Ανάλυση Guardian: Ο Νετανιάχου φαίνεται πως είναι ο μεγαλύτερος χαμένος σε έναν πόλεμο χωρίς νικητές
✨Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, υπέγραψε εύθραυστη κατάπαυση πυρός με το Ιράν, ενώ η σύγκρουση θεωρείται αποτυχία για το Ισραήλ.
✨Η εσωτερική κριτική είναι έντονη, με αντιπολίτευση να καταγγέλλει στρατηγική αποτυχία και πολιτική αποδυνάμωση του Νετανιάχου μετά την αποτυχία επίτευξης των βασικών στόχων.
✨Το Ιράν, παρά τις απώλειες, διατηρεί στρατιωτικές δυνατότητες και ενισχύει τη θέση του, δημιουργώντας ανησυχίες για περαιτέρω κλιμάκωση και αντιποίνων.
✨Οι γεωπολιτικές εντάσεις στον Λίβανο, η διεθνής απομόνωση του Ισραήλ και η υποχώρηση της υποστήριξης από τις ΗΠΑ επιβαρύνουν το πολιτικό μέλλον του Νετανιάχου.
Σε έναν πόλεμο όπου δεν υπήρξαν νικητές, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου μοιάζει να είναι ο μεγαλύτερος ηττημένος, καθώς σύναψε μια εύθραυστη και ασαφή κατάπαυση πυρός με το Ιράν όπως σημειώνει σε ανάλυση του ο Guardian.
Όπως επισημαίνει η βρετανική εφημερίδα, μετά από χρόνια απειλών του Μπενιαμίν Νετανιάχου εναντίον του Ιράν, τους θεατρινισμούς του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, τα υποτιθέμενα στοιχεία που διαρκώς επιδεικνύονταν στα μάτια των παγκόσμιων μέσων ενημέρωσης και τη διπλωματική πίεση που ασκούσε στους προέδρους των ΗΠΑ να συμφωνήσουν σε πόλεμο εναντίον του Ιράν, η σύγκρουση του Ισραήλ με την Τεχεράνη αποδείχθηκε αποτυχία.
Σκληρή κριτική
Η αντίδραση στο εσωτερικό του Ισραήλ υπήρξε άμεση και ιδιαίτερα αιχμηρή. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, χαρακτήρισε τις εξελίξεις άνευ προηγουμένου: «Δεν υπήρξε ποτέ τέτοια πολιτική καταστροφή στην ιστορία μας. Το Ισραήλ δεν ήταν καν κοντά στο τραπέζι όταν λαμβάνονταν αποφάσεις για τον πυρήνα της εθνικής μας ασφάλειας».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι, παρά την επιχειρησιακή επάρκεια του στρατού και την αντοχή της κοινωνίας, «ο Νετανιάχου απέτυχε πολιτικά και στρατηγικά», προειδοποιώντας ότι «θα χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθεί η ζημιά».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών, Γιαΐρ Γκολάν, μίλησε για «στρατηγική αποτυχία» του Ισραηλινού πρωθυπουργού, τονίζοντας: «υποσχέθηκε μια ιστορική νίκη και ασφάλεια για γενιές, αλλά στην πράξη πήραμε μία από τις πιο σοβαρές στρατηγικές αποτυχίες που γνώρισε ποτέ το Ισραήλ».
Η κριτική επικεντρώνεται κυρίως στο γεγονός ότι οι βασικοί στόχοι του πολέμου δεν επιτεύχθηκαν. Το Ισραήλ δεν κατάφερε να προκαλέσει αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, ούτε να εξουδετερώσει πλήρως το πυρηνικό του πρόγραμμα ή να αποδυναμώσει καθοριστικά τη στρατιωτική του ισχύ.
Παρά τις πιέσεις του Νετανιάχου προς τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να συνεχιστεί η σύγκρουση, η Ουάσιγκτον προχώρησε τελικά σε εκεχειρία, αφήνοντας σύμφωνα με επικριτές το Ισραήλ στο περιθώριο των κρίσιμων αποφάσεων.
Το αποτέλεσμα ήταν μια συμφωνία που θυμίζει περισσότερο παλαιότερα διπλωματικά πλαίσια, όπως εκείνα της εποχής του Μπαράκ Ομπάμα, στα οποία ο Νετανιάχου είχε αντιταχθεί σθεναρά.
