Απαγόρευση μπούρκας/ Η διάταξη που ετοιμάζει ο Πλεύρης, τι ισχύει σε άλλες χώρες
✨Η κυβέρνηση εξετάζει νομοθετική ρύθμιση για την απαγόρευση της μπούρκας, βασιζόμενη σε παραδείγματα ευρωπαϊκών χωρών και σχετική νομολογία.
✨Η απαγόρευση συνήθως αιτιολογείται με λόγους ασφαλείας, κοσμικότητας και κοινωνικής συμβίωσης, ενώ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο την έχει κρίνει νόμιμη υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
✨Διεθνείς συνθήκες προστατεύουν τη θρησκευτική ελευθερία, αλλά επιτρέπουν περιορισμούς για δημόσια ασφάλεια, τάξη και προστασία δικαιωμάτων τρίτων.
✨Η γαλλική έννοια της laïcité προωθεί τη θρησκευτική ουδετερότητα στο δημόσιο χώρο, επιβάλλοντας περιορισμούς κυρίως σε σχολεία και δημόσιους χώρους.
Το ενδεχόμενο κατάθεσης νομοθετικής ρύθμισης για την απαγόρευση της μπούρκας εξετάζει η κυβέρνηση σύμφωνα με τον κ. Θάνο Πλεύρη. Η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας σε ορισμένα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστά ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης πολιτικής και νομικής πραγματικότητας. Πρόκειται για μια απροσδιόριστη μεθόριο μεταξύ θρησκευτικής ελευθερίας και κρατικής ουδετερότητας, ατομικής επιλογής και κοινωνικής ενσωμάτωσης, πολυπολιτισμικότητας και επιβολής «απελευθερωτικών» πολιτικών.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου μιλώντας στην Ολομέλεια της Βουλής εξήγησε πως «είμαστε ακόμα στο στάδιο εξέτασης. Δεν μπορώ να σας δώσω ακριβές χρονοδιάγραμμα ούτε το εύρος της ρύθμισης. Θα είμαι έτοιμος να σας το πω το προσεχές διάστημα. Σε αυτό το στάδιο εξετάζουμε το ρυθμιστικό πλαίσιο που εφαρμόζουν άλλες χώρες και την σχετική νομολογία» για να προσθέσει σε άλλο σημείο «Υπάρχουν χώρες που το απαγορεύουν σε σχολεία, άλλες το επεκτείνουν σε δημόσιους χώρους ή Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Εξετάζουμε συνολικά τα διάφορα πλαίσια και το επόμενο διάστημα θα έχουμε σαφή τοποθέτηση».
Ο κ. Πλεύρης απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του κ. Στ. Φωτόπουλου (Ελλ. Λύση) σημείωσε πως έρευνα που πραγματοποίησε το προηγούμενο διάστημα η Υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Σέβη Βολουδάκη έδειξε πως το φαινόμενο της μπούρκας δεν είναι έντονο στον μουσουλμανικό πληθυσμό που μένει στην Ελλάδα. “Λίγα κορίτσια που μένουν σε δομές ανηλίκων ή σε ημιαυτόνομες δομές φορούν μπούρκα αλλά πολλά από αυτά υποχρεώνονται σε αυτές τις επιλογές γιατί σε διαφορετική περίπτωση στοχοποιούνται από άντρες» είπε σε άλλο σημείο για να επισημάνει ωστόσο πως σε ζητήματα δικαιωμάτων δεν χωρούν ποσοτικές προσεγγίσεις.
Τι συμβαίνει διεθνώς
Η απαγόρευση της μπούρκας (ολόσωμο ένδυμα) και του νικάμπ (κάλυψη προσώπου) σε δημόσιους χώρους αποτελεί μια τάση που εξαπλώνεται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να έχει κρίνει τέτοιες απαγορεύσεις ως νόμιμες. Η απαγόρευση συνήθως επικαλείται λόγους ασφαλείας, κοσμικότητας (laïcité) ή «συμβίωσης»

Χώρες με Πλήρη ή Σημαντική Απαγόρευση
- Γαλλία: Ήταν η πρώτη χώρα που απαγόρευσε πλήρως την κάλυψη του προσώπου σε δημόσιους χώρους το 2011.
- Βέλγιο: Επέβαλε παρόμοια απαγόρευση το 2011, με ποινές που περιλαμβάνουν πρόστιμα ή ακόμα και φυλάκιση.
- Αυστρία: Ισχύει απαγόρευση της μπούρκας σε δημόσιους χώρους (νόμος 2017).
