Υπερτουρισμός με αριθμούς: Προορισμοί στο κόκκινο με ημίμετρα- Τι ισχύει σε Βενετία, Βαρκελώνη, Μάτσου-Πίτσου  

 Υπερτουρισμός με αριθμούς: Προορισμοί στο κόκκινο με ημίμετρα- Τι ισχύει σε Βενετία, Βαρκελώνη, Μάτσου-Πίτσου   

(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

💡 AI Summary by Libre

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πρόβλημα υπερτουρισμού, όπου οι επισκέπτες ξεπερνούν τη φέρουσα ικανότητα προορισμών, επηρεάζοντας αρνητικά τις υποδομές και την ποιότητα ζωής των κατοίκων.

Νησιά όπως η Σαντορίνη και η Ζάκυνθος δέχονται πολλαπλάσιο αριθμό τουριστών από τον μόνιμο πληθυσμό, δημιουργώντας σημαντικές πιέσεις στα δίκτυα νερού, ηλεκτρισμού και κυκλοφορίας.

Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να συνδυάσει την οικονομική ανάπτυξη με την προστασία περιβάλλοντος, πολιτιστικής κληρονομιάς και κοινωνικής συνοχής για τις μελλοντικές γενιές.

Προορισμοί παγκοσμίως, όπως η Βενετία και η Βαρκελώνη, εφαρμόζουν μέτρα περιορισμού επισκεπτών και αυστηρότερους κανόνες σε βραχυχρόνιες μισθώσεις για αντιμετώπιση υπερτουρισμού.

Η 25 Μαρτίου μαζί με το Πάσχα είναι πάντα οι δύο ημερομηνίες που οι επαγγελματίες του τουρισμού σημαδεύουν ως “δείκτες” έναρξης της τουριστικής σεζόν στην Ελλάδα. Με δεδομένο ότι η συζήτηση για τον τουρισμό έχει ήδη ανοίξει λόγω και των συνεπειών που θα έχει πόλεμος σ’ αυτόν, καλό θα είναι να αποτυπώσουμε το τι ακριβώς συμβαίνει με τον υπερτουρισμό και γιατί το φαινόμενο αποτελεί κίνδυνο για πολλές περιοχές της χώρας.

Ο ορισμός του φαινομένου είναι απλός: Υπερτουρισμό έχουμε όταν η πυκνότητα και ο όγκος επισκεπτών υπερβαίνουν τη φέρουσα ικανότητα του προορισμού, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται αρνητικά η ζωή των κατοίκων και η ποιότητα υποδομών και υπηρεσιών.

Ας κρατήσουμε από τον παραπάνω ορισμό τη φράση “φέρουσα ικανότητα” γιατί είναι ο παράγοντας-κλειδί για να κατανοήσουμε την έννοια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η φέρουσα ικανότητα ενός προορισμού συνίσταται ως η δυνατότητα που έχει να εξυπηρετεί μόνιμους κατοίκους και φιλοξενούμενους χωρίς να φτάνουν στα όριά τους βασικές υποδομές.

Στη διεθνή βιβλιογραφία πάντως το φαινόμενο του υπερτουρισμού καταγράφεται κυρίως από το 2017 κάτι που σημαίνει ότι ο κόσμος το αντιμετωπίζει κυρίως την τελευταία 10ετία, διάστημα στο οποίο έχει κάνει θραύση στο δυτικό κόσμο (και όχι μόνο) η βραχυχρόνια μίσθωση.

Στην Ελλάδα, ειδικά μετά την πανδημία ο υπερτουρισμός είναι, δυστυχώς, παρών, και δοκιμάζει τις αντοχές, κυρίως των νησιών αλλά και μεγάλων πόλεων όπως η Αθήνα.

Να δώσουμε ένα απλό παράδειγμα: Σε μελέτη του 2023 για όλη την περιφέρεια της Κρήτης καταγράφηκαν 6,327,366 επισκέπτες με «τουριστική πυκνότητα» περίπου 4,120 κλινών-διανυκτερεύσεων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο και 55.63 κλινών-διανυκτερεύσεων ανά κάτοικο. Τα νούμερα αυτά είναι πολύ μεγάλα και αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος.

Ακόμα όμως πιο χαρακτηριστική είναι η κατάσταση σε μικρότερα νησιά, όπως η Σαντορίνη και η Μύκονος. Η πρώτη έχει μόνιμο πληθυσμό λίγο πάνω από 15.000 κατοίκους κάτι που σημαίνει ότι οι κύριες υποδομές έχουν σχεδιαστεί για έναν τέτοιο αριθμό.