Ενισχυμένο το Ιράν παρά τις απώλειες
Σε στρατιωτικό επίπεδο, το Ιράν εξήλθε της σύγκρουσης τραυματισμένο αλλά όχι ηττημένο. Παρά τις σημαντικές απώλειες, το καθεστώς διατηρεί κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες και φαίνεται αποφασισμένο να επανεξοπλιστεί. Ιδιαίτερα οι Φρουροί της Επανάστασης εμφανίζονται ενισχυμένοι, έχοντας πετύχει τον βασικό τους στόχο: την επιβίωση απέναντι σε μια συντονισμένη επίθεση από δύο μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις.
Η πραγματικότητα αυτή εντείνει τις ανησυχίες για μελλοντική κλιμάκωση, καθώς η Τεχεράνη ενδέχεται να αναζητήσει ευκαιρίες για αντίποινα.
Κλιμάκωση στον Λίβανο και γεωπολιτικές επιπτώσεις
Παράλληλα, η επιμονή του Ισραήλ στις επιχειρήσεις στον νότιο Λίβανο δημιουργεί νέους κινδύνους. Η προοπτική δημιουργίας «ζώνης ασφαλείας» φέρνει τις ισραηλινές δυνάμεις σε άμεση αντιπαράθεση με τη Χεζμπολάχ, μια οργάνωση με μεγάλη εμπειρία σε ανταρτοπόλεμο στο συγκεκριμένο έδαφος.
Οι μαζικές αεροπορικές επιδρομές στον Λίβανο, με βαρύ απολογισμό θυμάτων, εκλαμβάνονται από ορισμένους ως μια κίνηση επίδειξης ισχύος μετά την αποτυχία στο ιρανικό μέτωπο.
Διεθνής απομόνωση και ρήγματα με τις ΗΠΑ
Το διπλωματικό κόστος για το Ισραήλ ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου βαρύ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η παραδοσιακή διακομματική στήριξη προς το Ισραήλ δείχνει να υποχωρεί, με αντιδράσεις τόσο από προοδευτικούς όσο και από κύκλους της δεξιάς.
Ο Νετανιάχου κρίνει πως έχουν επιτευχθεί οι μισοί και πλέον στόχοι του πολέμου εναντίον του Ιράν
Η εμπλοκή του Ισραήλ στην ώθηση προς τον πόλεμο με το Ιράν έχει δεχθεί έντονη κριτική, ενώ η συνολική εικόνα της χώρας έχει επιβαρυνθεί περαιτέρω από τις εξελίξεις στη Γάζα.
Υπό αμφισβήτηση το πολιτικό μέλλον του Νετανιάχου
Σε εσωτερικό μέτωπο ο Νετανιάχου εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο, ιδίως ενόψει εκλογών. Οι υποσχέσεις για «ολοκληρωτική νίκη» και εξάλειψη των απειλών αποδεικνύονται, σύμφωνα με επικριτές, κενές περιεχομένου.
Όπως σημειώνουν αναλυτές, πολλές από τις αδυναμίες της ισραηλινής ηγεσίας ήρθαν στο φως: τάση για ριψοκίνδυνα στοιχήματα, επιφανειακός σχεδιασμός και αγνόηση των ειδικών.
Σε αυτό το πλαίσιο, τίθεται πλέον ανοιχτά το ερώτημα για το πολιτικό μέλλον του Ισραηλινού πρωθυπουργού και τη δυνατότητά του να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Ένα τέλος χωρίς λύση
Η σύγκρουση με το Ιράν ίσως αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία για το Ισραήλ να επιτύχει στρατηγικούς στόχους με την πλήρη στήριξη των ΗΠΑ. Ωστόσο, η ευκαιρία αυτή φαίνεται να χάθηκε.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, αυτή είναι η τέταρτη φορά που οι υποσχέσεις για πλήρη νίκη αποδεικνύονται κενές. Με την εκεχειρία να παραμένει εύθραυστη και τις εντάσεις να συνεχίζονται, το ερώτημα που αναδύεται είναι σαφές: ποιο είναι το επόμενο βήμα για τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου και το Ισραήλ;