Μαξίμου: Οι απαντήσεις στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης για το διαθέσιμο εισόδημα και την ακρίβεια
✨Η κυβέρνηση τονίζει την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 41,54% από το 2019, υπερβαίνοντας τον σωρευτικό πληθωρισμό της περιόδου, παρά τις πιέσεις της ακρίβειας.
✨Η αντιπολίτευση επισημαίνει το χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας στην ΕΕ, ενώ το Μαξίμου απαντά με βελτιώσεις σε δείκτες κατανάλωσης και αγοραστικής δύναμης.
✨Η ακρίβεια παραμένει το βασικό πρόβλημα για τους πολίτες, επηρεάζοντας τιμές καυσίμων, προϊόντων, υπηρεσιών και ενοικίων, παρά τις κυβερνητικές προσπάθειες στήριξης.
✨Η κυβέρνηση δείχνει επιφυλακτικότητα σε περαιτέρω μέτρα χωρίς ευρωπαϊκή δημοσιονομική ευελιξία, ενώ η εκλογολογία συνεχίζει παρά τις δηλώσεις Μητσοτάκη για τερματισμό της.
Μπορεί η γλώσσα των αριθμών να προσφέρει στο Μέγαρο Μαξίμου επιχειρήματα για τη στήριξη του βασικού κυβερνητικού επιχειρήματος περί συνολικής αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών από το 2019 μεγαλύτερης από τον σωρευτικό πληθωρισμό αυτής της περιόδου, η πραγματικότητα της επίμονης ακρίβειας είναι ωστόσο εκείνη που εξακολουθεί να βάζει τη σφραγίδα της στην καθημερινότητα των πολιτών.
Και να συνιστά το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για την κυβερνητική πολιτική σε μία κομβική συγκυρία όπου η αβεβαιότητα γύρω από τις οικονομικές επιπτώσεις που θα έχει η πολεμική κρίση στην Μέση Ανατολή κορυφώνονται και ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης εξέπεμψε για μία ακόμη φορά μήνυμα αυξημένης εγρήγορσης κατά την χθεσινή συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Την ίδια ώρα αναδεικνύονται σημαντικές προκλήσεις για την κυβέρνηση και στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο όπου γίνεται αποδέκτης αυξημένης πολιτικής πίεσης για την υπόθεση των υποκλοπών η οποία έχει επανέλθει στο προσκήνιο μετά την πρόσφατη απόφαση της Δικαιοσύνης και εν αναμονή διεξαγωγής συζήτησης στην Βουλή για το κράτος δικαίου.
- Και το όλο σκηνικό συμπληρώνεται και από μια διαρκώς ανατροφοδοτούμενη εκλογολογία, η οποία συνεχίζεται παρά το γεγονός ότι ακόμη και ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης είχε επιδιώξει προ ημερών με δημόσιες δηλώσεις του να βάλει τέλος στα σχετικά σενάρια.
Στον απόηχο των χθεσινών ανακοινώσεων για την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ, η κυβέρνηση δίνει έμφαση σε στοιχεία που καταδεικνύουν πως με την έκτη κατά σειρά αύξηση από το 2019, ο κατώτατος μισθός έχει ανέβει συνολικά κατά 41,54%, ποσοστό υπερδιπλάσιο του σωρευτικού πληθωρισμού, ο οποίος μεταξύ 2019 και 2025 υπολογίζεται στο 19,4%. Και όπως υποστηρίζουν, κατόπιν αυτού, κυβερνητικά στελέχη, το πραγματικό εισόδημα των χαμηλόμισθων στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 20% σε σχέση με τον πληθωρισμό εν μέσω της μεγαλύτερης πίεσης στο κόστος ζωής που έχει καταγραφεί στην ευρωζώνη και στον ανεπτυγμένο κόσμο μετά την εισαγωγή του ευρώ.
Την ίδια ώρα ωστόσο η χώρα μας εμφανίζεται, σύμφωνα με την αξιωματική αντιπολίτευση, να καταγράφει βάσει εκτιμήσεων της Eurostat για το 2025, το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην ΕΕ, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μοιραζόμενη πλέον την τελευταία θέση με την Βουλγαρία.
Το Μαξίμου απαντά από την πλευρά του πως ακόμη και στον συγκεκριμένο δείκτη υπάρχει βελτίωση από 62% σε 68%, ενώ αντιτείνει πως με βάση τον δείκτη ατομικής κατά κεφαλήν κατανάλωσης της Eurostat η Ελλάδα “είναι στο 81% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, πάνω από 5 κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης”.
Πίσω από την μάχη για τους αριθμούς βρίσκεται η δύσκολη καθημερινότητα που εξακολουθούν να βιώνουν οι πολίτες πρωτίστως λόγω της ακρίβειας, η οποία δεν περιορίζεται στα πρατήρια καυσίμων και στα ράφια των σούπερ μάρκετ, αλλά εκτείνεται και στις υπηρεσίες και πολύ περισσότερο αποτυπώνεται στην συνεχιζόμενη κούρσα των ενοικίων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η διατήρηση της τάσης δημοσκοπικής ανάκαμψης που παρουσίασε το κυβερνών κόμμα μετά το ξέσπασμα της πολεμικής κρίσης στη Μέση Ανατολή και τις πρωτοβουλίες για αμυντική συνδρομή της χώρας μας στην Κύπρο και για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, συνιστά μια όχι εύκολη άσκηση.
Πολύ περισσότερο όταν έχει καταστεί σαφές πως η κυβέρνηση είναι μεν έτοιμη, εάν χρειαστεί, να προχωρήσει και σε άλλα μέτρα στήριξης των πολιτών, αλλά εξακολουθεί να παραμένει επί της ουσίας απρόθυμη, όσο δεν υπάρχουν ευρωπαϊκές αποφάσεις για δημοσιονομική ευελιξία, να ακολουθήσει το παράδειγμα ολοένα και περισσότερων χωρών που μειώνουν ειδικούς φόρους και ΦΠΑ για να αντιμετωπίσουν το νέο κύμα ακρίβειας που προκαλούν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.