Πού μπορούν να χτυπήσουν οι ιρανικοί πύραυλοι-Ο Φαίδων Καραϊωσηφίδης μιλά στο libre για το βεληνεκές
✨Το οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, δεύτερο ισχυρότερο μετά τη Βόρεια Κορέα στην κατηγορία μέσου βεληνεκούς (MRBM), εξελίχθηκε από τη δεκαετία του '80.
✨Η οικογένεια Khorramshahr, ειδικά το μοντέλο Khorramshahr-4 (Kheibar), διαθέτει εμβέλεια 2.000-3.000 χλμ. και βαριά κεφαλή, απειλώντας στόχους όπως το Ισραήλ και τη νοτιοανατολική Ευρώπη.
✨Το ιρανικό πρόγραμμα περιλαμβάνει πολλές γενιές πυραύλων με βελτιωμένη ακρίβεια, ωφέλιμο φορτίο και δυνατότητα εκτόξευσης από υπόγειες εγκαταστάσεις και κινητούς φορείς.
✨Εκτός από τους βαλλιστικούς, το Ιράν διαθέτει βλήματα κρουζ, όπως το Soumar με εμβέλεια έως 3.000 χλμ., προσθέτοντας περαιτέρω απειλή στην περιοχή.
Το οπλοστάσιο των βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν αποτελεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες απειλές στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και πέραν αυτής, καθώς κατατάσσεται ως το δεύτερο ισχυρότερο στον κόσμο στην κατηγορία μέσου βεληνεκούς (MRBM), μετά από αυτό της Βόρειας Κορέας.
Ο Φαίδων Καραϊωσηφίδης αεροναυπηγός και εκδότης του περιοδικού ΠΤΗΣΗ, στο κείμενο που περιγράφει πως η ανάπτυξη αυτού του προγράμματος ξεκίνησε από την ανάγκη αντιμετώπισης του Ιράκ κατά τον «Πόλεμο των Πόλεων» τη δεκαετία του ’80, όπου η Τεχεράνη χρησιμοποίησε αρχικά σοβιετικούς πυραύλους Scud.
Παρά το διεθνές εμπάργκο, το Ιράν κατάφερε να εξελίξει περισσότερες από 10 γενιές πυραυλικών συστημάτων, βελτιώνοντας σταδιακά την εμβέλεια, την ακρίβεια και το ωφέλιμο φορτίο τους. Κεντρικό ρόλο στο σύγχρονο οπλοστάσιο παίζει η οικογένεια Khorramshahr, με το μοντέλο Khorramshahr-4 (Kheibar) να επιτυγχάνει εμβέλεια τουλάχιστον 2.000 χλμ. με βαριά κεφαλή, ενώ άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν το βεληνεκές έως και τα 3.000 χλμ. με ελαφρύτερο φορτίο.

Σύμφωνα με τον κ. Καραϊωσηφίδη «τo οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, της κατηγορίας μεσαίου βεληνεκούς (MRBM), δηλαδή με μέγιστη ακτίνα δράσης ανάμεσα στα 1.000 και τα 3.000 χιλιόμετρα, ήταν δεύτερο στον πλανήτη, αναφορικά με τους αριθμούς και τις δυνατότητες μεταφοράς πολεμικού φορτίου, μετά από αυτό της Βόρειας Κορέας. Ήταν αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας προσπάθειας της Τεχεράνης που ιχνηλατείται στη σύγκρουση Ιράν-Ιράκ και ειδικότερα στον διαβόητο «Πόλεμο των Πόλεων», που ξεκίνησε η Βαγδάτη, όταν οι δυο χώρες χρησιμοποίησαν πολλές εκατοντάδες βαλλιστικών πυραύλων σοβιετικής προέλευσης Scud εναντίον αμάχων με αποκλειστικό σκοπό να καμφθεί το ηθικό της άλλης πλευράς».
Όπως εξηγεί ο ίδιος «το Ιράν, παρά το σχεδόν συνεχές εμπάργκο όπλων που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ και η Δύση κατόρθωσε να εξελίξει πολλές γενιές πυραυλικών συστημάτων, λόγω της χαμηλής τεχνολογίας που απαιτείτο και τις εύκολης πρόσβασης σε υλικά, ξεκινώντας από «αντιγραφή» των Scud (το βεληνεκές των οποίων ήταν της τάξης των 300-500 km), δηλαδή της κατηγορίας TBM (Tactical Ballistic Missile-Τακτικών Βαλλιστικών Βλημάτων). Στη συνέχεια ακολούθησαν επάλληλες οικογένειες πυραύλων που αύξαναν σταδιακά το βεληνεκές, την μεταφορική ικανότητα και την ακρίβεια με κάθε γενιά και υπήρξαν στο μεσοδιάστημα από τα μέσα του 80 μέχρι σήμερα, περισσότερες από 10 διακριτές γενιές.
