Γεροτζιάφας στο libre: Όταν οι πολιτικές υγείας έχουν χαρακτηριστικά real estate, τότε δεν υπάρχει καν βάση σοβαρής συζήτησης
✨Ο καθηγητής Γρηγόρης Γεροτζιάφας τονίζει ότι ο Covid εξακολουθεί να υπάρχει και ο μαζικός εμβολιασμός με mRNA εμβόλια παραμένει απαραίτητος για την προστασία.
✨Η υποχρηματοδότηση και ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ συνεχίζεται παρά την πανδημία, ενώ η Ελλάδα δαπανά λιγότερο για τη δημόσια υγεία σε σχέση με την Ευρώπη.
✨Το Long COVID επηρεάζει περίπου το 36% των ασθενών και επιφέρει σοβαρές οικονομικές και υγειονομικές επιπτώσεις παγκοσμίως, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας.
✨Ο εμβολιασμός θεωρείται κοινωνικό δικαίωμα και μέσο κοινωνικής δικαιοσύνης, και η δυσπιστία προς αυτόν πηγάζει από λάθη και κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς υγείας.
O καθηγητής Αιματολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Γρηγόρης Γεροτζιάφας μιλά στο libre για τον Covid που είναι ακόμα ανάμεσά μας, τα εμβόλια mRNA, το ΕΣΥ και την κατάστασή του και για το αν επέστρεφε κάποια στιγμή για να δουλέψει και να ζήσει μόνιμα στην Ελλάδα.
Συνέντευξη
–Οι περισσότεροι από μας αντιμετωπίζουμε την πανδημία ως μία μακρινή ανάμνηση. Φαίνεται όμως ότι ο Covid υπάρχει ακόμη ανάμεσά μας. Ποια είναι τα δεδομένα; Είναι σημαντικό να συνεχίσουμε να εμβολιαζόμαστε;

Είναι όντως μακρινή ανάμνηση, με την έννοια ότι η ανθρωπότητα πέρασε μια επώδυνη περιπέτεια που κόστισε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων — περισσότερα από 7 εκατομμύρια παγκοσμίως — ενώ εκατοντάδες εκατομμύρια νόσησαν, με σημαντικό αριθμό να εμφανίζει σοβαρή νόσο. Ήταν μια περίοδος που μας ανάγκασε να αλλάξουμε δραματικά την καθημερινότητά μας και να αναμετρηθούμε με τα όρια των συστημάτων υγείας.
Και όμως, χάρη στην επιστήμη, μέσα σε ελάχιστους μήνες από την εμφάνιση ενός νέου ιού και μιας νέας νόσου του COVID-19, καταφέραμε να αναπτύξουμε αποτελεσματικές διαγνωστικές και θεραπευτικές στρατηγικές, καθώς και νέα μοντέλα οργάνωσης των υπηρεσιών υγείας — κυρίως σε επίπεδο πρωτοβάθμιας φροντίδας — που μείωσαν θεαματικά τη θνητότητα και τη νοσηρότητα από τη λοίμωξη SARS-CoV-2. Επιπλέον, μέσα σε έναν μόλις χρόνο αναπτύχθηκαν τα εμβόλια mRNA, τα οποία κυριολεκτικά σταμάτησαν την πανδημία – ο μαζικός καθολικός εμβολιασμός απέτρεψε περισσότερους από 14 έως 20 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως μόνο κατά τον πρώτο χρόνο εφαρμογής των εμβολίων, μειώνοντας δραστικά τον κίνδυνο σοβαρής νόσου και νοσηλείας.
Ο πολίτης πρέπει να αντιληφθεί την αξία του του κοινωνικού κράτους και να αγωνιστεί για αυτό
Ωστόσο, o COVID δεν είναι μια μακρινή ανάμνηση. Σύμφωνα με μεγάλες διεθνείς μετα-αναλύσεις, περίπου 36% των ανθρώπων που μολύνθηκαν με SARS-CoV-2 εμφανίζουν συμπτώματα Long COVID σε κάποιο στάδιο μετά τη λοίμωξη. Πρόκειται για μια πολυσυστηματική κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει το νευρικό, το καρδιαγγειακό και το αναπνευστικό σύστημα και να διαρκέσει μήνες ή και χρόνια. Tο πρόβλημα έχει πλέον και τεράστιες οικονομικές διαστάσεις. Υπολογίζεται ότι περίπου 400 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως έχουν εμφανίσει Long COVID, ενώ το συνολικό οικονομικό βάρος της νόσου προσεγγίζει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως — περίπου το 1% της παγκόσμιας οικονομίας.
