Ρίτσαρντ Χάας: Ποιοί κερδίζουν και ποιοί χάνουν (έως τώρα) στον πόλεμο με το Ιράν
✨Η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ανέδειξε απρόσμενους κερδισμένους όπως Ρωσία και Κίνα, που ενίσχυσαν τη γεωπολιτική τους επιρροή παγκοσμίως.
✨Οι χώρες του Κόλπου έγιναν πιο ευάλωτες λόγω της ενίσχυσης του Ιράν και της στρατηγικής σημασίας του Στενού του Ορμούζ, πλήττοντας την οικονομική τους σταθερότητα.
✨Ο ιρανικός λαός υπέστη σημαντικές απώλειες, ενώ το καθεστώς ενισχύθηκε πολιτικά, περιορίζοντας τις προοπτικές οικονομικής βελτίωσης και πολιτικών ελευθεριών.
✨Η σύγκρουση αποδυνάμωσε τη δυτική επιρροή, ενώ ΗΠΑ, Ιράν και Ισραήλ είχαν μικτά αποτελέσματα, με τις ΗΠΑ να αντιμετωπίζουν εσωτερικές και γεωπολιτικές προκλήσεις.
Η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν επιτρέπει μια πρώτη αποτίμηση των γεωπολιτικών συνεπειών ενός πολέμου που δεν έχει καταλήξει σε καθαρή νίκη για κανέναν από τους βασικούς εμπλεκόμενους. Αντίθετα, ανέδειξε απρόσμενους ωφελημένους και πολλαπλούς χαμένους, μεταβάλλοντας τις ισορροπίες ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο, γράφει ο έμπειρος Αμερικανος διπλωμάτων Ρίτσαρντ Χάας (επικεφαλής επί 25 χρόνια του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής των ΗΠΑ και σύμβουλος προέδρων) στο Project Syndicate (απόδοση από το KREPORT).
Και συνεχίζει:
Μεγαλύτεροι κερδισμένοι αναδεικνύονται η Ρωσία και η Κίνα.
Η Ρωσία επωφελήθηκε άμεσα από την άνοδο των τιμών ενέργειας, ενισχύοντας τα έσοδά της, ενώ παράλληλα αποδυναμώθηκε η δυτική συνοχή και η στήριξη προς την Ουκρανία. Ταυτόχρονα, η ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης και η πίεση στο ΝΑΤΟ εξυπηρετούν στρατηγικούς στόχους της Μόσχας. Η Κίνα, πάλι, επωφελείται από τη μετατόπιση της αμερικανικής προσοχής στη Μέση Ανατολή, μειώνοντας την πίεση στην Ασία και ενισχύοντας τη διπλωματική της επιρροή στην περιοχή.
Στον αντίποδα, οι χώρες του Κόλπου —όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα— εμφανίζονται πιο ευάλωτες. Η ενίσχυση της επιρροής του Ιράν και η ανάδειξη της στρατηγικής σημασίας του Στενό του Ορμούζ τις φέρνει αντιμέτωπες με αυξημένους κινδύνους, πλήττοντας το μοντέλο ανάπτυξής τους που βασίζεται στη σταθερότητα και τις επενδύσεις.
Ιδιαίτερη κατηγορία «χαμένων» αποτελεί ο ιρανικός λαός. Παρά τις απώλειες σε υποδομές και ανθρώπινες ζωές, το καθεστώς όχι μόνο δεν αποδυναμώθηκε, αλλά φαίνεται να ενισχύθηκε πολιτικά, με πιο σκληροπυρηνικά στοιχεία στην εξουσία και περιορισμένες προοπτικές για οικονομική βελτίωση ή πολιτικές ελευθερίες.
Οι βασικοί πρωταγωνιστές —ΗΠΑ, Ιράν και Ισραήλ— παρουσιάζουν μικτά αποτελέσματα.
Το Ιράν υπέστη σοβαρές στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες, αλλά ταυτόχρονα έδειξε ανθεκτικότητα, διατηρώντας επιρροή στην περιοχή και ενισχύοντας τον ρόλο του στον έλεγχο κρίσιμων ενεργειακών διαδρομών.
Το Ισραήλ πέτυχε μερική αποδυνάμωση των ιρανικών δυνατοτήτων, αλλά δεν πέτυχε στρατηγικούς στόχους όπως η αλλαγή καθεστώτος ή η πλήρης εξουδετέρωση των περιφερειακών δικτύων της Τεχεράνης.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η εικόνα είναι ιδιαίτερα προβληματική. Παρά τα τακτικά στρατιωτικά επιτεύγματα, οι βασικοί στόχοι —καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος και πολιτική ανατροπή στο Ιράν— δεν επιτεύχθηκαν. Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, οικονομικούς πόρους και στρατιωτικά αποθέματα υπήρξε σημαντικό, ενώ η αξιοπιστία της Ουάσινγκτον υπέστη πλήγμα λόγω μονομερών ενεργειών και αμφιλεγόμενης ηγεσίας του Ντόναλντ Τραμπ.
Επιπλέον, οι εσωτερικές συνέπειες στις ΗΠΑ είναι εμφανείς: Αυξημένες τιμές καυσίμων, πιέσεις στην οικονομία και πολιτική πόλωση. Η αίσθηση ότι πρόκειται για «πόλεμο επιλογής» και όχι αναγκαιότητας ενισχύει την κριτική για στρατηγικό λάθος.
Η εκεχειρία προσφέρει μια προσωρινή ανάπαυλα, αλλά δεν αναιρεί το βασικό συμπέρασμα: Η σύγκρουση αποδυνάμωσε τη δυτική επιρροή και ενίσχυσε την αβεβαιότητα σε μια ήδη εύθραυστη παγκόσμια τάξη.