Η Ε.Ε. είναι αδύναμη να αντιμετωπίσει ενιαία την κρίση
✨Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στη διαμόρφωση ενιαίας ενεργειακής στρατηγικής, επιλέγοντας προσωρινά μέτρα αντί για ριζικές λύσεις.
✨Οι διαφορές μεταξύ βόρειων χωρών με ανανεώσιμες πηγές και νοτίων που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα δημιουργούν συγκρούσεις συμφερόντων και διαφορετικές προτεραιότητες.
✨Οι χώρες του Βορρά επιμένουν σε αυστηρές πολιτικές για την πράσινη μετάβαση, ενώ οι χώρες του Νότου ζητούν άμεσες παρεμβάσεις για οικονομική ανακούφιση.
✨Η ΕΕ υιοθετεί συμβιβαστικές λύσεις που κερδίζουν χρόνο, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τη βαθύτερη ενεργειακή κατακερματισμένη κρίση και τις πολιτικές διαφορές.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την εμπειρία της από διαδοχικές κρίσεις τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες στη διαμόρφωση μιας ενιαίας και αποτελεσματικής στρατηγικής διαχείρισης.
Του Μιχάλη Χριστοδουλίδη*

Η πρόσφατη ενεργειακή αναταραχή που συνδέεται με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ανέδειξε για ακόμη μία φορά το ίδιο πρόβλημα: αντί για άμεσες και συντονισμένες λύσεις, η ΕΕ επιλέγει κυρίως προσωρινά μέτρα, μεταθέτοντας ουσιαστικά τις αποφάσεις για το μέλλον.
Αν και σε επίπεδο δηλώσεων γίνεται λόγος για κοινή δράση, στην πράξη οι αποφάσεις παραμένουν ασαφείς, χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και χωρίς εγγυήσεις εφαρμογής από όλα τα κράτη-μέλη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται να εξετάσει παρεμβάσεις σε πολλούς τομείς, όπως το κόστος καυσίμων, οι χρεώσεις δικτύου, η φορολογία και το σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS). Ωστόσο, τα μέτρα που προτείνονται χαρακτηρίζονται ως «προσωρινά», «στοχευμένα» και «προσαρμοσμένα», κάτι που δείχνει μεν προσοχή, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει έλλειψη πολιτικής βούλησης για πιο ριζικές και οριζόντιες λύσεις.
Η βασική αιτία αυτής της αδυναμίας βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί ένα ενεργειακά ομοιογενές σύνολο. Αντίθετα, είναι χωρισμένη σε διαφορετικά ενεργειακά «μπλοκ», με κάθε ομάδα χωρών να έχει διαφορετικές ανάγκες, προτεραιότητες και επίπεδα εξάρτησης από τις πηγές ενέργειας.
Οι χώρες του Βορρά και της Κεντρικής Ευρώπης έχουν επενδύσει εδώ και χρόνια σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας, όπως οι ανανεώσιμες πηγές και η πυρηνική ενέργεια. Ως αποτέλεσμα, είναι λιγότερο εξαρτημένες από τα ορυκτά καύσιμα και συνεπώς λιγότερο ευάλωτες σε διεθνείς κρίσεις που προκαλούν αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Για τις χώρες αυτές, η πράσινη μετάβαση αποτελεί ήδη μια πραγματικότητα, και δεν έχουν ισχυρό κίνητρο να μεταβάλουν την πορεία τους ή να επιβαρυνθούν οικονομικά για να στηρίξουν άλλες οικονομίες.
Αντίθετα, οι χώρες του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης εξακολουθούν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε συμβατικά καύσιμα, όπως το φυσικό αέριο, το LNG και σε ορισμένες περιπτώσεις ο άνθρακας. Οι οικονομίες τους είναι πιο ευάλωτες στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών, γεγονός που καθιστά τις ενεργειακές κρίσεις ιδιαίτερα επώδυνες. Για τον λόγο αυτό, ζητούν πιο άμεσες και δραστικές παρεμβάσεις, όπως η επιβολή πλαφόν στις τιμές, η μείωση των φόρων ή η χαλάρωση των περιβαλλοντικών περιορισμών.
Αυτή η διαφοροποίηση οδηγεί σε σύγκρουση συμφερόντων. Οι ενεργειακά πιο «προηγμένες» χώρες δεν επιθυμούν να επιβαρυνθούν με το κόστος στήριξης των υπολοίπων, ούτε να καθυστερήσουν την πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα. Αντίθετα, επιμένουν στη διατήρηση αυστηρών πολιτικών, όπως η τιμολόγηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, θεωρώντας ότι αυτές λειτουργούν ως κίνητρο για επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.
Από την άλλη πλευρά, οι χώρες που δεν έχουν ολοκληρώσει την ενεργειακή τους μετάβαση θεωρούν ότι οι ίδιες πολιτικές τις επιβαρύνουν δυσανάλογα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Το κόστος του άνθρακα και οι περιβαλλοντικές «ποινές» αυξάνουν το ήδη υψηλό ενεργειακό κόστος, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Έτσι, αντιδρούν σε μια ενιαία πολιτική που δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές αφετηρίες.
Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η υιοθέτηση συμβιβαστικών λύσεων. Η ΕΕ επιλέγει ένα μείγμα βραχυπρόθεσμης ανακούφισης και μεσοπρόθεσμων μεταρρυθμίσεων, αποφεύγοντας όμως τις ριζικές αποφάσεις που θα μπορούσαν να δώσουν οριστική λύση. Με αυτόν τον τρόπο, κερδίζεται χρόνος, αλλά δεν αντιμετωπίζεται η ουσία του προβλήματος.
Συμπερασματικά, η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαμορφώσει μια ενιαία ενεργειακή πολιτική δεν οφείλεται μόνο σε τεχνικές δυσκολίες, αλλά κυρίως σε βαθιές πολιτικές και οικονομικές διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών. Όσο η Ευρώπη παραμένει ενεργειακά κατακερματισμένη, με χώρες που ακολουθούν διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης και έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα, η επίτευξη μιας κοινής στρατηγικής –ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης– θα παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι ανέφικτη.
*Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ, Ενεργειακός Αναλυτής