Explainer/ Στο “μυαλό” του Τραμπ: Ο Αθ. Πλατιάς αναλύει τα σενάρια έκβασης του πολέμου
✨Ο Αθανάσιος Πλατιάς αναλύει τις στρατηγικές πτυχές της σύγκρουσης στο Ιράν, επισημαίνοντας ότι οι επίσημοι στόχοι μπορεί να είναι περιορισμένοι.
✨Εξετάζει τέσσερα σενάρια πολέμου, από περιορισμένα αεροπορικά πλήγματα μέχρι άνευ όρων παράδοση, αλλαγή εντός καθεστώτος ή κατακερματισμό της χώρας.
✨Η σύγκρουση συνδέεται με γεωπολιτική αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας, καθώς αποδυναμωμένο Ιράν θα έπληττε την ενεργειακή στρατηγική του Πεκίνου στην Ευρασία.
✨Το πιθανότερο είναι η διαμόρφωση ενός νέου περιφερειακού συστήματος ασφαλείας, με το Ιράν να χάνει στρατηγική αυτονομία χωρίς απαραίτητα καθεστωτική αλλαγή.
Στο άρθρο που ακολουθεί, ο Αθανάσιος Πλατιάς, Ομότιμος Καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και Πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, αναλύει τις αθέατες πτυχές της σύγκρουσης στο Ιράν, θέτοντας το κρίσιμο ερώτημα: ποιο είναι το επιδιωκόμενο τελικό αποτέλεσμα (endstate) αυτού του πολέμου; Ενώ οι επίσημοι στόχοι επικεντρώνονται στην εξουδετέρωση του πυρηνικού προγράμματος και των περιφερειακών δικτύων της Τεχεράνης, ο κ. Πλατιάς επισημαίνει ότι οι πραγματικές στρατηγικές επιδιώξεις ενδέχεται να είναι πολύ ευρύτερες.
Με αφορμή τη δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι ο χάρτης της χώρας «μπορεί να μην μοιάζει ο ίδιος», ο καθηγητής εξετάζει τέσσερα πιθανά σενάρια: από έναν περιορισμένο πόλεμο αεροπορικών πληγμάτων και την ουτοπική άνευ όρων παράδοση, μέχρι το «μοντέλο της Βενεζουέλας» για εσωτερική αλλαγή υπό επιτήρηση ή ακόμη και τον πλήρη κατακερματισμό της κρατικής οντότητας του Ιράν.
Πέρα από την τοπική ανάφλεξη, το άρθρο αναδεικνύει τη βαθύτερη γεωπολιτική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, καθώς ένα αποδυναμωμένο Ιράν θα έπληττε καίρια την ενεργειακή και εμπορική στρατηγική του Πεκίνου στην Ευρασία. Πρόκειται για μια διεισδυτική ματιά σε μια ανακατανομή ισχύος που απειλεί να αλλάξει οριστικά την αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με τον κ. Πλατιά «οι πόλεμοι σπάνια διεξάγονται μόνο για τους λόγους που επικαλούνται δημόσια οι κυβερνήσεις. Οι επίσημοι στόχοι — η καταστροφή του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος, και η αποδυνάμωση των περιφερειακών δικτύων του Ιράν — είναι πραγματικοί. Είναι όμως επιχειρησιακοί στόχοι, όχι στρατηγικοί».
Όπως εξηγεί ο ίδιος «το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: ποιο είναι το επιδιωκόμενο τέλος αυτού του πολέμου; Η απάντηση δεν είναι προφανής. Η σύγκρουση έχει ήδη κλιμακωθεί και έχει εμπλέξει σχεδόν όλες τις γειτονικές χώρες του Ιράν, ενώ η ρητορική της Ουάσιγκτον αφήνει να εννοηθεί ότι οι στόχοι της εκστρατείας μπορεί να είναι ευρύτεροι από ό,τι δηλώνεται επισήμως. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του αμερικανικού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι, όταν τελειώσει ο πόλεμος, «ο χάρτης του Ιράν μπορεί να μην μοιάζει ο ίδιος». Η διατύπωση αυτή δεν αφορά απλώς το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Υποδηλώνει κάτι βαθύτερο: την πιθανότητα διαμελισμού του Ιράν και αναμόρφωσης της αρχιτεκτονικής ασφάλειας της περιοχής».
Όπως τονίζει στην συνέχεια «για να κατανοήσει κανείς τις πιθανές εξελίξεις, πρέπει να εξετάσει τα πιθανά σενάρια. Το σενάριο — που κατά καιρούς συζητιέται — για αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη με την εγκατάσταση μιας φιλελεύθερης, δημοκρατικής και φιλοδυτικής κυβέρνησης δεν θεωρείται ρεαλιστικό».