Η επιστήμη απέδειξε ότι διαθέτoυμε ισχυρά εργαλεία που αντιμετώπισαν τις επιπτώσεις της πανδημίας: Το ισχυρό Δημόσιο Εθνικό Σύστημα Υγείας, την Πρωτοβάθμια Περίθαλψη και τον Εμβολιασμό. Δεν είναι μια μακρινή ανάμνηση αν αναλογιστούμε ότι τα διδάγματα της πανδημίας δεν αξιοποιήθηκαν. Αντί να ενισχυθούν τα δημόσια συστήματα υγείας, σε πολλές χώρες της Ευρώπης συνεχίζεται — και μάλιστα πιο επιθετικά — μια πολιτική αποδυνάμωσης και εμπορευματοποίησης της υγείας.
Σε ό,τι αφορά το ερώτημα του εμβολιασμού, η απάντηση είναι κατηγορηματικά θετική: πρέπει να συνεχίσουμε να εμβολιαζόμαστε.
Μην ξεχνάμε ότι ο εμβολιασμός, ο μαζικός καθολικός εμβολιασμός, είναι μια κατάκτηση των λαϊκών τάξεων. Είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες της πολιτικής πρωτοβάθμιας περίθαλψης που εφαρμόστηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης μετά την Επανάσταση, υπό την καθοδήγηση του πρώτου κομισσάριου υγείας, του Nikolaï Semachko.
Όταν η υγεία αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και όχι ως δημόσιο αγαθό, είναι αναμενόμενο ένα μέρος της κοινωνίας να απομακρύνεται και να αμφισβητεί
Όταν λοιπόν λέμε ότι πρέπει να συνεχίσουμε να εμβολιαζόμαστε, σημαίνει ότι πρέπει να διεκδικούμε την ανάπτυξη καθολικών προγραμμάτων δωρεάν εμβολιασμού για όλα τα νοσήματα για τα οποία υπάρχουν αποτελεσματικά εμβόλια — από την ιλαρά έως τον HPV, που σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.
Εφοσον προσεγγίσουμε τον εμβολιασμό μέσα από αυτό το πλαίσιο – δηλαδή της διάχυσης στην κοινωνία των κατακτήσεων της ιατρικής επιστήμης και της βιολγίας, αντιλαμβανόμαστε ότι ο εμβολιασμός είναι κοινωνικό δικαίωμα. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που ο εμβολιασμός είναι στόχος ακροδεξιών, νεοφιλελεύθερων και αντιεπιστημονικών δυνάμεων στην Ευρώπη και την Αμερική. Η υπεράσπισή του εμβολιασμού λοιπόν δεν είναι μόνο ζήτημα υγείας, είναι και ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατίας.
-Πολύς κόσμος δυσπιστεί πλέον σοβαρά για τα εμβόλια… Τι θα συμβουλεύατε έναν πολίτη που αρνείται να εμβολιαστεί για τον Covid;
Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η δυσπιστία δεν προέκυψε στο κενό. Είναι αποτέλεσμα αντιφάσεων, λαθών στη διαχείριση της πανδημίας, αλλά και της γενικότερης κρίσης εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και τα συστήματα υγείας. Όταν η υγεία αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και όχι ως δημόσιο αγαθό, είναι αναμενόμενο ένα μέρος της κοινωνίας να απομακρύνεται και να αμφισβητεί.