- Δανία: Έχει επιβάλει απαγόρευση κάλυψης προσώπου σε δημόσιους χώρους, με συζητήσεις για επέκταση της σε σχολεία/πανεπιστήμια.
- Ελβετία: Μετά από δημοψήφισμα το 2021, η απαγόρευση («burqa ban») τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2025, απαγορεύοντας την κάλυψη προσώπου σε δημόσιους χώρους.
- Βουλγαρία: Εφαρμόζει μερική/τοπική απαγόρευση σε δημόσιους χώρους.
- Πορτογαλία: Τον Οκτώβριο του 2025, το κοινοβούλιο ενέκρινε νομοσχέδιο για την απαγόρευση της κάλυψης προσώπου για θρησκευτικούς/φυλετικούς λόγους σε δημόσιους
Χώρες με Μερική Απαγόρευση
- Ολλανδία: Ισχύει μερική απαγόρευση σε συγκεκριμένους δημόσιους χώρους (σχολεία, νοσοκομεία, μέσα μεταφοράς).
- Γερμανία: Υπάρχουν μερικές απαγορεύσεις σε ορισμένα κρατίδια, κυρίως για δημόσιους υπαλλήλους ή στα σχολεία.
- Ιταλία & Ισπανία: Δεν υπάρχει καθολική εθνική απαγόρευση, αλλά τοπικές απαγορεύσεις σε ορισμένες πόλεις (π.χ. Καταλονία).
- Νορβηγία: Έχει απαγορεύσει τη μπούρκα/νικάμπ σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, σχολεία και πανεπιστήμια.
Ποιά είναι η τάση- Υπάρχει ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θρησκευτικής ελευθερίας;
Το θέμα, πάντως, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η ερευνήτρια του Ομίλου Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεμάτων Αριάννα Αργυριάδου γράφει σχετικά:
Πλήθος διεθνών συνθηκών οι οποίες συγκροτούν το διεθνές και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, κατοχυρώνουν το θεμελιώδες δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Ειδικότερα, παραδείγματος χάριν, το Άρθρο 18, παράγραφος 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) προβλέπει την προστασία του δικαιώματος κάθε ατόμου να υιοθετεί και να εκδηλώνει τη θρησκεία ή την πεποίθηση του, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, μέσω λατρευτικών πράξεων, τελετουργιών και διδασκαλίας. Ωστόσο, αξίζει να υπογραμμιστεί πως το ίδιο το κείμενο της συνθήκης ορίζει πως η άσκηση της ελευθερίας αυτής μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς, εφόσον αυτοί προβλέπονται από το νόμο και είναι αναγκαίοι για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, τάξης, υγείας ή ηθικής, ή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων (United Nations, 1996, Art.18, par.3). Στο πλαίσιο αυτής της διακριτικής ευχέρειας περιορισμού φαίνεται να εδράζεται μία «ειδική γαλλική περίπτωση» (Costa-Lascoux, 2006), μια ριζοσπαστική εκδοχή της κοσμικότητας, γνωστή ως laïcité.

Η αρχή της laïcité αναφέρεται στον εκκοσμικευμένο χαρακτήρα του κράτους (Scott 2007). Βασίζεται στην ιδέα ότι η θρησκεία αποτελεί ιδιωτική υπόθεση και οφείλει να παραμένει διαχωρισμένη από τη δημόσια σφαίρα. Από τη στιγμή, λοιπόν, που η θρησκεία βρίσκεται εντός του ιδιωτικού πεδίου, το κράτος δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στην άσκηση και εκδήλωση της (Scott 2007). Ενώ κατά τον 18ο και 19ο αιώνα ο κανονιστικός σκοπός της laïcité ήταν η εδραίωση του κοσμικού κράτους («laïcité-séparation»), και στις αρχές του 20ου αιώνα η διασφάλιση της θρησκευτικής ουδετερότητας με πλήρη σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας («laïcité-neutralité»), η είσοδος στον 21ο αιώνα σημαδεύτηκε από μια «μαχητική» εκδοχή της laïcité (Καράντζιος, 2024).
Η προστασία της δημόσιας τάξης, η διατήρηση της κρατικής συνοχής και η αποτροπή, ενδεχομένως, ενός θρησκευτικού κοινοτισμού αποτέλεσαν τα νομιμοποιητικά θεμέλια για την εφαρμογή αυτής της πιο ενεργητικής μορφής θρησκευτικής ουδετερότητας στο γαλλικό δημόσιο χώρο (Καράντζιος, 2024).
