Η Ελλάδα εξακολουθεί να αγαπά το τσιγάρο και τον καπνό
✨Η Ελλάδα διατηρεί υψηλά ποσοστά καπνιστών, με περίπου 36% των ενηλίκων να καπνίζουν, παρά την εφαρμογή αντικαπνιστικών νόμων.
✨Το κάπνισμα ευθύνεται για σημαντικό ποσοστό θανάτων και επιβαρύνει οικονομικά το σύστημα υγείας, κυρίως λόγω καρκίνου, καρδιοπαθειών και αναπνευστικών παθήσεων.
✨Η πρόωρη έναρξη καπνίσματος και η αύξηση χρήσης εναλλακτικών προϊόντων νικοτίνης παραμένουν ανησυχητικά φαινόμενα, ιδιαίτερα σε νεαρές ηλικίες και μαθητές.
✨Απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις και αλλαγή κοινωνικών συνηθειών για τη μείωση της αποδοχής του καπνίσματος και την προώθηση περιβάλλοντος μη καπνιστών.
Παρά τη σχετική επιτυχία του αντικαπνιστικού νόμου (επιτέλους, δεν καπνίζουμε σε εσωτερικούς χώρους, είναι μία κατάκτηση και αυτό) η Ελλάδα εξακολουθεί να αγαπά το τσιγάρο. Θέμα γενικότερης κουλτούρας ή όχι η χώρα παραμένει μία από αυτές με τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με επίδραση τόσο στην υγεία του πληθυσμού όσο και στο δημόσιο σύστημα υγείας.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat και άλλες έρευνες, περίπου το 36% των ανθρώπων ηλικίας 15 ετών και άνω καπνίζει. Το ποσοστό των ανδρών ανέρχεται σε περίπου 40%, ενώ των γυναικών σε 32%, το οποίο αποτελεί το υψηλότερο στην ΕΕ.
Η υψηλή συμμετοχή καπνιστών σε όλες τις ηλικιακές ομάδες κατατάσσει την Ελλάδα στις κορυφαίες θέσεις μεταξύ των κρατών‑μελών, μαζί με χώρες όπως η Βουλγαρία και η Κροατία. Φαίνεται, σε κάθε περίπτωση, ότι η ανατολική Ευρώπη διατηρεί άνετα τα πρωτεία.
Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο όμως δεν είναι οι στατιστικές και οι σχετικές θέσεις αλλά οι επιπτώσεις στην υγεία. Και αυτές, παρά τον περιορισμό του καπνίσματος σε εσωτερικούς χώρους, είναι σημαντικές.
Οι ιατρικές αναλύσεις δείχνουν ότι το κάπνισμα ευθύνεται για περίπου το 14 % όλων των θανάτων στη χώρα, με κύριες αιτίες τον καρκίνο του πνεύμονα, τις καρδιοπάθειες και τις χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις.
Οι έρευνες “αποκαλύπτουν” επίσης ότι περίπου το 20% των θανάτων των ανδρών και το 7% των γυναικών συνδέονται άμεσα με το κάπνισμα.
Το οικονομικό κόστος για το σύστημα υγείας και την κοινωνία υπολογίζεται σε δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, συμπεριλαμβανομένων των άμεσων ιατρικών δαπανών και της απώλειας παραγωγικότητας λόγω νοσηρότητας και πρόωρων θανάτων.
Παρά τις αντικαπνιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν την τελευταία δεκαετία, τα ποσοστά παραμένουν υψηλά, εν μέρει λόγω των κοινωνικών και πολιτιστικών συνηθειών που καθιστούν το κάπνισμα κοινή πρακτική σε καθημερινές συνθήκες. Και όλο αυτό παρά το γεγονός ότι τα τσιγάρα και ο καπνός πλέον είναι πολύ ακριβά (για τη μέση ελληνική τσέπη).
Η ηλικία έναρξης καπνίσματος παραμένει χαμηλή. Μελέτες όπως η EMENO, η μεγαλύτερη αντιπροσωπευτική μελέτη υγείας στην Ελλάδα, κατέγραψαν ότι σχεδόν οι μισοί άνδρες και πάνω από το ένα τρίτο των γυναικών ξεκίνησαν να καπνίζουν πριν τα 17 έτη.
Η πρόωρη έναρξη συνδέεται με μεγαλύτερη εξάρτηση, δυσκολία διακοπής και υψηλότερο κίνδυνο μακροχρόνιων νοσημάτων. Παράλληλα, παρατηρείται αύξηση της χρήσης εναλλακτικών προϊόντων νικοτίνης, όπως ηλεκτρονικά τσιγάρα και θερμαινόμενος καπνός, είτε ως συμπλήρωμα είτε ως υποκατάστατο του παραδοσιακού καπνίσματος.
Σε ορισμένες ηλικιακές ομάδες, η χρήση εναλλακτικών προϊόντων φτάνει το 20–21 %, γεγονός που αλλάζει την εικόνα της χρήσης νικοτίνης αλλά δεν μειώνει τον συνολικό κίνδυνο για την υγεία. Αυτές οι ηλικιακές ομάδες συμπεριλαμβάνουν και ανήλικους, μαθητές και μαθήτριες, στους οποίους αυτά τα νέα ήδη καπνού είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς.
Τι γίνεται στην ΕΕ
Σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ, η Ελλάδα ξεχωρίζει για τις υψηλές τιμές τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Ο μέσος όρος των ενηλίκων καπνιστών στην ΕΕ ανέρχεται σε περίπου 24%, με σημαντικές διαφορές ανά χώρα.
Βόρεια και δυτική ευρωπαϊκά κράτη, όπως Σουηδία, Ολλανδία και Δανία, εμφανίζουν πολύ χαμηλότερα ποσοστά (8–14 %), ενώ χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπως Βουλγαρία και Ρουμανία, καταγράφουν ποσοστά αντίστοιχα ή λίγο υψηλότερα από την Ελλάδα. Η κοινωνική αποδοχή και οι παραδοσιακές συνήθειες καπνίσματος φαίνεται να ενισχύουν την επίμονη υψηλή χρήση στην Ελλάδα.
Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας, που να εστιάζουν στην πρόληψη της έναρξης σε νεαρές ηλικίες, στην υποστήριξη διακοπής και στην ενίσχυση της ευαισθητοποίησης γύρω από τον κίνδυνο των εναλλακτικών προϊόντων νικοτίνης.
Παράλληλα, απαιτείται συντονισμένη πολιτική για τη μείωση της κοινωνικής αποδοχής του καπνίσματος και την ενίσχυση του περιβάλλοντος μη καπνιστών, τόσο σε δημόσιους χώρους όσο και σε ιδιωτικά περιβάλλοντα.
Αυτό όμως που δύσκολα μπορεί να αλλάξει είναι ότι το κάπνισμα, στις νεαρές ηλικίες, παραμένει μέσο αναγνώρισης, κοινωνικής αποδοχής από συνομήλικους και πολλές φορές και επίδειξης. Αυτό σίγουρα δεν έχει αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν και μία απλή επίσκεψη στο πλησιέστερο Λύκειο της γειτονιάς σας θα σας πείσει.