Η απάντηση, λοιπόν, στο ερώτημά σας είναι μία: να αντιληφθεί την αξία του του κοινωνικού κράτους και να αγωνιστεί για αυτό. Ένα δημόσιο, δωρεάν, δημοκρατικά δομημένο και αποκεντρωμένο σύστημα υγείας, που εφαρμόζει τις κατευθυντήριες οδηγίες όπως διατυπώνονται από διεθνή και εθνικά επιστημονικά όργανα, προσαρμοσμένες στα χαρακτηριστικά των πολιτών και των κοινοτήτων όπου εφαρμόζονται εμπνέει εμπιστοσύνη στους πολίτες. Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε κατά την διάρκεια της πανδημίας.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να δαπανά περίπου 5–5,5% του ΑΕΠ για δημόσια υγεία, σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που ξεπερνά το 7%
Σε χώρες με ισχυρό κοινωνικό κράτος και αποτελεσματικό δημόσιο σύστημα υγείας τα ποσοστά του μαζικού καθολικού εμβολιασμού κατά του SARS-CoV-2 ήταν της τάξης του 90%-95% και επιτεύχθηκαν ταχύτατα μετά την έναρξη του εμβολιαστικού προγράμματος. Αντίθετα σε χώρες με διαλυμένο εθνικό σύστημα υγείας και αναποτελεσματικό κοινωνικό κράτος – όπως η Ελλάδα – έπρεπε να δώσουμε σκληρή μάχη και διαρκή σύγκρουση ώστε να προχχωρήσει ο εμβολιασμός και να σωθούν ανθρώπινες ζωές.
Η απάντηση λοιπόν είναι ένα κοινωνικό κράτος που, εκ της λειτουργίας του, έχει και εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Αντιλαμβανόμαστε, ότι η ατομική «διαπαιδαγώγηση» ή η αντιπαράθεση σε επίπεδο μεμονωμένου πολίτη είναι ένα ερώτημα περιορισμένης σημασίας, καθώς εγγράφεται σε μια νεοφιλελεύθερη λογική.
Δεν είμαστε άτομα ανεξάρτητα και απομονωμένα. Είμαστε μέλη μιας κοινωνίας. Και το κοινωνικό, δημοκρατικό και αποκεντρωμένο κράτος είναι ο βασικός φορέας εκπόνησης και εφαρμογής προγραμμάτων δημόσιας υγείας.
–Στην Ελλάδα ο Υπουργός Υγείας επαίρεται ότι το ΕΣΥ είναι στην καλύτερη κατάσταση της ιστορίας του. Οι υγειονομικοί τον διαψεύδουν. Ποια είναι η κατάσταση του συστήματος και πως μπορεί να βελτιωθεί;
Με ιδιωτική δαπάνη στο 35%, η έννοια του ισχυρού δημόσιου συστήματος υγείας τίθεται υπό αμφισβήτηση. Τα δεδομένα δείχνουν ένα σύστημα που λειτουργεί στα όρια των αντοχών του.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να δαπανά περίπου 5–5,5% του ΑΕΠ για δημόσια υγεία, σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που ξεπερνά το 7%. Αυτό δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια — είναι η αιτία της υποστελέχωσης, των ελλείψεων και της καθημερινής πίεσης στο σύστημα, που το οδηγεί σε εκφυλισμό, γήρανση και τελικά σε αποδυνάμωση.
Η ιδιωτική δαπάνη υγείας ανέρχεται περίπου στο 35% του συνόλου των δαπανών, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι περίπου 15%
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το νοσηλευτικό προσωπικό: περίπου 3,5 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μέσος όρος είναι 8–9. Δηλαδή, μιλάμε για ένα σύστημα που λειτουργεί με σχεδόν τους μισούς ανθρώπους από όσους χρειάζεται. Οι γιατροί μπορεί να είναι αριθμητικά επαρκείς, αλλά είναι άνισα κατανεμημένοι, με σοβαρές ελλείψεις στην περιφέρεια και σε κρίσιμες ειδικότητες.
Την ίδια στιγμή, παρατηρείται διαχρονική μείωση των θέσεων μόνιμων γιατρών στο ΕΣΥ, η οποία, σε συνδυασμό με συνταξιοδοτήσεις και αποχωρήσεις τα τελευταία χρόνια, εκτιμάται ότι αντιστοιχεί σε έλλειμμα αρκετών χιλιάδων οργανικών θέσεων (της τάξης των 6.000–8.000). Αυτό οδηγεί σε εντατικοποίηση της εργασίας, εξουθένωση του προσωπικού, ερήμωση των περιφερειακών νοσοκομείων και ιατρείων.