Ετησίως όμως (η Σαντορίνη έχει τουρισμό και την άνοιξη αλλά και το φθινόπωρο) το συνολικό νούμερο των τουριστών που φτάνουν στο νησί (έστω και για μερικές ώρες διαμονής) ξεπερνάει κατά πολύ τα 3εκ. Αντιστοιχούν, σε κάθε περίπτωση, περισσότεροι από 200 τουρίστες ανά μόνιμο κάτοικο. Γι’ αυτό άλλωστε το νησί άρχιζε να εφαρμόζει… πλαφόν ημερήσιων επισκεπτών κρουαζιέρας χωρίς πάντως να λυθεί ριζικά το πρόβλημα.

Ακόμα και η Ζάκυνθος, νησί ιδιαίτερα δημοφιλές στο εξωτερικό και στους tour operator της Ευρώπης , δείχνει να έχει εξαντλήσει προ πολλού τις δυνατότητες φιλοξενίας της. Με μόνιμο πληθυσμό τους 40.000 κατοίκους, το 2023 ξεπέρασε τους 6εκ επισκέπτες.

Το δίκτυο της υδροδότησης, αυτό του ηλεκτρισμού, το κυκλοφοριακό δίκτυο επίσης όλων αυτών των προορισμών δέχονται, ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, τεράστια πίεση. Και ειδικά τα κυκλαδονήσια, όπως όλοι γνωρίζουμε, αντιμετώπιζαν έτσι και αλλιώς προβλήματα με το νερό, πόσο μάλλον τώρα όταν φιλοξενούν εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο.

Το ζήτημα κάθε άλλο παρά απλό είναι. Για μία οικονομία όπως η ελληνική, που βασίζεται στην τουριστική βιομηχανία, τα πράγματα είναι ακόμα πιο σύνθετα. Όμως έτσι σίγουρα δεν μπορούμε να συνεχίσουμε γιατί τα “πετράδια” της ελληνικής γης (και του ελληνικού τουρισμού) θα καταστραφούν.

Ηδη μιλήσαμε για το παράδειγμα της Σαντορίνης που έβαλε έναν πρώτο κόφτη στους επισκέπτες κρουαζιέρας. Δημοφιλείς προορισμοί στο εξωτερικό εφαρμόζουν ανάλογης υφής μέτρα.

  • Στη Βενετία έχει θεσπιστεί ημερήσιο όριο επισκεπτών και εισιτήριο εισόδου για ημερήσιους τουρίστες. Το μέτρο εφαρμόστηκε για να μειωθεί η υπερβολική συγκέντρωση τουριστών στο ιστορικό κέντρο.
  • Στην Βαρκελώνη, μία από τις πιο τουριστικές πόλεις στον κόσμο, έχουν επιβληθεί αυστηροί κανόνες για τα καταλύματα τύπου Airbnb, όπως περιορισμός νέων αδειών και σκληροί έλεγχοι, ώστε να μειωθεί η αύξηση των ενοικίων για τους κατοίκους. Προηγήθηκε η δράση ενός κινήματος πολιτών με αυτά τα αιτήματα.
  • Ακόμα και στο μακρινό Μάτσου-Πίτσου στο Περού, σ’ ένα από τα πιο σημαντικά μνημεία του κόσμου, εφαρμόζεται σύστημα ωρών εισόδου και ανώτατου αριθμού επισκεπτών ανά ημέρα, ώστε να προστατευτεί ο αρχαιολογικός χώρος από τη φθορά.

Σε κάθε περίπτωση η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να συνδυάσει την οικονομική ανάπτυξη με την προστασία του περιβάλλοντος, της κληρονομιάς και της κοινωνικής συνοχής, διασφαλίζοντας ότι οι επόμενες γενιές θα μπορούν να απολαμβάνουν τα ίδια τοπία και μνημεία.

Δεν είναι δυνατόν η Ακρόπολη, το πιο επιδραστικό μνημείο του δυτικού πολιτισμού, να δέχεται 20.000 επισκέψεις την ημέρα στην περίοδο αιχμής κάθε καλοκαίρι. Και με το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής να κάνει τη ζέστη της Αθήνας ανυπόφορη για μόνιμους κατοίκους και επισκέπτες.

Χρειαζόμαστε μέτρο και… μέτρα.

Σχετικά Άρθρα