Economist: Γιατί η στρατηγική Τραμπ στο Ιράν κινδυνεύει να οδηγήσει σε χάος
✨Η εξόντωση του Αλί Χαμενεΐ από ΗΠΑ και Ισραήλ δεν οδήγησε στην κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος, που ανασυγκροτήθηκε άμεσα με νέα ηγεσία.
✨Η στρατηγική των ΗΠΑ χαρακτηρίζεται από ασάφεια στόχων, ενώ το Ισραήλ εστιάζει στην εξουδετέρωση της ιρανικής στρατιωτικής απειλής με σαφή στρατιωτικά μέσα.
✨Το Ιράν επιδιώκει την επιβίωση μέσω επέκτασης της σύγκρουσης σε πολλαπλά μέτωπα, προκαλώντας αναταράξεις στην περιοχή και αυξημένες παγκόσμιες οικονομικές ανησυχίες.
✨Η υποστήριξη στις ΗΠΑ για τον πόλεμο είναι διχασμένη, και ο Economist προτείνει περιορισμό στόχων για αποφυγή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και μακροχρόνιας σύγκρουσης.
Στην ανάγκη να δώσει ο Ντόναλντ Τραμπ σύντομα τέλος στον πόλεμο κατά του Ιράν εστιάζει ανάλυση του Economist, παραθέτοντας σειρά επιχειρημάτων. Η απόφαση ενός ηγέτη να διατάξει την εξόντωση ενός άλλου είναι εξαιρετικά σπάνια στη σύγχρονη διεθνή πολιτική. Ωστόσο, στα τέλη Φεβρουαρίου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ αυτό ακριβώς έκαναν: με την εξόντωση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν που ενέκριναν ο πρόεδρος των ΗΠΑ και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου.
Η επιχείρηση, που παρουσιάστηκε ως μεγάλη επιχειρησιακή επιτυχία από τον Τραμπ και τους επιτελείς του, αλλά και την ισραηλινή ηγεσία, κατάφερε ένα καίριο πλήγμα στο ιρανικό καθεστώς. Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η στρατιωτική επιτυχία μπορεί πράγματι να μετατραπεί σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Το ιρανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε
Παρά το πλήγμα στην κορυφή της εξουσίας, το ιρανικό σύστημα δεν κατέρρευσε. Η ηγεσία αντικαταστάθηκε σχεδόν αμέσως από μια προσωρινή τριανδρία, ενώ σύντομα μπορεί να ανακοινωθεί και νέος ανώτατος ηγέτης.
Και η ταχύτητα με την οποία το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης ανασυγκροτήθηκε δείχνει ότι η επιχείρηση ίσως να μην επιτυγχάνει τον βασικό πολιτικό στόχο των Τραμπ και Νετανιάχου: την αποσταθεροποίηση ή την ανατροπή της εξουσίας στο Ιράν, όπως σημειώνει το βρετανικό περιοδικό.
Η απουσία ξεκάθαρων στόχων του Τραμπ
Η βασική αδυναμία της στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται να είναι η έλλειψη σαφών πολεμικών στόχων. Όταν μια υπερδύναμη χρησιμοποιεί μια τόσο συντριπτική στρατιωτική μηχανή, οφείλει να γνωρίζει ακριβώς τι επιδιώκει.
Οι στόχοι ενός πολέμου καθορίζουν όχι μόνο τη στρατιωτική στρατηγική αλλά και τις θυσίες που απαιτούνται, καθώς και το πότε θα πρέπει να τερματιστούν οι εχθροπραξίες.
Στην περίπτωση αυτή, οι στόχοι του Ισραήλ είναι σχετικά σαφείς: η εξουδετέρωση της απειλής που συνιστά το ιρανικό καθεστώς και οι στρατιωτικές του δυνατότητες. Αντίθετα, η αμερικανική πλευρά φαίνεται να κινείται με ασαφή και μεταβαλλόμενα επιχειρήματα: από το πυρηνικό πρόγραμμα και τους βαλλιστικούς πυραύλους μέχρι μια γενικότερη επιθυμία αλλαγής καθεστώτος ή ακόμη και προληπτικής δράσης.
Πολιτικά, αυτή η ασάφεια προσφέρει ευελιξία. Στρατηγικά όμως αποτελεί σοβαρή αδυναμία, όπως λέει ο Economist.