Και όπως περιγράφει υπάρχουν τέσσερα πιθανά σενάρια:
- «Το πρώτο πιθανό σενάριο είναι το σενάριο του περιορισμένου πολέμου. Η εκστρατεία αεροπορικών πληγμάτων στοχεύει στη συστηματική καταστροφή των στρατηγικών δυνατοτήτων του Ιράν: βάσεις πυραύλων, στρατιωτικές υποδομές, ναυτικές εγκαταστάσεις και δίκτυα των Φρουρών της Επανάστασης. Ο στόχος είναι να περιοριστεί δραστικά η ικανότητα της Τεχεράνης να απειλεί το Ισραήλ και τους γείτονές του, να διαταράσσει τις θαλάσσιες διαδρομές μέσω των Χούθι ή μέσω αποκλεισμού τωνΣτενών του Χορμούζ και να προβάλλει ισχύ στην περιοχή μέσω του λεγόμενου ‘‘άξονα της αντίστασης’’.
Η ιστορία προσφέρει σχετικά παραδείγματα. Το 1999 το ΝΑΤΟ χρησιμοποίησε αεροπορική ισχύ — και απειλή χερσαίας επέμβασης — εναντίον της Σερβίας για να επιβάλει πολιτικές παραχωρήσεις χωρίς κατοχή. Το 1998 οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχείρησαν με την επιχείρηση Desert Fox να αποδυναμώσουν το καθεστώς Σαντάμ χωρίς να εισβάλουν στο Ιράκ. Αν αυτή είναι η λογική, το αποτέλεσμα θα ήταν ένα αποδυναμωμένο αλλά λειτουργικό ιρανικό κράτος, με περιορισμένες όμως στρατιωτικές δυνατότητες.
2. Το δεύτερο είναι το σενάριο της άνευ όρων παράδοσης. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα απαιτήσει από το Ιράν«unconditional surrender», επαναφέροντας μια έννοια που χρησιμοποιήθηκε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ιστορικό πρότυπο είναι η Γερμανία και η Ιαπωνία του 1945 — χώρες που ηττήθηκαν πλήρως και αναδιοργανώθηκαν πολιτικά υπό την επίβλεψη των νικητών. Κάτι τέτοιο δεν είναι ρεαλιστικό στην παρούσα περίπτωση. Το Ιράν είναι χώρα σχεδόν 92 εκατομμυρίων κατοίκων, με ορεινή γεωγραφία και ισχυρό μηχανισμό εσωτερικής ασφάλειας. Για να επιτευχθεί πραγματικά μια τέτοια κατάληξη θα απαιτούνταν μαζική χερσαία εισβολή και πολυετής κατοχή — ένα ενδεχόμενο για το οποίο δεν υπάρχει πολιτική βούληση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
3. Το τρίτο σενάριο είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί σενάριο Βενεζουέλας. Στις αρχές του 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν στρατιωτική επιχείρηση στο Καράκας, συνέλαβαν τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο και τον μετέφεραν στις ΗΠΑ για δίκη. Την εξουσία ανέλαβε η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες, η οποία, υπό την πίεση της Ουάσιγκτον, προχώρησε σε όποιες παραχωρήσεις ζητήθηκαν. Το μοντέλο αυτό δεν είναι αλλαγή καθεστώτος αλλά αλλαγή μέσα στο καθεστώς: η υφιστάμενη δομή εξουσίας παραμένει, αλλά λειτουργεί πλέον υπό αμερικανική επιτήρηση.
Σε μια ιρανική εκδοχή αυτού του σεναρίου, η Τεχεράνη θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα, να καταστρέψει τους βαλλιστικούς πυραύλους και να διακόψει την υποστήριξη στους περιφερειακούς της συμμάχους — Χεζμπολάχ, Χούθι, ιρακινές παραστρατιωτικές οργανώσεις. Το καθεστώς θα επιβίωνε, αλλά θα είχε χάσει τη στρατηγική του αυτονομία.
4. Το τέταρτο σενάριο — όσο ακραίο και να φαίνεται — είναι ο κατακερματισμός της κρατικής οντότητας του Ιράν. Για το Ισραήλ, ο στρατηγικός στόχος φαίνεται να είναι πολύ πιο προχωρημένος από ό,τι προβλέπουν τα πιο πάνω σενάρια: η οριστική εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής. Από την ισραηλινή οπτική, το Ιράν αποτελεί εδώ και δεκαετίες τον βασικό χρηματοδότη και οργανωτή ενός δικτύου περιφερειακών οργανώσεων (Χεζμπολάχ, Χούθι) που απειλούν την ισραηλινή ασφάλεια. Η δραστική αποδυνάμωση του ιρανικού κράτους ώστε να προκύψει ο κατακερματισμός του θα σήμαινε την τελεσίδικη κατάρρευση αυτού του δικτύου.