Αφετηρία στην επιβολή περιορισμών της χρήσης της ισλαμικής μαντίλας σε δημόσιους χώρους αποτέλεσε η Γαλλία. Αν και οι ρίζες της ιδεολογίας της laïcité ανάγονται στην Γαλλική Επανάσταση και αργότερα την γαλλική αποικιοκρατία, το ζήτημα μετατράπηκε σε δεσμευτικό κανονιστικό πλαίσιο μέσω της εθνικής νομοθεσίας που ψηφίστηκε το 2004 και το 2010, με την απαγόρευση των ενδυμάτων τα οποία υποδηλώνουν θρησκευτική ταυτότητα, αλλά και με τις τοπικές απαγορεύσεις του γυναικείου μπουρκίνι το 2017 (Τζινιέρη, 2018). Σύμφωνα με τον Καράντζιο (2024), δεν είναι τυχαίο ότι το σχολικό περιβάλλον αποτέλεσε τον πρώτο χώρο εφαρμογής της «μαχητικής» laïcité, καθώς συνδέεται άμεσα με την καλλιέργεια της πολιτικής και κοινωνικής ταυτότητας των μελλοντικών πολιτών.
Ειδικότερα, το 2004, έπειτα από την αποβολή δύο μαθητριών στην γαλλική πόλη Aubervilliers, έντονες αντιπαραθέσεις και με την σύσταση μιας ερευνητικής επιτροπής για το θέμα, ο Πρόεδρος της Γαλλίας Ζακ Σιράκ αποδέχθηκε την πρόταση νόμου και τον Μάρτιο, του ίδιου έτους, ο εν λόγω νόμος τέθηκε σε ισχύ. Αποφασίστηκε δηλαδή, ότι το δημόσιο λαϊκό σχολείο θα παραμείνει ένας ουδέτερος χώρος μέσω του οποίου θα συντελείται η διαμόρφωση της ταυτότητας των Γάλλων πολιτών (Scott, 2007). Ο νόμος του 2004 περιλαμβάνει δύο βασικές πτυχές αφενός την απαγόρευση των θρησκευτικών συμβόλων στο σχολικό περιβάλλον και αφετέρου την διαπαιδαγώγηση. Εάν μαθητής αρνηθεί να συμμορφωθεί με την απαγόρευση, το σχολείο υποχρεούται να έρθει σε διάλογο μαζί του, προκειμένου να πειστούν ο ίδιος και οι οικείοι του (CAA Lyon, 2006). Οι ρυθμίσεις, ωστόσο, συνεχίστηκαν και εξειδικεύτηκαν, με την ψήφιση νέων νόμων τα επόμενα χρόνια. Έτσι, αργότερα, το 2010, το γαλλικό κοινοβούλιο ενέκρινε νόμο που απαγορεύει στις μουσουλμάνες γυναίκες να φορούν τη μαντίλα που καλύπτει ολοκληρωτικά το πρόσωπο (μπούρκα ή νικάμπ) σε δημόσιους χώρους και τον Απρίλιο του 2011 ο νόμος τέθηκε σε ισχύ (BBC, 2018).
Κάποιοι μελετητές ερμηνεύουν την απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στη Γαλλία ως εναντίωση στην καταπίεση και τη χειραγώγηση, που βιώνουν οι μουσουλμάνες γυναίκες, εντός και εκτός συνόρων, στο πλαίσιο θρησκευτικών ή πολιτισμικών επιταγών (Scott, 2017). Από την άλλη πλευρά, φορείς και άτομα του φεμινιστικού, αλλά και ακαδημαϊκού χώρου, τάχθηκαν κατά του νόμου, χωρίς ωστόσο να υποστηρίζουν γενικά την χρήση της ισλαμικής μαντίλας (Gaspard, 2006). Υπογράμμισαν, δηλαδή, ότι εφόσον οι μαθήτριες που αποβλήθηκαν, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν πράγματι θύματα του ισλαμισμού και της πατριαρχίας, ο αποκλεισμός τους από την εκπαίδευση δεν αποτελούσε λύση (Gaspard, 2006). Αντιθέτως, με αυτό τον τρόπο, ήταν πιθανόν να οδηγηθούν έμμεσα σε θρησκευτικά ιδιωτικά σχολεία ή σε πρόωρους, συμφωνημένους γάμους, ενώ ταυτόχρονα ενισχυόταν η διάκριση εις βάρος τους (Τζινιέρη, 2018).