Η απειλή που πρόβαλε το ιρανικό οπλοστάσιο ήταν πάντα δύσκολο να εκτιμηθεί, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία διέφεραν σημαντικά.

Η οικογένεια πυραύλων με το μεγαλύτερο βεληνεκές, με βάση τις τρέχουσες εκτιμήσεις, είναι η Khorramshahr, ιδίως οι νεότερες παραλλαγές του, όπως ο Khorramshahr‑4, επίσης γνωστός ως Kheibar. Πρόκειται για βαλλιστικό πύραυλο μεσαίου βεληνεκούς (MRBM) με αναφερόμενη επιχειρησιακή εμβέλεια τουλάχιστον 2.000 km όταν μεταφέρει βαρύτερη κεφαλή (περίπου 1.500–1.800 kg). Ορισμένες πηγές αναφέρουν εμβέλεια 2.500–3.000 km με ελαφρύτερο φορτίο, αν και το Ιράν έχει σταθεροποιήσει το μεγαλύτερο μέρος του πυραυλικού του οπλοστασίου στα 2.000 km, εμβέλεια επαρκή για την προσβολή στόχων όπως το Ισραήλ από ιρανικό έδαφος».
Κατά τον κ Καραϊωσηφίδη «αυτές οι τιμές εμβέλειας επαναλαμβάνονται σε πολλές αναλύσεις για τους Khorramshahr, καθιστώντας τους ένα από τα πιο ικανά συστήματα του Ιράν ως προς την εμβέλεια και το ωφέλιμο φορτίο. Ο πύραυλος λειτουργεί με υγρό καύσιμο (με προηγμένες υπεργολικές παραλλαγές στα νεότερα μοντέλα για ταχύτερη ετοιμότητα εκτόξευσης) και έχει αναπτυχθεί σε υπόγειες εγκαταστάσεις, είτε σε εποχούμενους εκτοξευτές, είτε σε σιλό.
Υπάρχει, ωστόσο, το ενδεχόμενο χρήσης ελαφρύτερων κεφαλών, ώστε να μπορούν να πραγματοποιηθούν εκτοξεύσεις προς ισραηλινούς στόχους από ανατολικότερες τοποθεσίες, θεωρητικά εκτός εμβέλειας της ισραηλινής αεροπορίας. Συνεπώς, οι εκδόσεις αυτές μπορούν να πλήξουν στόχους και σε μεγάλο μέρος της νοτιοανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας».
Όπως καταλήγει στην ανάλυσή του ο κ. Καραϊωσηφίδης «άλλοι ‘‘ανταγωνιστές’’ στην ίδια κατηγορία εμβέλειας περιλαμβάνουν:
– τους Sejjil (MRBM στερεού καυσίμου), για τους οποίους συνήθως αναφέρεται εμβέλεια 2.000–2.500 km,
– τους Ghadr και Emad (παραλλαγές του Shahab‑3) με βεληνεκές περίπου 1.600–2.000 km.
Άρα, υπάρχουν αρκετά συστήματα στο ιρανικό πυραυλικό οπλοστάσιο που θα μπορούσαν θεωρητικά να πλήξουν στόχους στην Ελλάδα, όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα.
Μια άλλη δυνητική, αλλά και πάλι θεωρητική απειλή είναι τα βλήματα κρουζ, από τα οποία υπάρχουν επίσης πολλά στο ιρανικό οπλοστάσιο, αν και κανένα από αυτά δεν αναφέρεται με εμβέλεια άνω των περίπου 1.600 km. Εξαίρεση αποτελεί το προηγμένο μοντέλο Soumar, παράγωγο του σοβιετικού Kh‑55 (X‑55), για το οποίο υπάρχουν αναφορές εμβέλειας έως και 3.000 km. Ωστόσο, οι επιδόσεις των βλημάτων κρουζ εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το προφίλ πτήσης, λόγω των περιορισμών του κινητήρα και του καυσίμου που μεταφέρουν».