Η στρατιωτική υπεροχή ΗΠΑ και Ισραήλ
Στο πεδίο των επιχειρήσεων, η εικόνα είναι διαφορετική. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν καταφέρει να πλήξουν σοβαρά τις στρατιωτικές υποδομές του Ιράν. Το ιρανικό ναυτικό έχει ουσιαστικά εξουδετερωθεί, η πολεμική του αεροπορία έχει καθηλωθεί, ενώ οι εγκαταστάσεις παραγωγής πυραύλων και όπλων δέχονται συνεχείς επιθέσεις.
Η κυριαρχία στον αέρα επιτρέπει στις δύο χώρες να επιχειρούν σχεδόν κατά βούληση. Παράλληλα, ισχυρά συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας προστατεύουν βάσεις και πόλεις στο Ισραήλ αλλά και στις χώρες του Κόλπου.
Παρόλα αυτά, το Ιράν συνεχίζει να εκτοξεύει πυραύλους και drones σε μεγαλύτερη κλίμακα από προηγούμενες συγκρούσεις. Μέχρι στιγμής οι αναχαιτίσεις φαίνεται να επαρκούν, αλλά το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση.
Η στρατηγική της επιβίωσης του ιρανικού καθεστώτος
Σε πολιτικό επίπεδο, η στρατηγική της Τεχεράνης φαίνεται να είναι διαφορετική: όχι η νίκη στο πεδίο της μάχης, αλλά η επιβίωση. Για το ιρανικό καθεστώς, το να αντέξει την πίεση μπορεί να θεωρηθεί νίκη.
Γι’ αυτό και επιχειρεί να επεκτείνει τη σύγκρουση σε πολλά μέτωπα.
Ήδη άλλες χώρες της περιοχής εμπλέκονται όλο και περισσότερο. Το Ιράν έχει επιτεθεί σε στόχους στις χώρες του Κόλπου, ενώ στον Λίβανο οι συγκρούσεις εντείνονται καθώς το Ισραήλ πλήττει τη Χεζμπολάχ, τον σημαντικότερο σύμμαχο της Τεχεράνης.
Παράλληλα, ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Βρετανία προετοιμάζονται να υπερασπιστούν τις βάσεις τους, ενώ ακόμη και το NATO έχει ήδη εμπλακεί στην αναχαίτιση πυραύλων.
Ο κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία
Σύμφωνα με την ανάλυση του Economist ο Τραμπ δεν θα πρέπει να ξεχνά επίσης τις σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου. Το Ιράν επιχειρεί να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.
Παράλληλα, έχουν σημειωθεί επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις της περιοχής, μεταξύ άλλων στη Σαουδική Αραβία. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές της ενέργειας έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά, προκαλώντας ανησυχία για την παγκόσμια οικονομία.
Ένα ακόμη πιο επικίνδυνο ενδεχόμενο αφορά την εσωτερική σταθερότητα του Ιράν. Περίπου το 40% του πληθυσμού ανήκει σε εθνοτικές μειονότητες, γεγονός που δημιουργεί τον κίνδυνο εσωτερικών συγκρούσεων.
Η υποστήριξη ένοπλων ομάδων, όπως οι Κούρδοι, στο εσωτερικό της χώρας θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση ή ακόμη και σε εμφύλιο πόλεμο, με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η ανάγκη για στρατηγική εξόδου
Σε πολιτικό επίπεδο στις Ηνωμένες Πολιτείες, η υποστήριξη για τον πόλεμο φαίνεται περιορισμένη. Σε αντίθεση με προηγούμενες στρατιωτικές επεμβάσεις, η κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Ντόναλντ Τραμπ είναι να αποφύγει την παγίδα της κλιμάκωσης χωρίς σαφή στόχο. Η επιδίωξη μιας πλήρους κατάρρευσης του καθεστώτος μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη από ό,τι φαίνεται, ακόμη και με τη συντριπτική στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ, επιχειρηματολογεί ο Economist.
Και καταλήγει σημειώνοντας ότι μια πιο ρεαλιστική στρατηγική θα ήταν ο περιορισμός των στόχων: η σημαντική αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν και στη συνέχεια η αναζήτηση μιας εξόδου από τη σύγκρουση.
Σε έναν κόσμο ήδη γεμάτο γεωπολιτικές εντάσεις, η έλλειψη σαφούς στρατηγικής μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνη από τον ίδιο τον πόλεμο. Και όσο η σύγκρουση συνεχίζεται χωρίς ξεκάθαρο τέλος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να μετατραπεί σε ένα ευρύτερο χάος.