Η ιστορία προσφέρει προειδοποιητικά παραδείγματα. Στη Λιβύη, η δυτική επέμβαση του 2011 ανέτρεψε το καθεστώς Καντάφι αλλά άφησε πίσω ένα διαλυμένο κράτος με αντίπαλες πολιτοφυλακές που δεν σταμάτησαν να συγκρούονται. Στη Συρία, η αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας οδήγησε σε πολυμέτωπο εμφύλιο. Το Ιράν είναι πολύ μεγαλύτερο και ισχυρότερο από τη Λιβύη ή τη Συρία. Ωστόσο διαθέτει και αυτό σημαντικές εθνοτικές μειονότητες που θα μπορούσαν να εργαλειοποιηθούν — Κούρδους στα βορειοδυτικά, Μπαλούτσι στα νοτιοανατολικά, Άραβες στο Χουζεστάν, Αζέρους στον βορρά. Ήδη έχει ξεκινήσει μια τέτοια συζήτηση για αξιοποίηση αυτών των μειονοτήτων, όπως για παράδειγμα των Κούρδων. Εάν η κεντρική εξουσία του Ιράν αποδυναμωθεί δραματικά, αυτές οι φυγόκεντρες τάσεις μπορεί να ενισχυθούν μέσω βοήθειας από εξωτερικούς δρώντες».
Ο κ. Πλατιάς αναφέρεται και στην πιθανότητα αυτός ο πόλεμος να αφορά και τον ανταγωνισμό μετά ΗΠΑ και Κίνας. Γράφει χαρακτηριστικά:
«Πίσω από αυτά τα σενάρια υπάρχει μια βαθύτερη γεωπολιτική διάσταση που συχνά παραβλέπεται. Το Ιράν αποτελεί κρίσιμο κρίκο στην ευρασιατική στρατηγική της Κίνας: σημαντικός προμηθευτής φθηνής ενέργειας, βασικός κόμβος στους χερσαίους διαδρόμους του λεγόμενου δρόμου του μεταξιού — Belt and Road Initiative — και μέρος ενός ευρύτερου ευρασιατικού ηπειρωτικού άξονα που περιλαμβάνει Μόσχα και Πεκίνο. Ένα εξασθενημένο ή διαλυμένο Ιράν θα δυσκόλευε την πρόσβαση της Κίνας στην ενέργεια του Περσικού Κόλπου, θα περιόριζε την αποτελεσματικότητα των ευρασιατικών διαδρόμων μεταφορών και θα αποδυνάμωνε τη γεωπολιτική παρουσία του Πεκίνου στην περιοχή. Με αυτή την έννοια, ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να ιδωθεί και ως περιφερειακό επεισόδιο του ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας.
Από αυτή την οπτική, η αμερικανική στρατηγική αφήνει ανοικτά δύο ενδεχόμενα. Πρώτη επιλογή, ένα ελεγχόμενο αποτέλεσμα τύπου Βενεζουέλας: το καθεστώς επιβιώνει αποδυναμωμένο, υπό αμερικανική επιτήρηση, χωρίς πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα, και χωρίς περιφερειακά δίκτυα. Εναλλακτικά, εάν το καθεστώς δεν υποκύψει στις αμερικανικές αξιώσεις, ένα κατακερματισμένο Ιράν — αποτέλεσμα όχι απαραίτητα ιδανικό, αλλά αποδεκτό. Και στις δύο περιπτώσεις, η στρατηγική αξία του Ιράν για την Κίνα περιορίζεται δραστικά, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνται οι συνθήκες για μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην περιοχή.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο πότε θα τελειώσει ο πόλεμος, αλλά κυρίως πώς. Εάν η δήλωση του Τραμπ ότι «ο χάρτης του Ιράν μπορεί να μην μοιάζει ο ίδιος» αποδειχθεί προφητική, η Μέση Ανατολή θα εισέλθει σε μια νέα περίοδο ανακατανομής ισχύος με απρόβλεπτες συνέπειες. Και το πιο δραματικό αποτέλεσμα αυτού του πολέμου ίσως να μην είναι η ήττα του ιρανικού καθεστώτος, αλλά η διάλυση της ίδιας της κρατικής οντότητας του Ιράν».