλιά (Φαίη) Σελίμη, PhD©, MScΑναπληρώτρια Διευθύντρια του Ινστιτούτου Κυκλικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλίματος του EPLO

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους για την ενεργειακή μετάβαση, με κεντρικό ορίζοντα την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Η πορεία προς αυτόν το στόχο απαιτεί βαθιές μεταβολές στον τρόπο με τον οποίο παράγεται και καταναλώνεται η ενέργεια. Ως αποτέλεσμα, κάθε νέο ενεργειακό έργο, είτε πρόκειται για υποδομές φυσικού αερίου είτε για εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών είτε για αγωγούς μεταφοράς ενέργειας ή αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα, αξιολογείται πλέον και με βάση τη συμβολή του στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ανάπτυξη κρίσιμων ενεργειακών υποδομών ενισχύει τόσο την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής όσο και τον γεωπολιτικό ρόλο της χώρας αλλά και το ρόλο της ως εν εξελίξει πράσινου ενεργειακού κόμβου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι νέες υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου, όπως ο πλωτός σταθμός επαναεριοποίησης FSRU στην Αλεξανδρούπολη, καθώς και ο διασυνδετήριος αγωγός φυσικού αερίου Ελλάδας-Βουλγαρίας (IGB) – και η επέκτασή του – που θα χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά LNG/CNG από τις ΗΠΑ στο πλαίσιο κάθετου ενεργειακού άξονα που θα εξυπηρετεί και την Ουκρανία και που συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας ενέργειας για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. 

Παράλληλα, προχωρούν μεγάλα έργα ενεργειακών διασυνδέσεων και αποθήκευσης ενέργειας, που ενισχύουν τη συνεργασία μεταξύ χωρών της Ανατολικής Μεσογείου. Το έργο GREGY, που προβλέπει τη μεταφορά πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας από την Αίγυπτο προς την Ελλάδα και την Ευρώπη, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας γενιάς ενεργειακών υποδομών που συνδέουν την ενεργειακή ασφάλεια με την κλιματική μετάβαση. Αντίστοιχα, ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία έχει και η σχεδιαζόμενη ηλεκτρική διασύνδεση Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας (Great Sea Interconnector), η οποία θα δημιουργήσει έναν νέο ενεργειακό διάδρομο ηλεκτρικής ενέργειας – πράσινης σε μεγάλο βαθμό – στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύοντας τη σταθερότητα και την ενεργειακή συνεργασία στην περιοχή.

Ωστόσο, η γεωπολιτική σημασία των ενεργειακών έργων συνδέεται πλέον άμεσα με την κλιματική τους διάσταση. Το φυσικό αέριο, θεωρείται  «καύσιμο μετάβασης», καθώς η χρήση του παράγει χαμηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε σύγκριση με τον άνθρακα ή τον λιγνίτη. Για το λόγο αυτόν, πολλές ευρωπαϊκές χώρες το αξιοποίησαν ως ενδιάμεση λύση κατά τη διαδικασία απεξάρτησης από πιο ρυπογόνα καύσιμα.

Ωστόσο, το φυσικό αέριο παραμένει ορυκτό καύσιμο και η μακροχρόνια εξάρτηση από αυτό μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες λόγω εκπομπών μεθανίου κατά την εξόρυξη και τη μεταφορά του, που μειώνουν σημαντικά τα περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα που έχει το καύσιμο αυτό. Συνεπώς, η ανάπτυξη νέων υποδομών φυσικού αερίου θα πρέπει να εντάσσεται σε μια στρατηγική που δεν θα υπονομεύει την πορεία προς την απανθρακοποίηση των ενεργειακών συστημάτων. Το ίδιο ισχύει και για τα σημαντικά έργα έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων στις θαλάσσιες ζώνες της χώρας, που στο πλαίσιο της νέας υπό διαμόρφωση τάξης πραγμάτων δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην ενεργειακή αυτάρκεια σε σχέση με το περιβαλλοντικό και ενεργειακό τους αποτύπωμα. Ωστόσο,  είναι σημαντικό και τα έργα αυτά να γίνουν με τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες που θα μειώσουν το περιβαλλοντικό και κλιματικό τους αποτύπωμα και θα τα καταστήσουν ανθεκτικά στην κλιματική κρίση. 