Την απόφαση της Γαλλίας ως προς την απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στους δημόσιους χώρους ακολούθησε το Βέλγιο, το οποίο το 2011 ψήφισε νόμο, που απαγορεύει την κάλυψη του προσώπου σε δημόσιους χώρους, περιλαμβάνοντας την μουσουλμανική μπούρκα και το νικάμπ. Οι παραβάτες τιμωρούνται με πρόστιμο και, ενδεχομένως, ποινή φυλάκισης έως 7 ημερών. Τον Δεκέμβριο του 2012, το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου απέρριψε προσφυγές κατά της απαγόρευσης, κρίνοντας ότι αυτή δεν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τελικά, το 2017, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε πως ο βελγικός νόμος δεν παραβίαζε τα άρθρα της Σύμβασης που επικαλούνταν οι προσφεύγοντες/ουσες (BBC, 2018). Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ δικαιολόγησε την απαγόρευση, στηριζόμενο στην έννοια του «διαβιούμε μαζί» («vivre ensemble»), επισημαίνοντας ότι το πρόσωπο φέρει μια κυρίαρχη θέση στην κοινωνική διάδραση και, άρα, η απόκρυψη του κωλύει τις διαπροσωπικές επαφές (European Court of Human Rights, S.A.S. v. France, 2014, paragr.121-122).
Έναν χρόνο αργότερα, η Ελβετία ακολούθησε το παράδειγμα της Γαλλίας. Συγκεκριμένα, το 2013, το ιταλόφωνο Ticino, ένα από τα 26 καντόνια της Ελβετίας, έγινε το πρώτο καντόνι της χώρας, το οποίο απαγόρευσε την πλήρη κάλυψη του προσώπου σε δημόσιους χώρους, έπειτα από δημοψήφισμα στο οποίο το 65% των ψηφοφόρων ψήφισε υπέρ της απαγόρευσης (Lob, 2013). Στις 7 Μαρτίου του 2021, η Ελβετία προχώρησε σε εθνικό δημοψήφισμα σχετικά με την συγκεκριμένη απαγόρευση, με πρωτοβουλία του Ελβετικού Λαϊκού Κόμματος (SVP), το οποίο χρησιμοποιούσε εκτενώς το σλόγκαν «Σταματήστε τον Εξτρεμισμό». Το δημοψήφισμα αφορούσε την μπούρκα και το νικάμπ, όχι, όμως, την μαντίλα, η οποία καλύπτει μόνο τα μαλλιά (BBC News, 2021). Από την 1η Ιανουαρίου του 2025 τέθηκε σε ισχύ η απαγόρευση της μπούρκας σε δημόσιους χώρους, κοινώς γνωστή ως “burqa ban”, η οποία ενσωματώθηκε στο Ελβετικό Σύνταγμα μέσω της προσθήκης του άρθρου 10α (Gesley, 2025). Η εφαρμογή της απαγόρευσης και οι κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση καθορίζονται από τον Ομοσπονδιακό Νόμο, ο οποίος προβλέπει πρόστιμο έως 1000 ελβετικά φράγκα για τους παραβάτες. Εξαίρεση αποτελούν χώροι λατρείας, λόγοι δημόσιας ασφάλειας, καιρικών συνθηκών ή τοπικών εθίμων (Fedlex, 2025). Παρόμοιες ρυθμίσεις ακολούθησαν χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Ιταλία το 2016, η Αυστρία το 2017 και η Δανία το 2018 (BBC News, 2018).
Σε αυτό το πλαίσιο προκύπτει το ερώτημα του εάν μπορεί να υπάρξει μία γέφυρα μεταξύ της τάσης προς περιορισμούς και της ενσωμάτωσης της μουσουλμανικής θρησκείας στα ευρωπαϊκά σύνορα.
Στη σκιά αυτού του προβληματισμού αναδύεται η έννοια του «Ευρωϊσλάμ». Πλήθος ευρωπαίων ερμηνεύει τον όρο ως μέσο εξευρωπαϊσμού του Ισλάμ, με στόχο την γέννηση ενός «κοσμικού» Ισλάμ, μιας εκμοντερνισμένης θρησκευτικής σύνθεσης, που διατηρεί τον πυρήνα της πίστης ενώ προσαρμόζεται στην δυτική «κοσμική» κουλτούρα (Karić, 2002). Ορισμένοι μελετητές συνδέουν την έννοια του Ευρωϊσλάμ με αυτήν της laïcité, κυρίως σε χώρες όπως η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η κοσμικότητα είναι πιο πλουραλιστική και ευέλικτη. Σε αυτές τις χώρες, η πιο ανοιχτή αντίληψη για τη θρησκεία επιτρέπει την ενσωμάτωση του Ισλάμ στην κοινωνία με έναν τρόπο που διατηρεί την ταυτότητα της θρησκείας, ενώ παράλληλα προσαρμόζεται στις ευρωπαϊκές αξίες. Αντιθέτως, μια εναλλακτική ερμηνεία, σε χώρες όπως σαφώς η Γαλλία, αντιλαμβάνεται τις δύο έννοιες, του Ευρωϊσλάμ και της laïcité, ως βαθιά αντικρουόμενες. Υπό το πρίσμα αυτής της ανάλυσης, η γαλλική έννοια της laïcité θεμελιώνεται σε μια συντηρητική θεώρηση, η οποία προϋποθέτει μια κοινωνικά αόρατη θρησκευτικότητα και, εμμέσως, έναν εθνοκεντρικό προσανατολισμό. Η ιδεολογία της κοσμικότητας δεν είναι ουδέτερη, καθώς διαμορφώνεται από ανισορροπίες εξουσίας που ευνοούν την κυρίαρχη εθνοπολιτισμική ομάδα (Olivier, 2004).