Οι συνέπειες είναι ορατές: λίστες αναμονής που διογκώνονται, χειρουργεία που καθυστερούν, Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών που ασφυκτιούν και ασθενείς που αναγκάζονται να πληρώνουν από την τσέπη τους. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα βρίσκεται στη χειρότερη θέση στην ΕΕ ως προς τις οικονομικές και γεωγραφικές ανισότητες πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, ενώ περίπου το 10% του πληθυσμού αδυνατεί να καλύψει το κόστος ιατρικών υπηρεσιών.
Την ίδια στιγμή, η ιδιωτική δαπάνη υγείας ανέρχεται περίπου στο 35% του συνόλου των δαπανών, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι περίπου 15%. Αυτό σημαίνει ότι το κόστος της υγείας μετακυλίεται στους πολίτες, υπονομεύοντας την καθολική πρόσβαση. Με άλλα λόγια η παροχή υπερησιών υγείας στην Ελλάδα δεν είναι ένας μηχανισμός αναδιανομής του πλούτου αλλά ένας σκληρός μηχανισμός ταξικών αποκλεισμών. Με απλά λόγια οι εργαζόμενοι, οι αγρότες οι μικρομεσαίοι έμποροι και οι συνταξιούχοι πληρώνουν με την υγεία τους την κοινωνικής τους θέση.
Αυτή η κατάσταση αυτή δεν πρόκειται να βελτιωθεί από μόνη της. Αντίθετα, η νοσηρότητα από λοιμώδη αλλά και από χρόνια μη μεταδιδόμενα νοσήματα —όπως καρκίνος και καρδιαγγειακά— αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια, ενώ η αύξηση της φτώχειας και τα νέα μεταναστευτικά και οικολογικά προσφυγικά ρεύματα θα αυξήσουν περαιτέρω τον αριθμό των ανθρώπων που θα χρειάζονται υπηρεσίες υγείας.
Άρα, το ερώτημα δεν είναι αν το ΕΣΥ βρίσκεται στην καλύτερη φάση του, αλλά γιατί —μετά από μια πανδημία που απέδειξε τη σημασία του δημόσιου συστήματος υγείας— συνεχίζεται η ίδια πολιτική υποχρηματοδότησης και σταδιακής ιδιωτικοποίησης.
Ας δούμε όμως και το μέλλον. Σήμερα, το σχέδιο της Assistance Publique – Hôpitaux de Paris (AP-HP) για την επόμενη δεκαετία βασίζεται στη μείωση της μέσης διάρκειας νοσηλείας, η οποία από μόνη της θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενδεχόμενη κατάργηση περίπου 860 κλινών, στις οποίες προστίθενται 230 κλίνες λόγω της ανάπτυξης της ημερήσιας νοσηλείας, καθώς και αρκετές εκατοντάδες ακόμη μέσω της βελτιστοποίησης της πληρότητας. Σε ευρύτερο επίπεδο, αυτή η λογική εντάσσεται σε μια εθνική τάση, όπου η ανάπτυξη της ημερήσιας νοσηλείας συμβάλει στην κατάργηση καποιων χιλιάδων νοσοκομειακών κλινών, κυρίως στον χειρουργικό τομέα. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η αναδιοργάνωση των ογκολογικών και παθολογικών τμημάτων.
Εδώ όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Αυτή η κατεύθυνση είναι, καταρχάς, αποτέλεσμα της εξέλιξης της ιατρικής. Για παράδειγμα: πριν από 10–15 χρόνια ένας ασθενής με πνευμονία νοσηλευόταν κατά μέσο όρο 10 ημέρες, ενώ σήμερα περίπου 5. Ένας ασθενής για χολοκυστεκτομή νοσηλευόταν 5 ημέρες, ενώ σήμερα περίπου 12 ώρες. Ένας ασθενής με πνευμονική εμβολή ή εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση νοσηλευόταν 5–10 ημέρες, ενώ σήμερα μπορεί να μη χρειαστεί καθόλου νοσηλεία και να επιστρέψει στο σπίτι του απευθείας από τα επείγοντα.