Σε κάθε πάντως περίπτωση, προτεραιότητα θα πρέπει να δίνεται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία και που η συμμετοχή τους στο ενεργειακό μείγμα της χώρας αυξάνεται συνεχώς, ακόμη και με υπεράκτια έργα ή έργα σε βραχονησίδες που τις θωρακίζουν και γεωπολιτικά. Παράλληλα, η αξιοποίηση των ΑΠΕ μειώνει την εξάρτηση από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους και ενισχύει την ενεργειακή αυτονομία της Χώρας. 

Η Ελλάδα διαθέτει ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες για την περαιτέρω ανάπτυξη ΑΠΕ, κυρίως λόγω του υψηλού ηλιακού και αιολικού δυναμικού της και της δυνατότητας παραγωγής πράσινου υδρογόνου. Σημαντική είναι επίσης και η αξιοποίηση της βιομάζας της Χώρας και η προώθηση της παραγωγής εναλλακτικών καυσίμων για τη ναυτιλία και την αεροπλοΐα.

Η αξιοποίηση όλων αυτών των πόρων μπορεί να μετατρέψει τη χώρα σε σημαντικό παραγωγό και εξαγωγέα πράσινης ενέργειας στην ευρύτερη περιοχή. Οι νέες ηλεκτρικές διασυνδέσεις με τα Βαλκάνια, την Κεντρική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν προοπτικές για τη μεταφορά καθαρής ενέργειας πέρα από τα εθνικά σύνορα. Σημαντική στο πλαίσιο αυτό είναι και η αναβάθμιση και επέκταση του δικτύου καθώς και οι υποδομές αποθήκευσης ενέργειας που πρέπει κατά προτεραιότητα να δρομολογηθούν.

Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν και οι τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (Carbon Capture and Storage – CCS), οι οποίες μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη μείωση των εκπομπών σε τομείς όπου η πλήρης απανθρακοποίηση είναι πιο δύσκολη, όπως η βαριά βιομηχανία. Στην Ελλάδα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα στον Πρίνο. Το έργο αυτό φιλοδοξεί να αποτελέσει την πρώτη μεγάλη υποδομή αποθήκευσης CO₂ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αξιοποιώντας τα εξαντλημένα κοιτάσματα φυσικού αερίου της περιοχής. Η υλοποίησή του αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στη μείωση των βιομηχανικών εκπομπών και ταυτόχρονα τοποθετεί την Ελλάδα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες που επενδύουν σε καινοτόμες τεχνολογίες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Στο νέο ενεργειακό περιβάλλον που διαμορφώνεται διεθνώς, η αξιολόγηση των ενεργειακών έργων δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε οικονομικά ή γεωπολιτικά κριτήρια. Το κλιματικό αποτύπωμα των επενδύσεων καθώς και η κλιματική τους ανθεκτικότητα αποτελούν πλέον βασικό δείκτη βιωσιμότητας και στρατηγικής ορθότητας. Με άλλα λόγια, η ενεργειακή ισχύς μιας χώρας δεν θα μετριέται μόνο από την πρόσβασή της σε ενεργειακούς πόρους, αλλά και από την ικανότητά της να παράγει ενέργεια με τρόπο συμβατό με τους στόχους της κλιματικής μετάβασης μέσω έργων που είναι ανθεκτικά στην κλιματική αλλαγή, προϋπόθεση για τη χρηματοδότησή τους σύμφωνα με τον Κανονισμό της ΕΕ για την Ταξινομία (EU Taxonomy).

Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, οι χώρες που θα καταφέρουν να συνδυάσουν την ενεργειακή ασφάλεια με τη μείωση των εκπομπών και την κλιματική ανθεκτικότητα θα αποκτήσουν σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Για την Ελλάδα, η πρόκληση αλλά και η ευκαιρία είναι σαφής: να αξιοποιήσει περαιτέρω τη γεωγραφική της θέση και το ενεργειακό της δυναμικό ώστε να εμπεδώσει το ρόλο της ως ενεργειακός κόμβος, αλλά και κόμβος πράσινης ενέργειας στην ευρύτερη περιοχή.

*Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Ινστιτούτου Κυκλικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλίματος του EPLO

Εκπρόσωπος του EPLO στην Σύμβαση Espoo και το πρωτόκολλο SEA της UNECE και στη UNEP-MAP/Barcelona Convention

Expert του Euro-Mediterranean Economist Association (EMEA)

Co-Founder του Circular Gaia Symbosium

Σχετικά Άρθρα