Κατά συνέπεια, είναι αδιαμφισβήτητο πως οι σχετικές νομοθεσίες απαγόρευσης της ισλαμικής μαντίλας πυροδότησαν έντονη διχογνωμία. Σε ορισμένες προσεγγίσεις υπογραμμίζεται ότι οι σχετικές απαγορεύσεις δεν αποτελούν περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά συνιστούν θεμιτό μέτρο για την προστασία της δημόσιας τάξης. Στο πλαίσιο αυτό, το Γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο, με απόφαση του το 2010, έκρινε πως η θέσπιση της απαγόρευσης της κάλυψης του προσώπου σε δημόσιους χώρους βασίζεται στην προστασία της δημόσιας ασφάλειας και την εξασφάλιση των θεμελιωδών κανόνων κοινωνικής συμβίωσης.
Ειδικότερα, υπογράμμισε πως οι γυναίκες που αποκρύπτουν το πρόσωπό τους, ανεξαρτήτως του βαθμού συναίνεσης ή επιβολής, τίθενται σε καθεστώς κοινωνικού αποκλεισμού και κατωτερότητας προδήλως ασυμβίβαστο με τις συνταγματικές αρχές της ελευθερίας και της ισότητας (Conseil Constitutionnel, 2010). Παραμένει σαφώς αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με το κατά πόσο ένα κοινωνικά περιθωριοποιημένο Ισλάμ μπορεί να γίνει αποδεκτό εντός του κοσμικού πλαισίου της Γαλλίας, καθώς έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η συγκεκριμένη εκδοχή της laïcité ενδέχεται να έρχεται σε σύγκρουση με τις αρχές προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Baubérot, 2014, p. 31). Μάλιστα, ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν, υπενθύμισε, το 2023, με αφορμή αντιδράσεις που προκλήθηκαν για την εβραϊκή τελετή Χανουκά, η οποία περιλάμβανε θρησκευτικά σύμβολα και τελετουργίες σε δημόσιο κρατικό χώρο, δεδομένης της ουδετερότητας του κράτους, πως η έννοια ενός κοσμικού κράτους δεν συνεπάγεται την εξάλειψη των θρησκειών (BFMTV, 2023). Επιπροσθέτως, μελετητές υποστηρίζουν ότι το Ισλάμ δεν είναι ασύμβατο με τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», επισημαίνοντας ότι η θρησκευτική και πολιτιστική διαφορετικότητα μπορεί να ενσωματωθεί αρμονικά στην ευρωπαϊκή κοινωνία, εφόσον τηρούνται οι βασικές αρχές του σεβασμού και της αμοιβαίας αποδοχής (News247, 2020).
Συμπερασματικά, οι εν λόγω απαγορεύσεις εγείρουν ένα ανεπίλυτο νομικό αλλά και ηθικό ζήτημα, δημιουργώντας μία ιδεολογική αντίφαση, δεδομένης της επίδρασης τους σε κράτη δικαίου, που στηρίζονται στην αυτονομία του ατόμου, στην ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού και φυσικά στη θρησκευτική ανεξαρτησία. Παρά την εκτενή νομική συζήτηση και την πληθώρα θεωρητικών προσεγγίσεων, η συζήτηση για την νομιμότητα και την θεμιτότητα των παραπάνω περιορισμών παραμένει ανοιχτή. Υπό το πρίσμα των παραπάνω, όπως σημειώνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε κάθε περίπτωση, το Ισλάμ βρίσκεται σε μια διαδικασία μετασχηματισμού, εξελισσόμενο από θρησκεία των μεταναστών σε μια θρησκεία που δικαιωματικά αποτελεί τμήμα της ευρωπαϊκής πραγματικότητας (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2004-2009).