Το ερώτημα δεν είναι αν το ΕΣΥ βρίσκεται στην καλύτερη φάση του, αλλά γιατί —μετά από μια πανδημία που απέδειξε τη σημασία του δημόσιου συστήματος υγείας— συνεχίζεται η ίδια πολιτική υποχρηματοδότησης και σταδιακής ιδιωτικοποίησης
Όμως, αυτό το μοντέλο —που απαιτεί υψηλή εξειδίκευση, προσοχή στην διαλογή και φροντίδα στην εφαρμογή των θεραπειών στο σπίτι — αν εφαρμοστεί σε συνθήκες μείωσης προσωπικού και χωρίς επαρκή ιατρονοσηλευτική υποστήριξη εκτός νοσοκομείου, δηλαδή χωρίς ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα, κινδυνεύει να ρίξει στον Καιάδα τους οικονομικά αδύναμους ασθενείς- και τους ασθενείς που ζουν σε γεωγραφικά αποκλεισμένες περιοχές.
Άρα, η βελτίωση του ΕΣΥ απαιτεί ξεκάθαρες πολιτικές επιλογές:
- ουσιαστική αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης και συνολικό επανασχεδιασμό του συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις στην επιστήμη και την τεχνολογία, που οδηγούν από το νοσοκομειοκεντρικό μοντέλο προς την ιατρική στην κοινότητα
- μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού
- τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, αποκέντρωση και εισαγωγή eHealth τεχνολογίας
- δημοκρατική οργάνωση και αντιμετώπιση της διαφθοράς
- ενίσχυση και αναδιοργάνωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας
- συρρίκνωση των τράστ που μονοπωλούν τον ιδιωτικό τομέα
–Μιλάτε συχνά για νεοφιλελεύθερες εμμονές στο χώρο της υγείας όσο και παγκοσμίως. Κάποιοι απαντούν ότι οι ανάγκες των συστημάτων υγείας δεν μπορούν να καλυφθούν μόνο από το κράτος. Τι πρέπει να κάνουμε κατά τη γνώμη σας;
Καταρχάς, μιλώντας για την Ελλάδα, πρέπει να παραδεχθώ ότι ίσως ήταν λάθος να μιλώ συνολικά για «νεοφιλελεύθερη ανασυγκρότηση» στον χώρο της υγείας. Αυτό που ζούμε σήμερα, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, μοιάζει περισσότερο με μια ταχεία οπισθοδρόμηση προς μοντέλα της δεκαετίας του 1950 όπου ένα πατερναλιστικό πελατειακό κράτος μοιράζει χρήματα σε έναν κρατικοδίαιτο μεταπρατικό ιδιωτικό τομέα.
Αυτό, παρά τις επιφάσεις δεν είναι νεοφιλελευθερισμός. Πρόκειται για μια πολιτική που αναπαράγει πελατειακές πρακτικές μέσα στο ΕΣΥ. Σε ένα αποδιοργανωμένο ΕΣΥ, είναι εκλογικά πιο “αποδοτικό” —και πολιτικά πιο χρήσιμο— να μεσολαβεί ο πολιτευτής για την εξυπηρέτηση ενός πολίτη, παρά να λειτουργεί ένα σύστημα που εγγυάται ισότιμη πρόσβαση για όλους Έτσι, η υγεία μετατρέπεται από δικαίωμα όχι μόνο σε εμπόρευμα αλλά και σε μοχλό εξάρτησης των πολιτών από τις διάφορες εξουσίες.
Αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα. Οταν η πολιτική εξουσία επιλέγει την επικοινωνία και τα έργα βιτρίνας αντί του διαλόγου και του σχεδιασμού, δεν μιλάμε για μεταρρύθμιση (έστω και νοεφιλελυθερη), αλλά για πολιτική επιλογή επιδείνωσης μιας κρίσης ώστε να δημιουργείται πολιτικό- εκλογικό όφελος και να χειραγωγούνται οι πολίτες .
