Εισαγγελία Πρωτοδικών: Στο αρχείο η υπόθεση για το πόθεν έσχες του Παναγόπουλου

 Εισαγγελία Πρωτοδικών: Στο αρχείο η υπόθεση για το πόθεν έσχες του Παναγόπουλου
💡 AI Summary by Libre

Ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών αρχειοθέτησε τη δικογραφία κατά του Γ. Παναγόπουλου για μη δήλωση πόθεν έσχες, καθώς δεν ήταν υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης.

Παρά την αρχειοθέτηση, η Οικονομική Εισαγγελία συνεχίζει την έρευνα για κακουργήματα υπεξαίρεσης και ξεπλύματος μαύρου χρήματος, με δεσμεύσεις λογαριασμών και ακινήτων.

Η έρευνα αφορά κακοδιαχείριση κονδυλίων επαγγελματικής κατάρτισης και εξετάζει επίσης άλλους εμπλεκόμενους, όπως την πρώην Γενική Γραμματέα Εργασίας και τον σύζυγό της.

Ο Γ. Παναγόπουλος δηλώνει εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη, καταγγέλλει διαρροές και πολιτικές σκοπιμότητες, και δεσμεύεται να υπερασπιστεί τον θεσμικό του ρόλο με συνέπεια.

Για νομικούς λόγους, σύμφωνα με τους οποίους δεν ήταν υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες, ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών αποφάσισε την αρχειοθέτηση της δικογραφίας για τον Γ. Παναγόπουλο, πρόεδρο της ΓΣΣΕ. Η δικογραφία αφορούσε πιθανή μη δήλωση περιουσιακών στοιχείων ύψους 3,2 εκατ. ευρώ, που είχε εντοπιστεί από την Αρχή για το ξέπλυμα χρήματος, η οποία είχε προτείνει διερεύνηση σε επίπεδο κακουργήματος.

Η αρχειοθέτηση κρίθηκε σε νομικό επίπεδο, καθώς ο κ. Παναγόπουλος δεν ήταν υπόχρεος σε δήλωση πόθεν έσχες. Η δικογραφία έχει ήδη διαβιβαστεί στον εισαγγελέα Εφετών, προκειμένου να συναινέσει ή όχι στην αρχειοθέτηση.

Παρά την αρχειοθέτηση της υπόθεσης πόθεν έσχες, η έρευνα για τα κέντρα κατάρτισης συνεχίζεται κανονικά από την Οικονομική Εισαγγελία, με τον κ. Παναγόπουλο να ελέγχεται για δύο κακουργήματα: υπεξαίρεση και ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Το πόρισμα του Χαράλαμπου Βουρλιώτη, επικεφαλής της Αρχής και επίτιμου αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχει ήδη αποσταλεί στην Εισαγγελία Αθηνών. Παράλληλα, έχουν δεσμευθεί οι λογαριασμοί του, έξι συνεργών του και έξι εταιρειών, καθώς και δύο ακίνητα.

Η έρευνα εστίασε στην τελευταία πενταετία (2020-2025) και συνδέει τα ευρήματα με κακοδιαχείριση κονδυλίων από προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης. Παρά το γεγονός ότι ο κ. Παναγόπουλος δεν ήταν υπόχρεος πόθεν έσχες με τη γενική έννοια, εκτιμήθηκε ότι λόγω του ρόλου του ως πρόεδρος ιδρυμάτων της ΓΣΕΕ όφειλε να καταθέτει δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης για τα ποσά που φέρονται να διακινήθηκαν.

Στην έρευνα της Αρχής εντάσσεται επίσης η πρώην Γενική Γραμματέας Εργασίας, Άννα Στρατινάκη, για την οποία εντοπίστηκε απόκλιση 1,3 εκατ. ευρώ στις δηλώσεις πόθεν έσχες. Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζεται και ο σύζυγός της, Ανδρέας Γεωργίου, νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας κατάρτισης, ο οποίος φέρεται να μην δήλωσε περιουσία ύψους 700.000 έως 800.000 ευρώ κατά το έτος 2023-2024.

Σε δήλωσή του ο Γιάννης Παναγόπουλος αναφέρει τα εξής:

«Τις τελευταίες εβδομάδες εξελίχθηκε μια δημόσια συζήτηση γύρω από το πρόσωπό μου, η οποία στηρίχθηκε σε διαρροές, non papers και εικασίες, πριν καν ολοκληρωθεί η θεσμική διαδικασία και χωρίς να μου έχει επιδοθεί οποιοδήποτε επίσημο πόρισμα.

Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη «υπόθεση μη υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες και αποκρυφθέντα εισοδήματα 3,2 εκατομμυρίων ευρώ», μετά την υποβολή των εξηγήσεών μου και την αξιολόγηση όλων των στοιχείων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας έθεσε την υπόθεση στο αρχείο.

Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει με τον πιο επίσημο τρόπο ότι δεν προέκυψαν στοιχεία που να στοιχειοθετούν οποιαδήποτε παράβαση και, συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω ποινικής διερεύνησης.

Με απλά λόγια. Μια υπόθεση που παρουσιάστηκε επί εβδομάδες ως «σοβαρή καταγγελία» και «μεγάλο σκάνδαλο», κατέληξε χωρίς αντικείμενο.

Την ίδια στιγμή, για την πρώτη χρονικά υπόθεση, για την οποία εκδόθηκε διάταξη δέσμευσης, δεν έχουμε μέχρι σήμερα κληθεί να λάβουμε γνώση οποιουδήποτε πορίσματος, ενώ εκκρεμεί και η προσφυγή που έχουμε καταθέσει κατά της σχετικής διάταξης.

Κι όμως, στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης, όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως ήδη κλεισμένα και δεδομένα. Δεν ήταν. Και αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι η ουσία. Γιατί πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη, κάποιοι φρόντισαν να μιλήσουν για αυτήν. Και όχι σε τυχαίο χρόνο.

Η πρώτη οργανωμένη δημοσιοποίηση των σχετικών ισχυρισμών συνέπεσε με τη συζήτηση στη Βουλή για μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη που δεν είναι άλλη από την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων με ενισχυμένο ρόλο της ΓΣΕΕ, που επαναφέρουν δικαιώματα και καλύπτουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους.

Η σύμπτωση αυτή γεννά εύλογα και σοβαρά ερωτήματα.

Ιδιαίτερα όταν τα όσα διακινήθηκαν φέρονται να προέρχονται από τον επικεφαλής Ανεξάρτητης Αρχής, κ. Βουρλιώτη, δημιουργείται ένα ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα. Μια Ανεξάρτητη Αρχή οφείλει να λειτουργεί με θεσμική ουδετερότητα, διαφάνεια και σεβασμό στις διαδικασίες, όχι μέσω διαρροών και διαμόρφωσης εντυπώσεων πριν την ολοκλήρωση της κρίσης.

Όταν αυτό δεν τηρείται, δεν πλήττεται μόνο ένα πρόσωπο.
Πλήττεται η αξιοπιστία των θεσμών και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο Κράτος Δικαίου.

Γιατί, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τον κόσμο της εργασίας, επιχειρήθηκε να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση από το ουσιαστικό διακύβευμα σ’ ένα σκηνικό εντυπώσεων και αμφισβήτησης;
Ποιον εξυπηρετεί αυτή η επιλογή;

Για μένα, το διακύβευμα ήταν και παραμένει ένα. Η ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και η ύπαρξη ενός ισχυρού, ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κινήματος.

Σ’ αυτή τη διαδρομή, ήταν αναμενόμενο ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις, πιέσεις και επιθέσεις. Όμως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποχώρηση.

Ως Πρόεδρος της ΓΣΕΕ, με πολυετή παρουσία και ευθύνη στον χώρο της εργασίας, έχω αποδείξει ότι μπορώ να αντέχω, να υπερασπίζομαι και να προχωρώ. Και αυτό θα συνεχίσω να κάνω, με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.

Με καθαρό λόγο, με θεσμική συνέπεια και με πλήρη επίγνωση της ευθύνης που μου έχουν αναθέσει οι εργαζόμενοι.

Ταυτόχρονα, τα ερωτήματα που προκύπτουν από τον τρόπο και το χρόνο διακίνησης αυτών των ισχυρισμών δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα.

Για τον λόγο αυτό, σε συνεργασία με τους νομικούς μου συμβούλους, θα αξιοποιήσω κάθε νόμιμο μέσο για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την προστασία τόσο της προσωπικότητάς μου όσο και του θεσμικού ρόλου που εκπροσωπώ.

Η εμπιστοσύνη μου στη Δικαιοσύνη είναι δεδομένη. Όπως δεδομένη είναι και η δέσμευσή μου να συνεχίσω απρόσκοπτα το έργο για τους εργαζομένους.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που κρίνεται δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά η δύναμη και η φωνή της εργασίας».

Σχετικά Άρθρα