Οι νέοι γιατροί και επιστήμονες φεύγουν κατά κύριο λόγο από ανάγκη. Και η ανάγκη αυτή δεν είναι μόνο οικονομική — ίσως τα χρήματα να είναι δευτερεύοντα
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για το αν το κράτος μπορεί μόνο του να καλύψει τις ανάγκες του εθνικού συστήματος υγείας χάνει το νόημά της. Το ερώτημα είναι βαθιά πολιτικό: θέλουμε ένα σύστημα που να λειτουργεί με όρους δικαιώματος ή με όρους αγοράς και διαμεσολάβησης;
Με άλλα λόγια, όταν οι πολιτικές υγείας έχουν χαρακτηριστικά real estate «there is no bathroom, but the view is wonderful», τότε δεν υπάρχει καν βάση σοβαρής συζήτησης.
–Και μία πιο προσωπική ερώτηση: Θα επιστρέφατε στην Ελλάδα κ. Γεροτζιάφα για να συνεχίσετε την ιατρική αλλά και ακαδημαϊκή καριέρα σας με τα σημερινά δεδομένα;
Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μου και παραμένει σημείο αναφοράς σε προσωπικό και επιστημονικό επίπεδο. Αυτά ορίζουν και ένα μέρος της επιθυμίας επιστροφής.
Όμως, με τα σημερινά δεδομένα, δεν πρόκειται για απλή προσωπική επιλογή. Ένας γιατρός και και πολύ περισσότερο ένας πανεπιστημιακός χρειάζεται περιβάλλον που στηρίζει τη γνώση και την έρευνα, και λειτουργεί με διαφάνεια και αξιοκρατία και προγραμματισμό. Ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον που να λειτουργεί δημοκρατικά και να έχει προοπτική, να επιλέγει προσωπικό σύμφωνα με ένα σχέδιο για το αύριο και όχι με βάση τι έκανε πριν από 10 χρόνια, αν είναι γόνος οικογενείας ή έχει καλές σχέσεις με τον βουλευτή, τον δεσπότη ή τον υπουργό. Οι συνθήκες που επικρατούν σήμερα δεν προσφέρουν αυτό το πλαίσιο.
Αυτή η διαπίστωση δεν αφορά σε εμένα. Αφορά σε μια ολόκληρη γενιά νέων επιστημόνων που αναγκάζεται να φύγει ή να παραμείνει στο εξωτερικό. Και επειδή η συζήτηση για το brain drain / brain gain ανακυκλώνεται συχνά, είναι χρήσιμο να κάνουμε μια διευκρίνιση: η δική μου γενιά έφυγε στο εξωτερικό στην δεκαετία του 1990 εν πολλοίς από «ανησυχία» — και πολλοί από εμάς είχαμε μια σταδιοδρομία που περιέχει τον σπόρο της αναζήτησης, της ανυπακοής αλλά και της ανταπόδοσης προς τον λαό, την πατρίδα — όπως θέλετε πείτε το.
Όταν οι πολιτικές υγείας έχουν χαρακτηριστικά real estate «there is no bathroom, but the view is wonderful», τότε δεν υπάρχει καν βάση σοβαρής συζήτησης
Οι νέοι γιατροί και επιστήμονες φεύγουν κατά κύριο λόγο από ανάγκη. Και η ανάγκη αυτή δεν είναι μόνο οικονομική — ίσως τα χρήματα να είναι δευτερεύοντα. Η πορεία, λοιπόν, είναι διαφορετική.
Άρα, αν δεν αναλύσουμε τους όρους και τις συνθήκες που οδηγούν στην μη κάλυψη που των αναγκών των νέων συναδέλφων, δεν θα μπορέσουμε ούτε να καταλάβουμε γιατί φεύγουν ούτε γιατί δεν επιστρέφουν ούτε και κυρίως γιατί δεν ανταποδίδουν στην ελληνική κοινωνία τις γνώσεις και τις δεξιότητες που αποκτούν δουλευοντας σε ποιο αναπτυγμένα και ολοκληρωμένα συστήματα.
Άρα, ξαναερχόμαστε στο ίδιο άιτημα: κοινωνικό κράτος, ένα σοβαρό, αξιόπιστο και δημοκρατικά οργανωμένο σύστημα υγείας, εκπαίδευσης και έρευνας.